Η άφιξη του βρετανού ηθοποιού Ντάνιελ Ντέι-Λιούις στην Αθήνα, προκειμένου να παραστεί στην πανελλήνια πρεμιέρα της τελευταίας ταινίας του «Αόρατη κλωστή» την Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου, δεν πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση. Σταθερός φίλος της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών / Πόρτα Ανοιχτή, ο Ντέι-Λιούις έχει ανταποκριθεί σε όλες τις προσκλήσεις που του έχουν γίνει, αρχής γενομένης το 1989, όταν έγινε η πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας του «Το αριστερό μου πόδι», για την οποία κέρδισε το πρώτο Οσκαρ του. Εξάλλου τα έσοδα της sold out φιλανθρωπικής προβολής της ταινίας, που θα γίνει στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος), θα διατεθούν για τους σκοπούς της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών / Πόρτα Ανοιχτή.
Στην περίπτωση του 60χρονου βρετανού ηθοποιού, εκείνο που πραγματικά εντυπωσιάζει δεν είναι ούτε το παίξιμό του. Είναι η ευφυΐα, τελικά, στις επιλογές των ρόλων του. Ο Ντέι-Λιούις δεν παίζει συχνά, όποτε όμως το κάνει, είναι φύσει αδύνατον να περάσει απαρατήρητος. Και συνήθως κερδίζει… Οσκαρ. Αυτό έγινε και με το «Θα χυθεί αίμα» και με τον «Λίνκολν», ταινίες για τις οποίες είχε έρθει ξανά στην Αθήνα. Ο Ντέι-Λιούις παίζει μόνον όταν νιώθει. Και δεν παίζει ποτέ πράγματα που έχει ξαναπαίξει. Γι’ αυτό είναι πάντα τόσο γοητευτικός, τόσο «μέσα στον ρόλο».
Στην «Αόρατη κλωστή», ερωτικό δράμα πάνω σε μια σχέση διαστροφής ανάμεσα σε έναν διάσημο μόδιστρο και μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής (Βίκι Κριπς) στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1950 ο Ντέι-Λιούις υποδύεται έναν ήρωα αμυδρά βασισμένο στον ισπανό μόδιστρο Κριστομπάλ Μπαλενσιάγκα (1895 – 1972). Και όλα ξεκίνησαν από μια ιδέα του σκηνοθέτη Πολ Τόμας Αντερσον με τον οποίο ο Ντέι-Λιούις είχε γυρίσει το «Θα χυθεί αίμα», σκηνοθετώντας τον σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο.
Ο σκηνοθέτης Πολ Τόμας Αντερσον δεν έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία στην ένδυση.
Πράγματι, όσες φορές τον έχω συναντήσει, η εμφάνισή του ήταν πάντοτε απλή, έως κοινή, χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο πάνω του. Ωστόσο, όταν τελείωνε την προτελευταία ταινία του, «Εμφυτο ελάττωμα», η ιδέα του ρούχου άρχισε για πρώτη φορά να τον απασχολεί. Αρχισε να ντύνεται κομψότερα και να κερδίζει κομπλιμέντα. Ο μουσικός Τζόνι Γκρίνγουντ, που έγραψε το σάουντρακ της «Αόρατης κλωστής», αποκάλεσε τον Αντερσον «Μπο Μπρουμέλ», όνομα για το οποίο ο τελευταίος δεν είχε ιδέα. Τότε άρχισαν όλα όσα σχετίζονται με την «Αόρατη κλωστή».
Οι αναζητήσεις του σκηνοθέτη                                                                                                      
Ο Αντερσον αναζήτησε την κοσμική προσωπικότητα της Αγγλίας του 18ου και του 19ου αιώνα και το ενδιαφέρον του για την υψηλή ραπτική έγινε έντονο. Και όταν ανακάλυψε τη ζωή και το έργο του ισπανού μόδιστρου Κριστομπάλ Μπαλενσιάγκα, του οποίου οι κολεξιόν ήταν διάσημες για τη φινέτσα τους, ο σκηνοθέτης ένιωσε ότι είχε πια βρει τον κεντρικό ήρωα της επόμενης ταινίας του. Ρούφηξε τη βιογραφία της Μαίρης Μπλουμ «The master of us all: Balenciaga, his workrooms, his world» και εντυπωσιάστηκε από τη μοναστική ζωή του Μπαλενσιάγκα που συνδυάστηκε με την υπερκαταναλωτική αγορά ρούχων στη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, καθώς επίσης και με το New Look του Παρισιού με επίκεντρο τη δουλειά του Κριστιάν Ντιόρ.
Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη, τα τριγωνικά, φίνα χαρακτηριστικά του Μπαλενσιάγκα του θύμισαν τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, με τον οποίο ήθελε πάση θυσία να συνεργαστεί ξανά μετά την αρμονική συνεργασία τους στο «Θα χυθεί αίμα». «Ο Ντάνιελ είναι τόσο όμορφος άνδρας αλλά μαζί είχαμε κάνει μια ταινία που ήταν μάλλον άσχημος σε σχέση με τον χαρακτήρα και το σκηνικό της» είπε ο Αντερσον. «Αρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να τον δείξω πιο όμορφο, γνωρίζοντας πόσο στυλάτος είναι στην καθημερινότητά του, πόσο αγαπά τον όμορφο ρουχισμό αλλά και να φτιάχνει πράγματα με τα χέρια του». Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι ο Ντέι-Λιούις είναι ο μοναδικός σταρ που είναι επαγγελματικά εκπαιδευμένος υποδηματοποιός.
Στα ρούχα του μόδιστρου                                                                                                              
Η ιδέα μιας ταινία όπου θα υποδυόταν έναν μόδιστρο άρεσε στον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις. Μαζί με τον Αντερσον, ο ηθοποιός αφοσιώθηκε ενδελεχώς (όπως εξάλλου το περιμένεις) στην έρευνα της haute couture στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής έμαθαν τα πάντα για τον Μπαλενσιάγκα, αλλά και άλλους σύγχρονούς του μόδιστρους, για παράδειγμα τον γεννημένο στη Μεγάλη Βρετανία Τσαρλς Τζέιμς, που έγινε μάστορας της κοπτικής στο Σικάγο όπου πήγε σε ηλικία 19 ετών. Επί της ουσίας, ο Ρέινολντς Γούντκοκ, όπως ονομάζεται ο ήρωας του Ντέι-Λιούις στην ταινία του Αντερσον, είναι αποτέλεσμα μελέτης πολλών μόδιστρων και όχι μόνον πασίγνωστων, όπως ο Κριστιάν Ντιόρ  (που υπήρξε ο μεγάλος επαναστάτης στο γυναικείο ντύσιμο στα μέσα του προηγούμενου αιώνα), αλλά και λιγότερο γνωστών, όπως οι Βρετανοί Ντίγκμπι ΜόρτονΠίτερ ΡάσελΧάρντι ΕϊμιςΤζον Κάβενα και ο Μάικλ Ντόνελαν που δούλεψαν στη μεταπολεμική Αγγλία. Το ντουέτο μελέτησε επίσης το καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο σύγχρονων εκπροσώπων της μόδας, όπως ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν.
 
«Μετά τον πόλεμο», είπε ο Ντέι-Λιούις, «υπήρξαν δύο παράλληλοι κόσμοι στην υψηλή ραπτική· ο ένας στο Παρίσι, που ήταν ο κυρίαρχος του κόσμου, το New Look, και ο άλλος στο Λονδίνο, όπου πολλοί νεαροί σχεδιαστές προσπαθούσαν να βρουν τον δρόμο τους. Νιώσαμε κάπως ότι η δική μας δουλειά, στην «Αόρατη κλωστή» θα έπρεπε να αντικατοπτρίζει την ιστορία της Αγγλίας αλλά και των υλικών που προέρχονταν από τα βρετανικά νησιά, που ήταν εκπληκτικά…». Ο ηθοποιός επισημαίνει ότι ακόμη και σήμερα, όποτε τα υλικά έρχονται από τα νησιά, οι ράφτες και οι δημιουργοί κοστουμιών και φορεμάτων «βρίσκονται σε σωματική επαφή μαζί τους, τα αγγίζουν, τα νιώθουν, τα μυρίζουν και δημιουργούν σχέδια μέσα από αυτά. Η ιδέα της Αγγλίας που εκείνη την εποχή, μετά τα χρόνια του πολέμου, ξαναγεννιόταν μέσα από τη λιτότητα μάς ασκούσε γοητεία».
 
Πού και πότε

Η ταινία «Αόρατη κλωστή» θα παίζεται στις αίθουσες από την πέμπτη 1 Φεβρουαρίου σε διανομή UIP.