Ε​​κδόθηκε επιτέλους στα ελληνικά (Πόλις 2017) το μυθιστόρημα του Ζορζ Μπερνανός «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» (1936). Μολονότι έχει ξαναμεταφραστεί στη γλώσσα μας, μπορούμε να λογαριάζουμε τούτη τη νέα μετάφραση ως πρώτη ουσιαστικά. Πρόκειται για αριστούργημα. Αν με έβαζαν με το στανιό να καταρτίσω έναν κατάλογο με τα καλύτερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα, όσο περιορισμένο αριθμό και αν μου έθεταν ως ανώτατο όριο –τα καλύτερα δέκα, ας πούμε, ή ακόμη και τα καλύτερα πέντε–, θα το συμπεριελάμβανα χωρίς δισταγμό. Τι είναι, αλήθεια, εκείνο που κάνει πραγματικά μεγάλο τούτο το μυθιστόρημα, στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτε, αλλά απλώς ένας αδέξιος και ατάλαντος παπάς καταγράφει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σε μια πληκτική ενορία ενός ασήμαντου χωριού της Γαλλίας; Η δική μου απάντηση, πέραν βέβαια από τη μεγάλη εκφραστική δύναμη με την οποία είναι γραμμένο –αλλιώς δεν γίνεται λόγος για λογοτεχνία– θα στρεφόταν προς το συγκλονιστικό πρόσωπο του κεντρικού ήρωα που κατάφερε να πλάσει ο Μπερνανός. Οποιος διαβάσει το μυθιστόρημα η μορφή του ανώνυμου και άρρωστου ιερέα του Αμπρικούρ θα τον συνοδεύει για πάντα, θα σφηνωθεί στην ψυχή και στη σκέψη του. Τι μας μένει από τα μεγάλα μυθιστορήματα; Τα πρόσωπά τους. Ξεχνάμε πολλά γεγονότα της πλοκής, αλλά τα κεντρικά πρόσωπα, τα πρόσωπα που μας συγκίνησαν, τα θυμόμαστε πάντα. Μέσα από αυτά γνωρίζουμε και ζυγίζουμε τον εαυτό μας, μέσα από αυτά καταλαβαίνουμε, όσο γίνεται να καταλάβουμε, τη ζωή και τον κόσμο.

Το μυθιστόρημα δεν είναι μουσική, δεν υπάρχει ερήμην των ιδεών και του περιεχομένου του. Ο χριστιανός αναγνώστης του «Ημερολογίου» θα βρει χωρίς αμφιβολία στις σελίδες του πολλά από εκείνα που απασχολούν τη συνείδησή του, τα οποία ο άμοιρος χριστιανικής ευαισθησίας και παιδείας –δεν λέω πίστης– μπορεί να τα προσπεράσει. Οι αναγνωστικές απώλειες του μη χριστιανού αναγνώστη θα είναι οπωσδήποτε πολλές. Το «Ημερολόγιο» όμως, όπως και κάθε μεγάλο μυθιστόρημα, υπερβαίνει τα ιδεολογικά και ιστορικά όρια, τόσο τα δικά του όσο και των αναγνωστών του. Ο κόσμος μέσα στον οποίο παλεύει ο εφημέριος είναι ο δικός μας (και παντοτινός) κόσμος της δύναμης, του κακού, του κυνισμού, της ιδιοτέλειας, του ατομικού συμφέροντος, της νύχτας και της λάσπης. Ο Θεός έχει εξοριστεί από τη ζωή και την ψυχή ακόμη και εκείνων που τυπικά βρίσκονται στην υπηρεσία του. Σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο ο ιερέας ζει τις αγωνίες και τα διλήμματά του, τα τραύματα, τους φόβους και τις ελπίδες του, το σθένος και την ασθένειά του.

sel1

Το βιβλίο του Ζορζ Μπερνανός «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ρομπέρ Μπρεσόν το 1951.                                                                                          

Ο Μπερνανός είναι ένας από τους μεγάλους Καθολικούς συγγραφείς της Γαλλίας του εικοστού αιώνα, όπως ο Πεγκί, ο Κλοντέλ, ο Μοριάκ. Μπορούμε να προσθέσουμε τον Λεόν Μπλουά (πέθανε το 1917) και τον Ισμάν (πέθανε το 1907). Αν προχωρήσουμε οπισθοβατικά προς τον 19ο και ακόμη πιο πίσω, ο αριθμός αυξάνει. Μεγάλοι συγγραφείς, το έργο των οποίων διαποτίζεται από τη χριστιανική πίστη, τις αγωνίες και τις αμφιβολίες της, τις συγκρούσεις της, την ειρήνη και την ταραχή της. Τέτοιας λογής και μεγέθους χριστιανούς συγγραφείς έχουν όλες οι ευρωπαϊκές λογοτεχνίες του 19ου και του 20ού αιώνα. Υπάρχουν μέχρι σήμερα (βλ. Μέριλιν Ρόμπινσον), αλλά διαρκώς λιγότεροι πια. Οι χριστιανοί αυτοί συγγραφείς ανήκουν σε όλες τις χριστιανικές ομολογίες, είναι Ορθόδοξοι (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι), Καθολικοί, Προτεστάντες.

Η παραπάνω απλή διαπίστωση ισχύει άραγε εξίσου και για τη νεοελληνική λογοτεχνία; Ποιοι είναι οι κατεξοχήν χριστιανοί συγγραφείς μας του 19ου και του 20ού αιώνα; Ποιοι μας έρχονται με το πρώτο στον νου, όταν τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Ο Παπαδιαμάντης, ο Παπατσώνης και ο Πεντζίκης. Δεν αναφέρω τον Σαραντάρη, γιατί στην ποίησή του –δεν κάνω λόγο εδώ για δοκιμιογράφους και στοχαστές– το χριστιανικό περιεχόμενο είναι μάλλον αφανές. Κανείς λοιπόν από αυτούς τους κατεξοχήν χριστιανούς συγγραφείς δεν έχει μεταφυσική αγωνία, εσωτερικά διλήμματα, κανένας δεν θέτει τα μεγάλα θεολογικά ή ηθικά ζητήματα. Ο χριστιανισμός του Παπαδιαμάντη είναι λατρευτικός, έχει ως πυρήνα του τη λατρεία του Θεού από τη μικρή κοινότητα των πενήτων, κατά τον ετήσιο λειτουργικό κύκλο. Τα παγανιστικά στοιχεία του νεοελληνικού λαϊκού χριστιανισμού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται αλλά σαγηνεύουν κιόλας. Οποιος θέλει να δει έκτυπη τη διαφορά του κόσμου του Μπερνανός από τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, ας συγκρίνει μόνο τον επαρχιακό εφημέριο (και πολλούς άλλους ιερείς των μυθιστορημάτων του) με τους ιερείς του Παπαδιαμάντη. Του Πεντζίκη ο χριστιανισμός, με κύρια εξαίρεση το έργο «Ο πεθαμένος και η Ανάσταση» (1944), είναι συναξαριακός και αγιολογικός, αισθητικός, και από ένα σημείο και πέρα μια θεολογική ασυναρτησία. Του Παπατσώνη επίσης ο χριστιανισμός, παρά τη βαθιά Καθολική αγωγή και παιδεία του, ήταν και αυτός κυρίως εορτολογικός και λειτουργικός, με τόνο δοξολογικό. Μόνη εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα υπήρξε ο Γιώργος Θεοτοκάς («Ασθενείς και Οδοιπόροι», 1964, «Οι καμπάνες», 1970), γεγονός που οφείλεται προφανώς στο ότι μεταστράφηκε στον χριστιανισμό σε ώριμη ηλικία, έπειτα από προσωπική αγωνία και αναζήτηση. Το όνομα του Θεοτοκά πάντως δεν είναι από τα πρώτα που θα μας έρθουν στον νου, όταν έχουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε, γιατί δεν τον συνδέουμε πρωτίστως με τον χριστιανισμό, αλλά με άλλα ρεύματα και επιδιώξεις.

Η απουσία τέτοιων χριστιανών συγγραφέων από τη λογοτεχνία μας, σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξη, διότι ο χριστιανισμός κοινωνικά άντεξε και αντέχει περισσότερο στην Ελλάδα από όσο στις άλλες δυτικές χώρες. Δεν θα αποπειραθούμε εδώ να εξηγήσουμε το γεγονός – δεν έχουμε άλλωστε πρόχειρη και σίγουρη εξήγηση. Σκέφτομαι πάντως πως η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί, αφενός, στον τρόπο με τον οποίο έζησε και εξακολουθεί να ζει τον χριστιανισμό της η ελληνική κοινωνία –είναι κάτι παραπάνω για αυτήν ο χριστιανισμός από εορτές, ακολουθίες και θρησκευτικά έθιμα;– και αφετέρου, στην απουσία ενός ουσιαστικού χριστιανικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού, με τον οποίο να μπορούσε να συνομιλεί η λογοτεχνία.

Πηγή: kathimerini.gr