Ερχεται ίσως κάποια στιγμή που νιώθεις έτοιμος να αντιμετωπίσεις το παρελθόν εκείνο που είναι το γενετικό υλικό σου και να ξετυλίξεις τις μνήμες από τα πρώτα χρόνια της ζωής. Ισως να είναι κάτι αναπόδραστο, επώδυνο ή αναγκαίο, αλλά στην περίπτωση του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη, η αφήγηση των παιδικών του χρόνων στην Κρήτη, από το 1945 ώς το 1956, μοιάζει περισσότερο με παρακαταθήκη αισθήσεων. Διαβάζοντας τον «Μεγάλο δρόμο» (εκδ. Γαβριηλίδης), η Κρήτη των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων ανασυντίθεται γήινη, σχεδόν χωμάτινη, με εκείνο το άρωμα του πηλού, των καρπών και του ψωμιού, μια μεγάλη και πυκνή τοιχογραφία που ξετυλίγεται λίγο λίγο σαν ένα μεγάλο χειροποίητο υφαντό. Για τον ίδιον τον ποιητή, θα πρέπει να ήταν μια λυτρωτική αναδίφηση σε ένα τοπίο γεμάτο σκιές, ήχους, γεύσεις και αγγίγματα, αλλά για τον αναγνώστη είναι μια πολύτιμη μετάγγιση ενός ήθους ζωής.

Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα την ακρίβεια και το βάρος ενός τρόπου διαβίωσης με άγραφους κανόνες, ζυγισμένους στην ανάγκη, στην ισορροπία και στην προνοητικότητα της συνέχειας. Η Κρήτη εκείνων των χρόνων, με αυτήν την αρχέγονη γεύση που της δίνει ο Χριστόφορος Λιοντάκης, διασώθηκε ως ένα σπάραγμα γεμάτο στάχυα, οστά και κελύφη. Αλλά μέσα στη δίνη αυτής της προσωπικής αρχαιολογίας έρχεται αψιά η μυρωδιά του κόρφου, του οίκου, του χωραφιού, ο θόλος του λευκογάλανου ουρανού του Νότου. Αν αυτές οι αναμνήσεις, συναρθρωμένες σε σπονδυλωτά αφηγήματα, υπηρετούν την αναβίωση ενός κόσμου που κύλησε στη λήθη, η ανάγνωση αυτής της κατάθεσης λειτουργεί με τρόπο περισσότερο ενεργητικό παρά νοσταλγικό. Ο Χριστόφορος Λιοντάκης έδωσε μια πρόζα πολύπτυχη, με ελληνικά που ρέουν αναβλύζοντας ευεργετικά. Η ανάκληση του παρελθόντος συνδράμει στην κατανόηση του παρόντος.

Πηγή: kathimerini.gr