Να μπει κανείς ή να μην μπει (στη θάλασσα); Να κάνει βόλτα στις αμμουδιές της Αττικής ή να μην κάνει; Να φάει ψάρι ή να μη φάει; Και αν μπει, πότε να ξαναμπεί να κολυμπήσει στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, πότε να περπατήσει ξανά στην άμμο και στα βράχια, πότε να αφήσει τα παιδιά του να παίξουν με τα κουβαδάκια τους στις κοντινές στην Αθήνα παραλίες, πότε να απολαύσει ξανά ένα ψαράκι; Ετσι ξαφνικά, σαν να μη μας έφθαναν τα άλλα μας προβλήματα, μπήκαν στη ζωή μας νέα, αμείλικτα ερωτήματα που ζητούν άμεσες απαντήσεις. Και αυτό διότι αφορούν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων (ας μην παραλείψουμε και τους τουρίστες που συνεχίζουν να βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στην ακόμη άκρως «καλοκαιρινή» Αθήνα) μετά τη «μαύρη» ημέρα που ο Σαρωνικός και πολλές ακτές της Αττικής «μαύρισαν» από το ατύχημα στο πλοίο «Αγία Ζώνη ΙΙ» το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να διαρρεύσουν τόνοι μαζούτ (δυστυχώς δεν ξέρουμε ακόμη πόσοι) στη θάλασσα. «Το Βήμα» έθεσε σε έγκριτους επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό τα ερωτήματα αυτά που, ως φαίνεται, είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμη αναπάντητα, και θα συνεχίσουν να είναι, έως ότου έχουμε στα χέρια μας συγκεκριμένες μετρήσεις και αριθμούς για την αποτίμηση της κατάστασης σχετικά με την πετρελαιοκηλίδα που κάλυψε τις ζωές μας.
Ωστόσο, με βάση τις μέχρι στιγμής διεθνείς έρευνες από παρόμοια μεγάλα ατυχήματα του εξωτερικού (αν και πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το κάθε ατύχημα είναι διαφορετικό με βάση το είδος και την ποσότητα του πετρελαίου που διαρρέει στη θάλασσα, τις συνθήκες που επικρατούν στην κάθε θαλάσσια περιοχή και πολλούς άλλους παράγοντες), οι ειδικοί με τους οποίους μιλήσαμε δίνουν τις δικές τους συμβουλές προφύλαξης στον πληθυσμό. Δείτε το σαν έναν οδηγό τού… να ζει κανείς ή να μη ζει (με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και ασφάλεια) στον αστερισμό της πετρελαιοκηλίδας!
Ανάσα πετρελαίου
Το επεξεργασμένο καύσιμο πετρέλαιο που διέρρευσε στον Σαρωνικό αποτελεί κατά κύριο λόγο «εχθρό» του αναπνευστικού συστήματος, σημειώνει στο «Βήμα» ένας από τους σημαντικότερους ειδήμονες παγκοσμίως σχετικά με τις επιπτώσεις των μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών στον πληθυσμό, ο καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής και Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες κ. Λόρενς Παλίνκας – ο καθηγητής Παλίνκας ήταν από τους πρωτεργάτες παγκοσμίως της αποτίμησης στον άνθρωπο του ναυαγίου του «Exxon Valdez» στον κόλπο Prince William Sound της Αλάσκας που έλαβε χώρα το 1989 όταν 37.000 τόνοι αργού πετρελαίου διέρρευσαν στη θάλασσα.
Οπως μας εξηγεί, το αργό πετρέλαιο είναι πιο παχύρρευστο από το μαζούτ και ακριβώς λόγω της «παχύρρευστης» φύσης του, δεν εξατμίζεται εύκολα, με αποτέλεσμα να παραμένει στην επιφάνεια της θάλασσας και να προκαλεί συνήθως δερματικά προβλήματα στα άτομα που έρχονται σε επαφή μαζί του (κατά κύριο λόγο στους εργαζομένους των εταιρειών που κάνουν την απορρύπανση ή και σε κατοίκους των περιοχών που έχουν πληγεί και σπεύδουν να βοηθήσουν στον καθαρισμό). Το μαζούτ, όπως αυτό που διέρρευσε στον Σαρωνικό, εξατμίζεται ευκολότερα και για αυτόν τον λόγο έχει συνδεθεί και από προηγούμενες μελέτες σε μεγάλα ατυχήματα με αναπνευστικά προβλήματα. «Συνήθως τα αναπνευστικά προβλήματα είναι οξέα και βραχυπρόθεσμα, εξαρτώνται όμως από τη διάρκεια της έκθεσης στην πηγή του κινδύνου. Οταν σταματήσει η εξάτμιση και η παραγωγή πτητικών ενώσεων που τη συνοδεύει και η οποία είναι η υπαίτια για τον ερεθισμό του αναπνευστικού συστήματος, τα συμπτώματα υποχωρούν. Σε γενικό πλαίσιο, χρόνια νοσήματα δεν εμφανίζονται, εκτός και αν υπάρχει μακροχρόνια έκθεση στο πετρέλαιο».
Πώς ορίζεται όμως η μακροχρόνια έκθεση; ρωτήσαμε τον δρα Παλίνκας. «Για να γίνει ένα ιατρικό πρόβλημα χρόνιο πρέπει κάποιος να εκτεθεί επί μήνες ή και χρόνια στην πηγή του κινδύνου, όπως για παράδειγμα τα άτομα που ζουν σε πόλεις με υψηλά επίπεδα ρύπων. Σε ό,τι αφορά τη βραχυπρόθεσμη έκθεση, όπως πιθανώς συμβαίνει τώρα με την πετρελαιοκηλίδα στον Σαρωνικό, μεγαλύτερο κίνδυνο για εξάρσεις εμφανίζουν άτομα που είναι επιρρεπή σε κάποια νόσο, όπως το άσθμα, ή πάσχουν ήδη από αυτό, κυρίως κατά το πρώτο διάστημα από το ατύχημα, όταν γίνεται η εξάτμιση του πετρελαίου. Ωστόσο σε αυτό παίζει ρόλο το χρονικό διάστημα που οι πτητικές ενώσεις παραμένουν στην ατμόσφαιρα. Γενικώς ο κίνδυνος αυτός διαρκεί κάποιες ημέρες έως ότου ολοκληρωθεί ο καθαρισμός της θάλασσας και των ακτών».
 
Ευάλωτες ομάδες
Σε κάθε περίπτωση, παρότι δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς συγκεντρώσεις πετρελαίου που έχουν διαρρεύσει, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς ο κίνδυνος για την υγεία, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας σημειώνει ότι σε περιπτώσεις ατυχημάτων σαν και αυτό δύο ομάδες του πληθυσμού είναι οι πιο ευάλωτες: τα μικρά παιδιά και οι ηλικιωμένοι. «Αυτές οι δύο ομάδες κινδυνεύουν περισσότερο να παρουσιάσουν αναπνευστικά προβλήματα από την έκθεση στο μαζούτ και στις αναθυμιάσεις του. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες ομάδες του πληθυσμού, το ζήτημα εξατομικεύεται – εξαρτάται από τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του κάθε ατόμου και από το αν πάσχει από ένα προϋπάρχον αναπνευστικό πρόβλημα, όπως το άσθμα».
Δεν καραδοκεί όμως μόνο ο αναπνευστικός κίνδυνος. Μια άλλη σημαντική οδός «επαφής» με το πετρέλαιο είναι το δέρμα. «Περισσότερες πιθανότητες να έρθουν σε άμεση δερματική επαφή με το πετρέλαιο έχουν οι εργαζόμενοι των εταιρειών που έχουν αναλάβει τον καθαρισμό της πετρελαιοκηλίδας, οι απλοί εθελοντές που συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια, όπως κάτοικοι των περιοχών που έχουν πληγεί, αλλά και οι ψαράδες» λέει ο καθηγητής Παλίνκας και προσθέτει ότι «στα άτομα αυτά είναι πιθανό να εμφανιστούν ερεθισμοί στο δέρμα. Ετσι, είναι απολύτως απαραίτητο όσοι έλθουν σε επαφή με το πετρέλαιο να φορούν ειδικές προστατευτικές στολές, γάντια και μάσκες».
Το «ύπουλο» πετρέλαιο όμως μπορεί να φθάσει – υπό συνθήκες – ακόμη και πολύ βαθιά στο έδαφος, ίσως και στον υδροφόρο ορίζοντα. «Μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος σε ό,τι αφορά το μαζούτ, παρά το πιο παχύρρευστο αργό πετρέλαιο, που μένει στην επιφάνεια. Το μαζούτ είναι πιθανό να εισχωρήσει πιο βαθιά μέσα στην άμμο και να φθάσει στον υδροφόρο ορίζοντα. Και πάλι όμως παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, όπως οι συγκεντρώσεις του ανάλογα με το μέγεθος του ατυχήματος αλλά και το πόσο ταχείες είναι οι διαδικασίες καθαρισμού της πετρελαιοκηλίδας».
Μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι
Χωρίς να μπορούμε αυτή τη στιγμή να ποσοτικοποιήσουμε τους πιθανούς μακροπρόθεσμους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, ο δρ Παλίνκας επισημαίνει ότι «το σωστό είναι να μην έρχεται ο άνθρωπος σε επαφή με το πετρέλαιο, και δη σε χρόνια επαφή. Γνωρίζουμε ότι το πετρέλαιο έχει επιβλαβή δράση και η μακροχρόνια έκθεση σε αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο και για ενδοκρινικές διαταραχές. Ωστόσο, δεν έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα μακροχρόνιες μεγάλου εύρους μελέτες ώστε να καταγραφούν πιθανές τέτοιες συνέπειες σε πληθυσμούς που έχουν πληγεί από πετρελαιοκηλίδες. Πριν από μια πενταετία περίπου η αμερικανική κυβέρνηση ξεκίνησε μια τέτοια μελέτη στον Κόλπο του Μεξικού σε 80.000 άτομα που είχαν συμμετάσχει στον καθαρισμό της περιοχής μετά την έκρηξη στην πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου Deep Water Horizon το 2010. Αναμένουμε τα αποτελέσματά της με ενδιαφέρον. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι μακροπρόθεσμες επιδράσεις στην υγεία του πληθυσμού από τέτοια ατυχήματα μπορεί να φανούν έπειτα από 15 ή 20 χρόνια, οπότε χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση επί μακρόν».
Η επαφή με το πετρέλαιο μπορεί να προκαλέσει τόσο άμεσα όσο και μακροχρόνια προβλήματα υγείας, επισημαίνει στο «Βήμα» η καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), διευθύντρια του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής του ΕΚΠΑ κυρία Αθηνά Λινού. «Τα παιδιά είναι η πιο ευάλωτη ομάδα, και αυτό διότι έχουν μικρότερο σώμα και έτσι μπορεί ακόμη και μια μικρή δόση του επιβλαβούς παράγοντα να τους προκαλέσει πρόβλημα. Σε αυτή την ομάδα είναι πιο εύκολο να εμφανιστούν βραχυπρόθεσμα αναπνευστικά προβλήματα ή δερματίτιδες από την επαφή με το πετρέλαιο. Επιπλέον, σε περίπτωση που κολυμπήσουν σε επιβαρυμένη περιοχή και καταπιούν νερό με μαζούτ είναι πιθανή η εμφάνιση οξέων γαστρεντερικών προβλημάτων, όπως διάρροιες και έμετοι». Μια άλλη ευάλωτη ομάδα θεωρούνται οι έγκυοι. «Κάποια επιστημονικά στοιχεία από το εξωτερικό έχουν συνδέσει την έκθεση των εγκύων στο πετρέλαιο με μικρό κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών του εμβρύου. Ωστόσο δεν έχουν γίνει μεγάλες μελέτες για το θέμα και κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί» σημειώνει η κυρία Λινού.
Οι μακροχρόνιες πιθανές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία συνδέονται, κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με την καθηγήτρια, με τα βαρέα μέταλλα που περιέχονται στο πετρέλαιο και τα οποία μπορεί να φθάσουν μέχρι και στα υπόγεια νερά. «Ανάλογα με τη δόση στην οποία εκτίθεται ένας άνθρωπος είναι πιθανό να εμφανιστούν χρόνια προβλήματα του δέρματος, όπως εκζέματα, ακόμη και δερματικός καρκίνος, νεφρική ανεπάρκεια, αναιμία ή και αιματολογικοί καρκίνοι, όπως η λευχαιμία. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι μιλούμε για έναν πολύ μικρό κίνδυνο που ίσως αφορά έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων – και αυτό μένει να αποδειχθεί σε πολλά χρόνια από τώρα. Τα πιο πιθανά συμπτώματα είναι τα βραχυπρόθεσμα που αφορούν ερεθισμό στα μάτια και το δέρμα και πιθανή ζάλη από την έκθεση στο πετρέλαιο και στις αναθυμιάσεις του».
Προσεκτικές βόλτες
Αυτές τις δύσκολες ημέρες, με τις ακτές να μην έχουν καθαριστεί πλήρως στο σύνολό τους, πολλή προσοχή πρέπει να δοθεί ακόμη και στο να περπατήσουμε στις πιθανώς επιβαρυμένες ακτές ή να αφήσουμε τα παιδιά μας να παίξουν με την άμμο. «Μελέτες δείχνουν ότι πολλές ουσίες του πετρελαίου, όπως οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες και τα βαρέα μέταλλα, περνούν στην άμμο και τα παιδιά μπορεί να εκτεθούν σε αυτούς ενώ παίζουν στην παραλία». Η συμβουλή λοιπόν είναι έως ότου έχουμε στα χέρια μας αποτελέσματα συγκεκριμένων μετρήσεων να μην αφήνουμε τα παιδιά μας να παίξουν στην άμμο στις πληγείσες περιοχές.
Χωρίς ποσοτικά στοιχεία, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τις πιθανές βλάβες ούτε στο οικοσύστημα, ούτε στην ανθρώπινη υγεία, αναφέρει από την πλευρά του στο «Βήμα» ο καθηγητής Τοξικολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Αριστείδης Τσατσάκης. Σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, ο κ. Τσατσάκης επισημαίνει ότι ο χειρότερος σύμβουλος είναι ο πανικός. «Εστω και αν κάποιος ήλθε σε επαφή με το πετρέλαιο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει υποστεί βλάβη – εκτός και αν μιλούμε για πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις. Το βασικό σε αυτή τη φάση είναι να τηρηθούν οι συστάσεις που έχουν γίνει από τις αρμόδιες αρχές: όχι κολύμπι στις επιβαρυμένες περιοχές αναμένοντας, εκτός από τις κινήσεις που γίνονται για την απορρύπανση, τη βιοδιάσπαση να κάνει τη δουλειά της».
Ας μείνουμε πάντως κατά το δυνατόν μακριά από τις αναθυμιάσεις. «Σε ζεστές ημέρες, όπως αυτές που περνούμε και με πιθανά αέρια ρεύματα που μπορεί να τις φέρουν προς την ξηρά, οι αναθυμιάσεις πιθανώς να προκαλέσουν προβλήματα, κυρίως στο αναπνευστικό σύστημα ευάλωτων ατόμων. Ωστόσο, η μεγάλη αυτή οικολογική καταστροφή αφορά κατά κύριο λόγο το θαλάσσιο περιβάλλον» καταλήγει ο κ. Τσατσάκης. Και αυτό μην πιστέψετε πως δεν αφορά και εμάς…
 
Θα πούμε το ψάρι ψαράκι;
Ενα σημαντικό ερώτημα που γεννήθηκε μαζί με την πετρελαιοκηλίδα είναι το αν θα πούμε το ψάρι… ψαράκι το επόμενο διάστημα – ή για πόσο διάστημα τέλος πάντων; «Παρότι δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα αν δεν γίνουν συγκεκριμένες μετρήσεις, το σίγουρο είναι ότι βραχυπρόθεσμα δεν πρέπει να καταναλώνονται ψάρια που έχουν αλιευθεί στις περιοχές όπου υπάρχει πρόβλημα – τουλάχιστον για τις επόμενες εβδομάδες. Και πάλι όμως, η κατανάλωση ακόμη και επιβαρυμένων ψαριών, αν γίνει μία φορά, θα προκαλέσει πιθανότατα γαστρεντερικά προβλήματα, αλλά δεν έχει σχέση με τη μακροχρόνια κατανάλωση η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε καρκίνο. Με βάση τους αριθμούς που έχουν γίνει γνωστοί για την ποσότητα των καυσίμων που περιείχε το πλοίο, δεν πιστεύω ότι είναι πολύ πιθανό ο πληθυσμός να αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο μακροχρόνιας έκθεσης σε επιβαρυμένα ψάρια» απαντά ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας κ. Λόρενς Παλίνκας.
Τις άμεσες και έμμεσες διατροφικές οδούς που μπορούν να είναι «ένοχες» για κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία επισημαίνει ο καθηγητής στη Σχολή Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πολυτεχνείου Κρήτης, διευθυντής του Εργαστηρίου Διαχείρισης Τοξικών και Επικίνδυνων Αποβλήτων κ. Ευάγγελος Γιδαράκος ο οποίος από το 2009 ερευνά με την επιστημονική ομάδα του τις επιπτώσεις του ναυαγίου του SEA DIAMOND στην Καλντέρα της Σαντορίνης, ενώ συμμετείχε επίσης και στην έρευνα του ναυαγίου του «Exxon Valdez» στην Αλάσκα: «Μέσω της κατανάλωσης ψαριών, τα πετρελαιοειδή μπορούν να εισέλθουν στον άνθρωπο, στα πουλιά και στα ζώα. Η είσοδος στην τροφική αλυσίδα, εκτός από τον παραπάνω άμεσο τρόπο, περιλαμβάνει και έναν έμμεσο: τη χρήση των ψαριών για την παρασκευή ιχθυάλευρων τα οποία χρησιμοποιούνται για τη διατροφή ζώων και έχει ως αποτέλεσμα την είσοδο στο κρέας και στα γαλακτοκομικά προϊόντα, επιφέροντας και τις ανάλογες επιπτώσεις».
Οι υδρογονάνθρακες και τα βαρέα μέταλλα που περιέχονται στο πετρέλαιο είναι λιποδιαλυτοί και μπορούν να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα, σημειώνει η διευθύντρια του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγήτρια κυρία Αθηνά Λινού. «Οι επιβαρυντικές αυτές ουσίες μπορεί πιο άμεσα να περάσουν στα αφρόψαρα και πιο μακροπρόθεσμα στα ψάρια του βυθού τα οποία μπορεί να αποτελέσουν αποθήκες επικίνδυνων ουσιών. Ωστόσο, όλα αυτά πρέπει να τα δούμε με βάση τις μετρήσεις. Αυτό που θα συστήναμε είναι να μην καταναλώνονται ψάρια από τις πληγείσες περιοχές μέχρις ότου έχουμε στα χέρια μας συγκεκριμένα στοιχεία».
Τι δείχνουν διεθνείς μελέτες για τις επιδράσεις στην υγείαΗ πιο πρόσφατη και εμπεριστατωμένη ανασκόπηση όλων των μελετών σχετικά με τις επιδράσεις στην υγεία από τα μεγάλα «πετρελαιο-ατυχήματα» σε παγκόσμια κλίμακα – από το 1989 με το ατύχημα του «Exxon Valdez» στην Αλάσκα ως το 2010 με το μεγαλύτερο ως σήμερα παγκοσμίως καταγεγραμμένο ατύχημα στον Κόλπο του Μεξικού της Deepwater Horizon (680.000 τόνοι αργού πετρελαίου κατέληξαν στη θάλασσα) – διεξήχθη από ειδικούς του Πανεπιστημίου της Κορούνια στην Ισπανία και δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2016 στην επιθεώρηση «Journal of Toxicology and Environmental Health Part B». Οπως αναφέρεται σε αυτή την ανασκόπηση, τέτοιου είδους ατυχήματα συνδέονται με αρνητικές επιδράσεις τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία. Σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία, μελέτες έχουν δείξει αύξηση της συχνότητας κατάθλιψης, αγχώδους διαταραχής, στρες, διαταραχής μετατραυματικού στρες στους πληθυσμούς που έχουν εκτεθεί στην καταστροφή.

Από την ψυχή στο σώμα και τα επιστημονικά στοιχεία έχουν δείξει αύξηση του κινδύνου για συμπτώματα από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (συμπεριλαμβανομένων του συριγμού, της δύσπνοιας και του βήχα), ακόμη και 24 μήνες μετά τα ατυχήματα σε κατοίκους πληγεισών περιοχών. Παράλληλα, κάποιες μελέτες επικεντρωμένες στις εγκύους έδειξαν αύξηση των ερεθισμών στα μάτια και στο δέρμα, των πονοκεφάλων αλλά και των πόνων στην κοιλιακή χώρα σε εγκυμονούσες που ζούσαν κοντά στην περιοχή του ατυχήματος ακόμη και δύο με τρεις μήνες μετά από αυτό.
Επίσης, σύμφωνα με ευρήματα που αφορούσαν παιδιά που ζούσαν σε περιοχές οι οποίες «μαύρισαν» από το πετρέλαιο, οι μικροί εθελοντές εμφάνιζαν υψηλότερη συχνότητα ασθματικών συμπτωμάτων και υπερδιέγερσης των αεραγωγών ακόμη και ενάμιση χρόνο μετά το ατύχημα. Βαρύ είναι το «κόστος» για την υγεία σε ό,τι αφορά κυρίως τα άτομα που συμμετέχουν στον καθαρισμό των πετρελαιοκηλίδων (είτε εργαζόμενοι στις εταιρείες καθαρισμού είτε εθελοντές): μελέτες μαρτυρούν αναπνευστικά προβλήματα ακόμη και πέντε χρόνια μετά την έκθεση, καθώς και μείωση των αιμοπεταλίων αλλά και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
Σε ό,τι αφορά τις πιθανές τοξικές επιδράσεις των πετρελαιοκηλίδων στο DNA, καθώς και στο ανοσοποιητικό και το ενδοκρινικό σύστημα, όλες οι μέχρι σήμερα μελέτες έχουν επικεντρωθεί στο ναυάγιο του «Prestige» – με έλληνες πλοίαρχο και πρώτο μηχανικό – στη Γαλικία της Ισπανίας το 2002 (67.000 τόνοι μαζούτ διέρρευσαν στη θάλασσα) και έχουν δώσει… ανάμεικτα αποτελέσματα. Κάποιες έδειξαν χρωμοσωμικές βλάβες, κυρίως στα λεμφοκύτταρα κατοίκων της πληγείσας περιοχής, δύο έτη μετά το ατύχημα. Παρουσιάστηκε επίσης δυσλειτουργία στους μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA σε άτομα που είχαν εκτεθεί στο πετρέλαιο. Αλλες μελέτες πάντως δεν έδειξαν σημαντικές χρωμοσωμικές διαφορές μεταξύ ατόμων που είχαν εκτεθεί στο πετρέλαιο και άλλων που δεν είχαν εκτεθεί σε αυτό. Σύμφωνα με κάποια ευρήματα, παρουσιάστηκε αύξηση στα επίπεδα των ορμονών κορτιζόλης και προλακτίνης – αμφότερες αποτελούν δείκτες στρες του οργανισμού – σε άτομα που είχαν συμμετάσχει στη διαδικασία καθαρισμού της πετρελαιοκηλίδας του «Prestige», καθώς και μείωση των φονικών κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που καταπολεμούν σημαντικούς «εχθρούς», όπως οι λοιμώξεις αλλά και τα καρκινικά κύτταρα.