Για τον Αϊ Γουέι Γουέι έχουν ειπωθεί πολλά κατά καιρούς. Ο Κινέζος καλλιτέχνης και ακτιβιστής τράβηξε τα προηγούμενα δύο χρόνια ξανά τα βλέμματα –και τα ελληνικά– λόγω της έντονης ενασχόλησής του με το προσφυγικό. Κέντρο αυτής της τελευταίας είναι η «Ανθρώπινη ροή», ένα ντοκιμαντέρ επικών διαστάσεων που ακολουθεί τα βήματα των προσφύγων σε όλο τον κόσμο.

Γυρισμένη σε 23 χώρες, η ταινία περνά από την Τουρκία και την Ελλάδα αλλά και από τη Γερμανία και το Μεξικό, επιχειρώντας να αναδείξει την οικουμενικότητα ενός ζητήματος, το οποίο συχνά παρουσιάζεται ως πρόβλημα τοπικού ενδιαφέροντος. Οι πρόσφυγες που παρουσιάζονται εδώ προέρχονται από τον πόλεμο της Συρίας, καθώς και από εκείνους σε Ιράκ – Αφγανιστάν, από τις συγκρούσεις στην Αφρική, τις διώξεις στη Μιανμάρ και αλλού.

«Ως καλλιτέχνης πιστεύω στην ανθρωπιά και βλέπω την κρίση ως δική μου κρίση. Βλέπω τους ανθρώπους που κατεβαίνουν από τις βάρκες ως δικούς μου ανθρώπους. Θα μπορούσαν να είναι τα παιδιά μου, οι γονείς μου, τα αδέρφια μου. Δεν βλέπω τον εαυτό μου διαφορετικό από αυτούς. Μπορεί να μιλάμε άλλη γλώσσα ή να έχουμε άλλη θρησκεία αλλά τους καταλαβαίνω. Οπως, κι εγώ, φοβούνται το κρύο, δεν τους αρέσει η βροχή ούτε να είναι πεινασμένοι. Οπως κι εγώ, θέλουν να αισθάνονται ασφάλεια», λέει ο ο Αϊ Γουέι Γουέι.

Στην «Ανθρώπινη ροή», ο ίδιος και οι συνεργάτες του (ένα συνεργείο που αριθμεί πάνω από 200 μέλη) στέκονται στις ακτές που προσεγγίζουν οι βάρκες των προσφύγων, μπαίνουν μέσα στους καταυλισμούς τους, είτε πρόκειται για προσωρινούς όπως η Ειδομένη είτε για πιο μόνιμες καταστάσεις όπως αυτή που επικρατεί στην Ιορδανία. Η αλληλεπίδραση είναι βέβαια κάπως αμήχανη και σε ορισμένες περιπτώσεις βεβιασμένη, οι ιστορίες όμως των ανθρώπων που ακούγονται παραμένουν συγκλονιστικές.

Η πραγματική αξία του ντοκιμαντέρ πάντως συνορεύει, αναμενόμενα, με το καλλιτεχνικό πεδίο. Οι λήψεις που ακολουθούν το ανθρώπινο ποτάμι –μοιάζει κυριολεκτικά τέτοιο– καθώς αυτό προχωρά για παράδειγμα προς τα ουγγρικά σύνορα, είναι εκπληκτικές. Παρά τον προφανή ισχυρισμό ότι πλάνα σαν αυτά μπορούν να υποβιβάσουν το ανθρώπινο δράμα σε απλό θέαμα, είναι τόση η δύναμη των συγκεκριμένων εικόνων που ξεπερνά τέτοιους δισταγμούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λήψεις από drone, οι οποίες φανερώνουν μεγέθη και καταστάσεις, περίπου ασύλληπτες για τον μέσο δυτικό παρατηρητή.

Η δυσκολία βέβαια σε τέτοιου είδους εγχειρήματα συνήθως έγκειται στην ισορροπία, την οποία καλείται να βρει ο δημιουργός μεταξύ ακριβούς καταγραφής και πολιτικού-κοινωνικού μανιφέστου. Ο Κινέζος καλλιτέχνης τα καταφέρνει αρκετά καλά, χειριζόμενος το θέμα του με ανθρωπιά και αποφεύγοντας, στο μεγαλύτερο κομμάτι τουλάχιστον, τις εύκολες απαντήσεις. Από την άλλη, δεν διστάζει να εξερευνήσει κάποιες από τις αιτίες αυτής της τραγικής κατάστασης αλλά και να φωτίσει τις ελπίδες για την επίλυσή της.

Το βαρόμετρο της εβδομαδας

Στο «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» ο Ιταλός δεξιοτέχνης Λούκα Γκουαντανίνο σκηνοθετεί υπέροχα μια ιστορία αγάπης –και ταυτόχρονα ενηλικίωσης– την οποία υπογράφει ο Τζέιμς Αϊβορι («Τ’ απομεινάρια μιας μέρας»). Στην εξοχική Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του 1980, ο 17χρονος Ελιο (Τίμοθι Σαλαμέ) κάνει διακοπές με τους γονείς του. Τη βαρετή καθημερινότητα θα ταράξει η άφιξη του Ολιβερ (Αρμι Χάμερ), ενός ωραίου Αμερικανού που έρχεται να δουλέψει ως βοηθός του ακαδημαϊκού πατέρα του. Η έλξη μεταξύ τους γίνεται σύντομα αισθητή και λειτουργεί σαν απαρχή για ένα αξέχαστο, γεμάτο φως, καλοκαίρι.

Στο «Ημερολόγιο φόνων» το βικτωριανό Λονδίνο γίνεται σκηνικό μιας σειράς από μυστηριώδεις δολοφονίες, οι οποίες αποδίδονται σε κάποιο μυθολογικό πλάσμα. Ο επιθεωρητής Τζον Κιλντέαρ (Μπιλ Νάι) αναλαμβάνει να λύσει την υπόθεση σε ένα θρίλερ επιτηδευμένης ατμόσφαιρας και κρυμμένων μυστικών.

Το «Τα αστέρια δεν πεθαίνουν στο Λίβερπουλ» περιγράφει την αληθινή ιστορία της εκκεντρικής ντίβας του Χόλιγουντ, Γκλόρια Γκράχαμ (Ανέτ Μπένινγκ) και του έρωτά της με τον πολύ νεότερο Βρετανό ηθοποιό Πίτερ Τέρνερ (Τζέιμι Μπελ). Το δίδυμο των πρωταγωνιστών αναπτύσσει την κατάλληλη χημεία, με την Ανέτ Μπένινγκ να είναι ως συνήθως εξαιρετική. Οι δε δημιουργοί του φιλμ (σκηνοθεσία: Πολ Μακ Γκίγκαν, σενάριο: Ματ Γκρίνχαλ) αφηγούνται με ευαισθησία την αληθινή ιστορία, ωστόσο δεν αποφεύγουν κάποιες αφηγηματικές επαναλήψεις και μελοδραματισμούς που «βαραίνουν» αχρείαστα το σύνολο.

Πηγή: kathimerini.gr