Η συγγραφή για σας είναι εσωτερική ανάγκη να μοιραστείτε κάποιες σκέψεις ή και ιδέες σας με τους αναγνώστες, να περάσετε στον κόσμο κάποια μηνύματα δηλαδή, ή απλά να εκφραστείτε;

Το γράψιμο είναι μάλλον μια ανάγκη έκφρασης για μένα, ή καλύτερα μια διαδικασία ανακάλυψης. Γράφοντας ανακαλύπτω σκέψεις, ιδέες, μνήμες ‒ πράγματα που μπορεί να ξέρω κατά βάθος, που αν όμως δεν τα διατυπώσω σε γραπτό λόγο, είναι σαν να μην υπάρχουν, παραμένουν ρευστά και ασαφή.  Γράφοντας επίσης ανακαλύπτω πράγματα καινούργια ‒ θέματα που έχω ερευνήσει, τόπους, ζωές, χαρακτήρες ανθρώπων. Τα λόγια δίνουν υπόσταση στα πράγματα και ανοίγουν τους ορίζοντές μου.

Τίτλος με δύο λέξεις διαμετρικά αντίθετες. Ποιο ήταν το ερέθισμά σας για να γράψετε το «Έγκλημα στον Παράδεισο». Μυθοπλασία που στηρίχτηκε σε πραγματικό γεγονός ή ένα φανταστικό γεγονός που θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί οπουδήποτε, ακόμα και στον Παράδεισο;

Το βασικό ερέθισμα για τη γραφή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος ήταν η ανάγκη μου να «ξεκουραστώ», να γράψω κάτι τελείως διαφορετικό μετά την μακριά περίοδο συναισθηματικής φόρτισης που βίωσα γράφοντας το προηγούμενό μου μυθιστόρημα, το «Δέκα ζωές σε μία», που αναφερόταν στη ζωή του πατέρα μου. Μαζί με την ιδέα του αστυνομικού, ήρθε και ο «Παράδεισος», το όνομα του χωριού όπου εξαρχής είχα αποφασίσει πως θα τοποθετούσα τη δράση. Ο τόπος ήταν σημαντικός. Φανταστικό χωριό μεν, αλλά με πρότυπο το Μέτσοβο που πάντα με εμπνέει. Η δράση πάλι, τα εγκλήματα και οι ήρωες του βιβλίου είναι 100% μυθοπλασία. Αλλά επειδή τίποτα δεν προκύπτει από παρθενογένεση, σίγουρα θα δανείστηκα, συνειδητά ή ασυνείδητα, γεγονότα ή καταστάσεις που έχω ζήσει και στην πραγματική ζωή.

Έχετε μια πλούσια δράση σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς. Είστε συγγραφέας, έχετε τη διεύθυνση της Πινακοθήκης Αβέρωφ, ασχολείστε και με την οινοπαραγωγή. Με ποια ιδιότητά σας συστήνεστε;

Συστήνομαι ως συγγραφέας, εκτός όταν βρίσκομαι στην Πινακοθήκη, οπότε φοράω το καπέλο της προέδρου Δ.Σ. Καμιά φορά συστήνομαι και ως ψυχολόγος, αν και δεν ασκώ πια το επάγγελμα. Όπως βλέπετε, υπάρχει πλήρης διάσπαση… Με την οινοπαραγωγή ασχολούνται αποκλειστικά ο σύζυγος και ο γιος μου.

Ξεκινήσατε την επαγγελματική σας ζωή ως σχολική ψυχολόγος. Μπορείτε να κάνετε μια εκτίμηση της συμπεριφοράς των παιδιών εκείνης της εποχής και των παιδιών του σήμερα δεδομένου ότι έχουν μπει στη ζωή μας καινούριες έννοιες όπως ο σχολικός εκφοβισμός ή η εξάρτηση από το διαδίκτυο.

Πιο δύσκολα είναι σήμερα τα πράγματα, χωρίς αμφιβολία. Τα παιδιά έχουν περισσότερα ερεθίσματα, περισσότερες ευκαιρίες αλλά και κινδύνους, περισσότερη διάσπαση που είναι εν δυνάμει χαοτική. Και η γενική κατάσταση δεν βοηθάει, ούτε και το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Το βάρος πέφτει στην οικογένεια και στους μεμονωμένους εκπαιδευτικούς. Χρειάζεται περισσότερος κόπος και ηρωισμός από τους ενήλικες για να μην ξεφύγουν τα πράγματα. Όταν όμως ο γονιός και ο εκπαιδευτικός είναι κοντά στο παιδί και ταγμένος στο έργο του, πιστεύω ότι τα σημερινά παιδιά βγαίνουν δυνατότερα και εξυπνότερα από τις παλιότερες γενιές.

Οι «επώνυμοι» άνθρωποι που κουβαλούν στην πλάτη τους ένα όνομα –  όπως και εσείς – έχουν πιο εύκολη ζωή, αναγνωρίζονται πιο εύκολα επαγγελματικά και αποκαθίστανται πιο εύκολα επαγγελματικά. Ωστόσο θα πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν ότι δεν είναι κατώτεροι του ονόματος που φέρουν. Δημιούργησε ένα άγχος αυτό στη ζωή σας;

Θα έλεγα μάλλον πως δημιούργησε ένα μπέρδεμα. Η ταυτότητα ενός παιδιού κτίζεται σιγά σιγά μέσα από το καθρέφτισμα και την επαφή του με τους άλλους. Όταν δέχεσαι αντιφατικές πληροφορίες από τον έξω κόσμο (λόγω του ονόματός σου και των πολιτικών πεποιθήσεων του καθένα), θέλει περισσότερο κόπο για να βγάλεις άκρη ποιος είσαι εσύ, ποιος είναι ο άλλος. Άρα μπέρδεμα, φόβος πολλές φορές, θλίψη ή αυτο-αμφισβήτηση. Χρειάζεται να κτίσεις μια πιο στέρεα ταυτότητα, πράγμα που θέλει χρόνο και πείσμα, ώστε να μην επηρεάζεσαι (τόσο) από όλα αυτά.

Έχετε σπουδάσει και χορό. Μιλήστε μας λίγο γι΄ αυτό.

Ο χορός ήταν ο μεγάλος μου έρωτας και το καταφύγιό μου από μικρή. Τελειώνοντας το λύκειο απέκτησα το επαγγελματικό δίπλωμα καθηγήτριας χορού του Υπουργείου Πολιτισμού και έφυγα για σπουδές στη Ballet Rambert στο Λονδίνο. Κάποια στιγμή τα παράτησα γιατί είδα πως δεν ήμουν το μεγάλο ταλέντο ώστε να μπορώ να κάνω διεθνή καριέρα όπως ονειρευόμουν, και δεν με ενδιέφερε να δουλέψω ως καθηγήτρια χορού.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι σας κέρδισε ο πολιτισμός και σας άφησε αδιάφορη η πολιτική;

Απολύτως!

Σε μια υπερκορεσμένη λογοτεχνική εποχή, πόσο δύσκολο είναι να αναδειχθεί ένα καλό βιβλίο, δεδομένου ότι τα κριτήρια των εκδοτών είναι κυρίως εμπορικά;

Είναι πολύ δύσκολο. Έχουν αλλάξει ριζικά τα πράγματα από το 2000 που εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα. Σήμερα κανείς δεν παίρνει το ρίσκο να εκδώσει έναν νέο και άγνωστο συγγραφέα εκτός κι αν πιστέψει πως κρατάει στα χέρια του το νέο εκδοτικό μπεστ σέλλερ ή το αριστούργημα που θα σαρώσει όλα τα βραβεία. Ακόμα πιο δύσκολα αν πρόκειται για διήγημα ή νουβέλα, όπως και ποίηση βέβαια. Εκεί χρειάζεται συνήθως να πληρώσει ο συγγραφέας για να γίνει δεκτός. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι μικροί ποιοτικοί οίκοι που εκδίδουν διηγήματα, αλλά είναι η εξαίρεση, οπότε τα κριτήρια για την έκδοση γίνονται ακόμα πιο απαιτητικά.

Διαβάζετε τα βιβλία σας μετά την έκδοσή τους;

Όχι ποτέ. Όταν φύγει από μένα ένα βιβλίο, το μυαλό μου τρέχει ήδη στο επόμενο. Άλλωστε φοβάμαι πως αν το ξαναπιάσω στα χέρια μου, θα θέλω να το ξαναγράψω.

Η Τατιάνα Αβέρωφ γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα. Σπούδασε ψυχολογία στην Αθήνα και στο Λονδίνο και εργάστηκε είκοσι χρόνια ως ψυχολόγος. Σήμερα διευθύνει την Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο, διδάσκει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και εξοικονομεί όσο περισσότερο χρόνο μπορεί για να γράφει. Έχει εκδώσει δύο βιβλία για την εκπαίδευση και τα μυθιστορήματα «Το Ξέφωτο» (2000), «Αύγουστος» (2002), «Ανοιχτή Γραμμή» (2005), «Θράσος» (2009), «Δέκα ζωές σε μία» (2014) και «Έγκλημα στον Παράδεισο» (2017).