Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στη νέα Στρατηγική της ΕΕ για τα Δυτικά Βαλκάνια, που παρουσιάστηκε την περασμένη Τρίτη, για να πάρει μια ιδέα και για το τι διακυβεύεται στην περιοχή, όπως και για το τι τροφοδοτεί τη βιασύνη να προχωρήσουν τα σχέδια διεύρυνσης της ιμπεριαλιστικής ένωσης, ανταγωνιστικά προς αυτά άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, όπως η Ρωσία, η Κίνα κ.ο.κ.

Το κείμενο, που παρουσιάζει το δεύτερο – ευρωενωσιακό – «σκέλος» των σχεδίων για την «ευρωατλαντική ολοκλήρωση» της περιοχής, χαρακτηρίζει την προσπάθεια για διεύρυνση στα Δυτικά Βαλκάνια «γεωστρατηγική επένδυση σε μια πολύ ενδιαφέρουσα αγορά», καταγράφοντας στοιχεία όπως την αύξηση των εμπορικών συναλλαγών με την ΕΕ την τελευταία δεκαετία κατά 80%, στα 43 δισ. ευρώ, τα 10 δισ. των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων που έχουν κάνει ευρωπαϊκά μονοπώλια στην περιοχή τα τελευταία 5 χρόνια κ.ά.

Κυρίως, βέβαια, καταγράφει το «στρατηγικό ενδιαφέρον για την αύξηση των συνδέσεων στον τομέα των Μεταφορών και της Ενέργειας», όπως και την «πολιτική προτεραιότητα» που δίνει η ιμπεριαλιστική ένωση στο στόχο «να συνδεθούν οι υποδομές μεταξύ της ΕΕ και των Δ. Βαλκανίων».

Στο παράρτημα, μάλιστα, του κειμένου οι στόχοι αυτοί εξειδικεύονται περαιτέρω και δίνεται ένα σφιχτό χρονοδιάγραμμα «δράσεων» προς υλοποίηση έως το 2020, δράσεις που περιλαμβάνουν την επέκταση της Ενεργειακής Ενωσης της ΕΕ στις χώρες της περιοχής, το «άνοιγμα» των σχετικών αγορών, τη συμμετοχή τους στο δίκτυο των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και των Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς και Διανομής κ.ο.κ. Βέβαια, για τους στόχους αυτούς προβλέπεται να ρεύσει στην περιοχή «πακτωλός» ευρωενωσιακών κεφαλαίων και προγραμμάτων.

Τα παραπάνω δικαιολογούν και τη βιασύνη που καταγράφεται στα «σφιχτά χρονοδιαγράμματα» που βάζει η Επιτροπή, αλλά και σε δηλώσεις, όπως αυτή της Φ. Μογκερίνι, η οποία, παρουσιάζοντας το κείμενο, σημείωσε ότι «έχει φτάσει με κάποιο τρόπο η στιγμή της αλήθειας. Το 2018 θα είναι, μπορεί να είναι η χρονιά που η διαδικασία αυτή γίνεται όχι μόνο πιο αξιόπιστη, αλλά και μη αναστρέψιμη».

Εξηγούν επιπλέον – από μια ακόμα σκοπιά – και την «πρεμούρα» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να κλείσει τις «εκκρεμότητες» με ΠΓΔΜ και Αλβανία, αλλά και γιατί σκίζεται να αναλάβει το ρόλο σημαιοφόρου των ευρωατλαντικών σχεδίων στην περιοχή, δεδομένης και της φιλοδοξίας της αστικής τάξης η Ελλάδα να αναδειχτεί σε «κόμβο» Ενέργειας και εμπορευμάτων.

Τα σχέδια αυτά αποτελούν, πέρα από κάθε αμφιβολία, πηγή νέων ανταγωνισμών, αφού στοχεύουν στη μείωση της επιρροής άλλων – ανταγωνιστικών – ιμπεριαλιστικών κέντρων στην περιοχή, οξύνοντας τη διαπάλη, τους ανταγωνισμούς, την ανακατάταξη συμμαχιών κ.ο.κ.

Φωτίζουν έτσι, από μια ακόμα πλευρά, εκείνο που ο λαός μας χρειάζεται να δει καθαρά πίσω από τον κουρνιαχτό που σηκώνουν τις μέρες αυτές τόσο οι κοσμοπολίτες, όσο και οι εθνικιστές οπαδοί των στόχων της αστικής τάξης που στριμώχνονται κάτω από την ομπρέλα των ευρωΝΑΤΟικών σχεδιασμών: Οτι η ένταξη των χωρών της περιοχής σε ΝΑΤΟ και ΕΕ όχι μόνο δεν αποτελεί «παράγοντα ευημερίας και σταθερότητας» για τους λαούς, αλλά πηγή μεγάλων κινδύνων, όπως άλλωστε δείχνει και το πρόσφατο παρελθόν του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας από την ΕΕ, των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών στη Σερβία κ.ο.κ., για τους ίδιους λόγους.

Αλλος ένας λόγος που οι εργαζόμενοι χρειάζεται να δυναμώσουν την πάλη ενάντια στα σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ στην περιοχή που προωθεί η κυβέρνηση για λογαριασμό της αστικής τάξης.