ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εγώ, ο Σίμος Σιμεών
εκδ. Διόπτρα, σελ. 440

Ο Σίμος Σιμεών είναι ένα αγόρι που μεγαλώνει στη Χαλκόπολη, μια «άχρωμη κωμόπολη μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας», όπως γράφει ο Γιάννης Ξανθούλης. Στο νέο του μυθιστόρημα «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών» ο συγγραφέας, που μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη του Εβρου, περιγράφει τις εμμονές της ελληνικής περιφέρειας του ’60 με όλα τα παρελκόμενά της: τα άβγαλτα κορίτσια και τους έρωτες που καταλήγουν σε ανεπιθύμητες μητρότητες, τα καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά, τις πελατειακές σχέσεις και τη γέννηση των τοπικών αρχόντων που τάζουν μέχρι και ευάερα και ευήλια νεκροταφεία για να εκλεγούν, την επίδραση της Εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, τον φόβο για το διαφορετικό και το καινούργιο και την επιθυμία να μείνουν τα πράγματα όπως είναι ή να αλλάξουν κατ’ επίφαση, όπως η πλαζ της Χαλκόπολης, «που ήταν ελαφρώς βούρκος» αλλά η δημοτική αρχή με λίγες «ομπρέλες για τη σκιά την ονόμασε τουριστική και πολλοί το πίστεψαν».

Στο βιβλίο παρακολουθούμε τα παιδικά χρόνια του Σίμου, μιας μικρής ιδιοφυΐας που ρουφάει τις γνώσεις σαν σφουγγάρι, ονειρεύεται να γνωρίσει τον κόσμο και ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα της Χαλκόπολης.

Ο Σίμος μεγαλώνει σε μια προβληματική οικογένεια με τις τέσσερις αδελφές της μητέρας του Αναστασίας, μιας θεοσεβούμενης κοπέλας με αδύναμη καρδιά που έγινε αστρολόγος, ενώ πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές της Χαλκόπολης. Στον περίγυρο, ο συγγραφέας μάς συστήνει χαρακτήρες που ενισχύουν τον γλυκόπικρο και σατιρικό χαρακτήρα του βιβλίου, όπως τον δάσκαλο του Σίμου, που, αν και διακρίνει την ευφυΐα του, υποκύπτει στη δυσκαμψία της μικρής κοινωνίας και εμποδίζει τη διαφυγή του, τον μητροπολίτη Αμβρόσιο, που υποκλέπτει τη διατροφή της οικογένειας για το τέμπλο της εκκλησίας, τον κύριο Τίτιζα, που βοηθάει τον Σίμο υπογείως και ενοχικά, αλλά και τον εξαφανισμένο πατέρα του, που μπαίνει στη ζωή του ξαφνικά με την μπουζουκόβια τραγουδίστρια Σαχάρα. Μέχρι που εμφανίζεται ένας νέος φίλος με λευκό πουκάμισο και ένας άλλος δρόμος ανοίγεται για τον Σίμο.

Ο Γιάννης Ξανθούλης με χιούμορ, τρυφερότητα και αξεπέραστη ειρωνεία αναδημιουργεί στην υπερβολή του –ίσως όχι και τόσο– τα συμπτώματα μιας κοινωνίας, σε μια κοντινή από τη δική μας εποχή, γεμάτη ιδεοληψίες, άγνοια και στερεότυπα. Στα βιβλία του ο συγγραφέας συνήθως επιστρέφει στην δεκαετία του ’50 και αντλεί το υλικό του από προσωπικά βιώματα και μνήμες. Η μνήμη είναι και πάλι παρούσα στο νέο του μυθιστόρημα, ενώ η δράση τοποθετείται χρονικά στο 1964, τότε που, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «κάτι έδειχνε να αλλάζει ελπιδοφόρα στον βαλτωμένο μεταπολεμικό μας ορίζοντα αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ». Για την ιστορία, οι μυθιστορηματικές εκλογές της Χαλκόπολης του ’64 έβγαλαν δήμαρχο τον γιατρό Αλατά, ενώ οι πραγματικές βουλευτικές ανέδειξαν πρώτο κόμμα την Ενωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, σε μια φτωχή Ελλάδα στις τελευταίες εκλογές πριν από την Επταετία.

Πηγή: kathimerini.gr