Συνέντευξη στη Λίντα Τζουβάρα

Ξεκινήσατε να δημοσιεύετε με ψευδώνυμο ως Niemands Rose Γιατί επιλέξατε να μην εκτεθείτε με το πραγματικό σας όνομα;

Η αντίστροφη ερώτηση με έχει απασχολήσει περισσότερο. Γιατί γράφω πλέον με το ονοματεπώνυμό μου. Γιατί δε διαλέγουν όλοι οι συγγραφείς ένα λογοτεχνικό όνομα, ένα κουκούλι, όπου θα δημιουργούν ελεύθεροι από μια δοτή ταυτότητα, αναρωτιέμαι.

Έτσι κι αλλιώς η ψευδωνυμία συνηθίζεται στην τέχνη και στα γράμματα. Αρκεί να αναφέρω ελάχιστα παραδείγματα από την ελληνική λογοτεχνία που έγραφαν σταθερά με ψευδώνυμο, όπως ο Κοσμάς Πολίτης, ο Καραγάτσης, ο Τσίρκας, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Μυριβήλης, η Μυρτιώτισσα κ.α. Ακόμη, υπήρξαν συγγραφείς που χρησιμοποιούσαν πολλαπλά ψευδώνυμα, σύμφωνα με το βιβλίο του Κυριάκου Ντελόπουλου «Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα».

Τροφοδοτείτε το γράψιμό σας με τα προσωπικά σας βιώματα,  αναδύεστε εσείς δηλαδή μέσα από τις λέξεις;

Ναι, η αλήθεια είναι πως δε γράφω εγκεφαλικά, ουδέτερα, αποστασιοποιημένα, δεν είναι κατασκευή τα γραπτά μου, είναι άλλο. Υπάρχει κάτι μέσα μου που κοχλάζει, που με αναγκάζει να γράψω. Είναι οι καρποί από τον κήπο με τα τραύματα και τα θαύματα. Ελπίζω να εξαντληθεί κάποτε αυτό το υλικό ώστε να ησυχάσω. Γιατί τη συγγραφή δεν τη βιώνω σαν όμορφες λεξούλες στη σειρά. Σε υποχρεώνει να θυμάσαι όσα θα ήθελες να ξεχάσεις. Κι αυτό πονάει, όπως ξέρουμε.

Ποιο ήταν το κοινό σημείο των κειμένων της συλλογής – ανθολογίας «Τα φώτα στο βάθος»;

Θαρρώ το κοινό νήμα το έπιασαν πολύ έξυπνα στη δραματοποίηση της ανθολογίας, στο Από Μηχανής Θέατρο. Είναι μια λοξή κι ανοιχτή ματιά στο απέναντι- μέσα μου.

Μιλήστε μας λίγο για τον θίασο που «περιοδεύει» στο βιβλίο σας «Ανκόρ». Ποιος είναι και ποια είναι τα μηνύματά του;

Πρόκειται για έναν άναρχο θίασο, ένα μπουλούκι χωρίς πρωταγωνιστές, χωρίς αρχηγούς, το οποίο ζει κατά μόνας ή σε ζευγάρια και ενώνεται εντέλει απέναντι στη διπλή απειλή, τις δύο όψεις του θανάτου.

Υπήρξαν οι χαρακτήρες του βιβλίου σας, έχετε γνωρίσει κάποιους σαν αυτούς;

Γενικά, διατηρώ ως αρχή το να μην έχω στο νου μου υπαρκτά πρόσωπα χτίζοντας χαρακτήρες. Δε μου πάει, το θεωρώ ανέντιμο. Σίγουρα υπάρχουν αναφορές, αλλά δεν είμαι σε θέση να τις κατονομάσω γιατί δεν είναι συνειδητές.

Πόσο δύσκολη είναι η συγγραφή χαρακτήρων του αντιθέτου φύλου;

Η δυσκολία, αισθάνομαι, δε σχετίζεται με το φύλο. Υπάρχουν γυναίκες που απέχουμε ιδιοσυγκρασιακά όσο ο Ποσειδώνας από τη Γη, μπορεί και λίγο περισσότερο. Η δυσκολία έγκειται στην ολοκλήρωση του χαρακτήρα, στην ανάδυσή του μέσα από τις σελίδες ως μία αληθινή, ή έστω αληθοφανή, ανθρώπινη μορφή κι όχι ένα σκαρίφημα.

Από τις κυκλοφορίες των βιβλίων αντιλαμβανόμαστε τι διαβάζει ο κόσμος περισσότερο. Πώς κρίνετε το αναγνωστικό κοινό;

Μετακινούμαι με το μετρό καθημερινά και διαπιστώνω πως το αναγνωστικό κοινό διευρύνεται. Αυτό βέβαια είναι μια εμπειρική παρατήρηση που ελέγχεται επιστημονικά. Συνήθως βλέπει κανείς πως κρατούν στα χέρια τους εκτυπωμένες σαπουνόπερες, αλλά  θέλω να το βλέπω αισιόδοξα, ότι μπορεί να οδηγηθούν κάποια στιγμή και στην λογοτεχνία. Πάντως, έχω την αίσθηση πως γράφει κανένας έχοντας μονάχα έναν αναγνώστη στο μυαλό του, τον ιδανικό. Η απήχηση κι όλα αυτά είναι δευτερεύοντα και σε γενικές γραμμές βλαβερές έγνοιες.

Το δικό σας αγαπημένο βιβλίο ποιο είναι;

“Ο αναρχικός των δύο κόσμων” της Ούρσουλα Λεγκαίν.

Σε μια υπερκορεσμένη λογοτεχνική εποχή, πόσο δύσκολο είναι να αναδειχθεί ένα καλό βιβλίο, δεδομένου ότι τα κριτήρια των εκδοτών είναι κυρίως εμπορικά;

Υποθέτω πως δεν είναι αμιγώς εμπορικά τα κριτήρια όλων των εκδοτικών οίκων. Καταλαβαίνω ότι τους ενδιαφέρει να αποσβέσουν το κεφάλαιο που επενδύουν, αλλά πολλοί διατηρούν έναν δονκιχωτισμό και εκδίδουν αξιόλογα έργα που γνωρίζουν πως δε θα έχουν εμπορικό αντίκρυσμα. Κι αυτό είναι παρήγορο.

Από την άλλη, θέλω να πιστεύω πως ένα καλό βιβλίο θα αναδειχθεί αργά ή γρήγορα. Όσο κι αν το αγνοήσει ή το θάψει η κριτική, όσο κι αν περάσει αθόρυβα μέσα στον εκδοτικό ορυμαγδό, κάποια στιγμή, θα βρεθεί κάποιος που θα του δώσει τη θέση που του αξίζει στο στερέωμα.

Όμως, όπως και προηγουμένως, πιστεύω δε θα πρέπει να απασχολούν τους δημιουργούς τέτοιου είδους θέματα.

Διαβάζετε τα βιβλία σας μετά την έκδοσή τους;

Λειτουργώ κάπως σαν αδέσποτη γάτα με τα βιβλία μου και πολύ περισσότερο με τα θεατρικά μου. Τα γεννάω, τα προστατεύω σα θηρίο στις αρχές και μόλις απογαλακτιστούν τα εγκαταλείπω, με καλεί η επόμενη περιπέτεια. Ίσως κάπου-κάπου να τα κοιτάω από κάποιο περβάζι. Αλλά πια δεν είμαι σίγουρη πως είναι δικά μου παιδιά…

Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στην Κρήτη και ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Κοινωνιολογία, Δημόσια Υγεία και έχει αποκτήσει διδακτορικό στις Επιστήμες της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου με Κρατική Υποτροφία. Διδάσκει στην Ανώτατη Εκπαίδευση και εργάζεται στον δημόσιο τομέα. Το 2013 με το ψευδώνυμο Niemands Rose εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Τα φώτα στο βάθος” (εκδ. Απόπειρα), το οποίο την επόμενη χρονιά δραματοποιήθηκε στο “Από Μηχανής Θέατρο” σε σκηνοθεσία της Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες. Το 2015 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο της, ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Ανκόρ” (Εκδόσεις Καστανιώτη). Το 2016- 2017 ολοκλήρωσε τρεις κύκλους σεμιναρίων θεατρικής γραφής και αναμένεται ένα παιδικό βιβλίο της από τις Εκδόσεις Πατάκη.