Η σκηνοθέτις Νικαίτη Κοντούρη είναι τυχερή. Eνας από τους δασκάλους της όταν σπούδαζε στη Νέα Υόρκη, στο Hunter College, ήταν και ο Αρθουρ Μίλερ. «Υπέροχος άνθρωπος. Ολύμπιος ως παρουσία. Με μπλε καπαρντίνα και καπέλο συνήθως. Τρομερά οικείος. “Μπορείτε να με ρωτήσετε τα πάντα εκτός από τη Μέριλιν”, μας είπε όταν μας συστήθηκε. Οι φοιτητές τον ρωτούσαμε πώς ήθελε να ανεβαίνουν τα έργα του, αν προτιμούσε τον ρεαλισμό ή μια πιο αφαιρετική μορφή, κι εκείνος απαντούσε σε όλα. Μας μιλούσε για την έρευνα που έκανε πριν από τη συγγραφή κάθε έργου. Ειδικά για το “Ψηλά απ’ τη γέφυρα” έμεινε δύο χρόνια στην Ιταλία. Τον είχαν συναρπάσει οι Ιταλοί. Του είχαν διηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία που είχε συμβεί τη δεκαετία του ’40 σε ένα λιμενεργάτη, αλλά εκείνος την έφτασε στα άκρα. Αναζητώντας κάθε λεπτομέρεια για τους Ιταλούς, έτρεχε στις γειτονιές του Μπρούκλιν και ζούσε μαζί τους. Ηταν η εποχή βέβαια που επρόκειτο να γράψει το σενάριο για το “Λιμάνι της αγωνίας”, το οποίο τελικά δεν το έγραψε. Κατέγραφε ως δημοσιογράφος τα πάντα. Δεν είχε έπαρση. Χωρίς να είναι ταπεινός, ήταν ανθρώπινος, ζεστός. Μας μιλούσε για τον Ο’ Νιλ, την επίδρασή του από τον Ιψεν, που τον λάτρευε, αλλά και από τους αρχαίους. Γνώριζε επίσης την Ελλάδα, το Θέατρο Τέχνης, τον Κουν, την Επίδαυρο, τη Μελίνα, το πάθος της, “σαν να βγήκε από αρχαία τραγωδία”, έλεγε».

Τα θυμάται με συγκίνηση εκείνα τα χρόνια. Ειδικά τώρα που σκηνοθετεί το έργο του κορυφαίου θεατρικού συγγραφέα, το «Ψηλά από τη γέφυρα», το οποίο ανεβαίνει στις 15 του μηνός στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με τον Γιώργο Κιμούλη. Είναι η δεύτερη φορά που καταπιάνεται με το έργο αυτό, που είχε σκηνοθετήσει και πριν από 23 χρόνια. Και η τρίτη με τον Μίλερ, μια και το 2002 καταπιάστηκε και με τις «Σχέσεις του κυρίου Πίτερς».

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Μπρούκλιν της δεκαετίας του ’50. Ο Ιταλός μετανάστης Εντι Καρμπόνε εργάζεται στο λιμάνι για να συντηρήσει τη σύζυγό του και την ανιψιά της. Η άφιξη Ιταλών συγγενών που μπήκαν παράνομα στη χώρα αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον ανατρέπει την ισορροπία της οικογένειας, ειδικά όταν η ανιψιά ερωτεύεται τον νεαρό ξάδελφο της θείας της, ξυπνώντας στην ψυχή του Εντι ζήλια και ακραίες συμπεριφορές. «Η συναισθηματική δίνη με την οποία μπολιάζει ο Μίλερ τον Εντι Καρμπόνε είναι αυτό που τον κάνει ιδιαίτερο χαρακτήρα», εξηγεί η σκηνοθέτις. Κυριεύεται από νοσηρό πάθος που δεν ξέρει να το διαχειριστεί, αυτός που αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη μορφή του πατέρα ανάμεσα στους Ιταλούς. Στο γυμνό πατάρι που μοιάζει με σχεδία και πάνω της κρέμονται γάντζοι του λιμανιού –το σπίτι της οικογένειας όπως το σχεδίασε σκηνικά ο Γιώργος Πάτσας– ο θεατής παρακολουθεί τη δράση του σπιτιού και ό,τι συντηρεί το κρυφό πάθος του ήρωα και προκαλεί τον θάνατό του. «Πρέπει δηλαδή να επέλθει η κάθαρση, που την ορίζει πάλι ο Εντι, χρησιμοποιώντας την ομερτά που κουβαλάει από τον τόπο του, ως μετανάστης».

Το έργο θίγει το ζήτημα της μετανάστευσης. Οι ήρωες κουβαλούν τα πρέπει και τα μη της κοινωνίας τους σε μια γειτονιά με τα χαρακτηριστικά ενός γκέτο. «Τα όρια είναι εμφανή αλλά κάποια στιγμή οι άνθρωποι πρέπει να ανασάνουν, ιδίως οι νέοι που θέλουν να ζήσουν με καλύτερες συνθήκες. Δεν υπάρχει οικογένεια στη χώρα μας που δεν είχε ή έχει ένα ξενιτεμένο. Τώρα είναι η γενιά των επιστημόνων που έχει άλλο το επίπεδο της ζωής, αλλά κι αυτή ζει τη νοσταλγία της πατρίδας. Από την άλλη πλευρά, δεχόμαστε ως χώρα πολλούς μετανάστες. Είναι μεγάλος πόνος να αφήνεις τον τόπο σου και να είσαι πάντα ξένος. Αν καταργούσαμε το ιταλικό στοιχείο και αντικαθιστούσαμε τα ονόματα των χαρακτήρων με εκείνων που έρχονται από τη Συρία ή το Αφγανιστάν και βρίσκονται στη Μόρια, το έργο θα ήταν εξίσου δυνατό. Πολλά, λοιπόν, μπορούν να αγγίξουν τον θεατή». Το «Ψηλά από τη γέφυρα» έχει κάτι ακόμη οικείο: «Τη δομή της αρχαίας τραγωδίας».

Σχεδόν 40 χρόνια στο θέατρο (τα 30 ως σκηνοθέτις), η Νικαίτη Κοντούρη βίωσε «την επανάσταση» που έφερε το «Αμόρε» και την άνθηση των θεάτρων ρεπερτορίου. «Τότε είδαμε τι συμβαίνει θεατρικά και στον έξω κόσμο». Η ίδια το βίωσε σπουδάζοντας και δουλεύοντας στην Αμερική του ’80. Ωσπου οδηγηθήκαμε στον σημερινό πλουραλισμό. «Είναι φανταστικό να ασχολείται ο κόσμος με την τέχνη, αλλά δεν φροντίσαμε για τη θεατρική παιδεία. Μας λείπει το μέτρο σύγκρισης, καλλιτέχνες όπως ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Τάσος Μπαντής. Σήμερα οι δυνάμεις διασκορπίζονται». Μια εικόνα σύγχυσης που εισπράττουν τα νέα παιδιά τα οποία «κάνουν πολλές δουλειές τον χρόνο για να επιβιώσουν, αλλά δεν προλαβαίνουν να αφομοιώσουν. Δυστυχώς δεν ενώνονται οι δυνάμεις του θεάτρου. Ολοι διεκδικούν κομμάτι από αυτό που λέγεται θέατρο».

Η συνέχεια

Τι θα συμβεί στη συνέχεια; «Σε παλιά συνέντευξή του για τον άνθρωπο στη σύγχρονη κοινωνία, ο Τριχόπουλος είχε πει πως θα επιβιώσει το δυνατότερο κύτταρο. Αυτό θα συμβεί: στο θέατρο θα επιβιώνουν, ανά σεζόν, οι πιο δυνατοί. Πρέπει να γίνει μια ανώτατη σχολή που θα καλύπτει όλες τις ανάγκες του θεάτρου, αλλά με τα κατάλληλα εργαλεία. Την τσαγκαρική που έλεγε η Μάγια Λυμπεροπούλου. Το ταλέντο έχει ανάγκη τα εργαλεία για να εκφραστεί».

​​ «Ψηλά από τη γέφυρα» στο Εθνικό Θέατρο. Παίζουν οι: Γιώργος Κιμούλης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Νίκος Χατζόπουλος, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Στάθης Παναγιωτίδης, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Κώστας Φαλελάκης κ.ά.

Πηγή: kathimerini.gr