«Οι χαρακτήρες που συνήθως πλάθει ο Ντοστογιέφσκι φαίνεται να κινούνται στο περιθώριο, με τα συναισθήματα τους σε έξαρση, με τα πάθη τους να τους κυριαρχούν και να τους καταβάλλουν. Αλλά τάχα αυτή δεν είναι η περιγραφή ολόκληρου του ανθρώπινου ψυχισμού;» αναρωτιέται η Βάσια Χρονοπούλου, ιδρυτικό μέλος των Apparatus, που υπογράφει τη θεατρική διασκευή και τη σκηνοθεσία της παράστασης «Νύχτες».

Στη σκηνή του θεάτρου 104 στο Γκάζι ένας μοναχικός άνθρωπος συναντά μια νύχτα καλοκαιριού τη νεαρή Νάστενκα. Η γνωριμία τους οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες συναντήσεις τα βράδια που ακολουθούν, κατά τα οποία ο κάθε ήρωας ξεδιπλώνει την παράξενη ιστορία της ζωής του. Ενώ η Νάστενκα μιλάει για τον άντρα που περιμένει να την παντρευτεί, ο ήρωας την ερωτεύεται, παρ’ όλο που η ανταπόδοση των συναισθημάτων του είναι ανέλπιδη.

«Ο Ντοστογιέφσκι πλάθει μια ιστορία για να μιλήσει για τα όνειρα, τη μοναξιά και την απόσταση που έχουν δημιουργήσει μεταξύ τους οι άνθρωποι» μου εξηγεί η Βάσια και προσθέτει: «Το αξιοθαύμαστο, όμως στο έργο αυτό είναι ότι δεν αφήνει τον αναγνώστη στο αδιέξοδο του ήρωα, αλλά τον βοηθάει να κλείσει το βιβλίο με ένα χαρμόσυνο μήνυμα: η αγάπη, που ανυψώνει την έννοια της φιλίας, του έρωτα και όλων των ευγενών συναισθημάτων του ανθρώπου, υπάρχει θαμμένη κάτω από τη πληθώρα των καθημερινών διαθέσεων. Αρκεί ίσως μια στιγμή πραγματικής ανθρώπινης επαφή για να δούμε πως αυτό που όλοι αναζητάμε είναι το να μας δει ένας άλλος άνθρωπος όπως ακριβώς είμαστε, να μας αγαπήσει και να τον αγαπήσουμε σαν αδέρφια και από το κουράγιο και την δύναμη αυτής της αγάπης να αποδεχτούμε το πιο δύσκολο φορτίο της ύπαρξης μας: τον εαυτό μας».

«Το συγκεκριμένο έργο με έκανε να σκεφτώ πως και τα πιο απλά πράγματα στον κόσμο μπορούν στ’ αλήθεια να μας δώσουν πραγματικές στιγμές ευτυχίας στην καθημερινή μας ζωή . Αρκεί να είμαστε ανοιχτοί» σχολιάζει ο Σταύρος Μαρκάλας, που υποδύεται τον κεντρικό ήρωα του έργου. «Είναι ένας ονειροπόλος που αναζητά αυτή την ευτυχία σε φανταστικούς κόσμους, με τέτοια ένταση που στην δική μας εποχή οι άνθρωποι δεν μπορούν καν να την ερμηνεύσουν ως κάτι λογικό. Παρόλα αυτά αυτός ο άντρας, χωρίς καν να το ξέρει, γνωρίζει τι θα πει «πραγματική αγάπη»».

«Δεν είναι μια απλή ιστορία. Είναι μια ιστορία που μέσα της υπάρχουν πολλές διαφορετικές ιστορίες: όσες θέλει κανείς να δει, όλες οι ιστορίες που μπορούν να υπάρξουν, η ίδια η ζωή» επισημαίνει η Ντένια Στασινοπούλου, που υποδύεται τη Νάστενκα συμπληρώνοντας για την ηρωίδα της: «Είναι η υπομονή και η ανυπομονησία, η χαρά και η λύπη ταυτόχρονα. Είναι ένας άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους που περνάμε δίπλα τους κάθε μέρα, είναι ένα κομμάτι της ζωής μας. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως είναι η αγάπη που έχει μέσα της και τα αγνά συναισθήματα της για τον κόσμο. Και αυτό είναι κάτι που προσπαθώ να θυμάμαι. Κάτι που μπορεί κάποια στιγμή να με κάνει κι εμένα καλύτερο άνθρωπο».

Η σκηνοθεσία της Βάσιας Χρονοπούλου μεταφέρει τους ήρωες σ’ ένα άχρονο και ονειρικό τοπίο. «Αφήνοντας πίσω την Πετρούπολη και τον χρόνο και με αφορμή ένα από τα θέματα του έργου που αφορά τη νεότητα, την πόλη και τη ζωή μετέφερα τους ήρωες στα χαμένα νιάτα της δικής μας εποχής, με όλα τα εφηβικά, ενήλικα ή ίσως και ξεχασμένα όνειρα που μπορεί να βασάνισαν την ψυχή μας» μου λέει. «Όπως και το φαντασιακό του ήρωα αρχίζει κι ανάβει τις νύχτες και τον κρατάει ξύπνιο μέχρι το χάραμα, έτσι και οι ‘’Λευκές Νύχτες’’ του Ντοστογιέφσκι έγιναν γενικώς όλες εκείνες οι νύχτες που είτε από ευτυχία είτε από πίκρες μας κρατάνε ξύπνιους και ανθίζουν τα όνειρά μας ή γεννούν κρυφές σκέψεις που τη μέρα δεν τολμάμε να ομολογήσουμε».

Στο τέλος της συζήτησης αναρωτιέμαι αν σήμερα πάσχουμε από έλλειψη ονείρων ή από υπερβολική ονειροπόληση. «Οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε όσα θα ήθελαν να είναι, φτιάχνουν έναν παράλληλο κόσμο και προκειμένου να εκπληρώσουν τον στόχο τους αδυνατούν να δουν την κοινωνική πραγματικότητα, βάζουν παρωπίδες στα προβλήματα και τον πόνο των άλλων ανθρώπων, με αποτέλεσμά οι σκοτεινές τους πλευρές –εγωισμός, μισαλλοδοξία, κακεντρέχεια- να αμβλύνονται» παρατηρεί η Βάσια. «Παγιδευόμαστε στις μάχες μας, ενώ η ζωή περνάει και χάνεται στα μεγαλεπήβολα όνειρά μας».

Πηγή: protothema.gr