Πολλοί θεωρούν πως το διήγημα είναι μια εύκολη διαδικασία σε σχέση με το μυθιστόρημα και είναι και αυτοί που πιστεύουν πως η σπουδαιότητα του λογοτεχνικού έργου δε συνδέεται με τον όγκο. Τι είναι για σας το διήγημα; Πιστεύετε πως η περιεκτικότητα ενός κειμένου είναι σημαντικότερη από την ανάλυσή του;

Για μένα το διήγημα έχει την γοητεία της χαμηλόφωνης και ταπεινής περιεκτικότητας. Ο πλατειασμός αποκλείεται εξ ορισμού. Τα διηγήματα έχουν μια πλοκή, συμβαίνουν συνήθως σε μικρή χρονική περίοδο, έχουν μικρό αριθμών χαραχτήρων. Όλα αυτά όμως δεν καθιστούν το διήγημα πιο εύκολο. Μπορεί να μην έχει την πολύπλοκη δομή του μυθιστορήματος, έχει όμως μια δυνατή κλιμάκωση. Κάποιες φορές τελειώνει όπως τελειώνει ένα τραγούδι σ΄ ένα απότομο ανοικτό τέλος. Η μπαγκέτα του μαέστρου κατεβαίνει, το μουσικό κομμάτι παύει. Έτσι και ένα διήγημα μπορεί να σταματήσει μ΄ ένα δυνατό ανοικτό τέλος που αφήνει τον αναγνώστη ελεύθερο να ονειρευτεί το δικό του τέλος, να νοσταλγήσει, με κάποιον δικό του τρόπο, να φτιάξει σχέση με το διήγημα. Να μην ξεχνάμε πως η ανάγνωση είναι βιωματική διαδικασία. Ο συγγραφέας ψάχνει τον ιδανικό αναγνώστη και ο αναγνώστης ψάχνει τον ιδανικό συγγραφέα. Δεν θεωρώ λοιπόν πως η  ανάλυση υπερτερεί της  περιεκτικότητας όπως ούτε το αντίστροφο. Το θέμα είναι να γράφονται καλά μυθιστορήματα και καλά διηγήματα. Κάτι που δεν είναι εύκολο γιατί απαιτεί χρόνο και αφοσίωση. Απαιτεί αφηγηματική δεινότητα, συνεχή προσπάθεια, τριβή με τα μεγάλα έργα, μελέτη.

«Μεγάλη ανοησία να καβγαδίζεις μ΄ ένα σύννεφο όταν τυχαίνει να είσαι ο ήλιος», γράφετε στο βιβλίο σας «ΙΩΔΙΟ». Μήπως όμως ακόμα κι αν είσαι ο ήλιος έχεις την ανάγκη να δεις λίγο και τη χρησιμότητα του σύννεφου; Μας αναλύετε λίγο τη φράση αυτή;

Στην πραγματικότητα μπροστά στις δυσκολίες της ζωής αυτό που μας απασχολεί είναι πως θα τις βιώσουμε, πως θα τις αντιμετωπίσουμε, αν θα καταφέρουμε να διαχειρισθούμε σωστά όλα τα δεδομένα.  Σύννεφα υπάρχουν πάντα. Το σημαντικό είναι πώς κοιτάμε εμείς τις δυσκολίες.  Είμαστε τα μόνιμα θύματα; Οι μοιραίοι αποδέκτες των αρνητικών γεγονότων; Δεν έχουμε καμιά άλλη διέξοδο εκτός από το να ξεχνούμε τα θέλω μας και να ακολουθούμε τα διάφορα αδιαπραγμάτευτα πρέπει; Έχει κόστος μια τέτοια στάση ζωής. Να μην ξεχνάμε πως εμείς οι άνθρωποι πάσχουμε από νευρώσεις. Στη βάση των νευρώσεών μας υπάρχει η αμφιθυμία μας. Θέλουμε και δεν θέλουμε το ίδιο πράγμα. Αντιμαχόμαστε και σαμποτάρουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Χτίζουμε τοίχους άμυνας προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το άγχος που μας προκαλούν τα ίδια μας τα συναισθήματα. Πόσο δύσκολο είναι από μόνο του αυτό; Πολύ θα έλεγα. Κι όμως προχωρούμε σε ενίσχυση των τοίχων. Ενισχύουμε τις άμυνες μας και ζούμε μια ζωή εντός των τοίχων. Δεν υπάρχει μοίρα. Η μοίρα είναι στα χέρια μας. Δεν εννοώ πως ο άνθρωπος είναι άτρωτος. Είναι όμως πολύ δυνατός. Έχει μέσα του τεράστια  δύναμη μόνο που δεν την ξέρει. Το ζητούμενο είναι να ξέρει τι κάνει και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Αξίζει να μπορούμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας απ΄έξω σαν να είμαστε εξωτερικοί παρατηρητές. Τότε θα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ακόμα και τα σύννεφα προς όφελός μας. Τα σύννεφα χρειάζονται ως εμπειρία, ως θέση θέασης ενός αρμονικού συνόλου αλλά όχι ως δικαίωση για τον άνθρωπο που δείλιασε να μιλήσει, να ψάξει, να γράψει, να καταβάλει προσπάθεια, να ζήσει όπως ήθελε.

Στο «ΙΩΔΙΟ», αναγνωρίζουμε τη μητέρα της Στέλλας, έχει στοιχεία από δικούς μας ανθρώπους, φίλους και συγγενείς και όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε και λίγο (ή και πολύ) από εμάς. Μέσα και από την κύρια δουλειά σας ως ψυχοθεραπεύτρια, πιστεύετε πως μπορούμε όντως να κάνουμε τόσο κακό στα παιδιά μας, με τη λογική ότι όσα κάνουμε τα κάνουμε για το καλό τους;

Να θυμηθούμε πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το ασυνείδητο και το συνειδητό κομμάτι του. Το ασυνείδητο είναι γεμάτο εγγραφές από το παρελθόν μας τις οποίες δεν θυμόμαστε, τις οποίες αγνοούμε γιατί τις απωθήσαμε προκειμένου να λυτρωθούμε από το βάρος τους. Αυτές οι εγγραφές είναι διανοητικές διαδικασίες οι οποίες δεν είναι προσιτές στο συνειδητό και οι οποίες επηρεάζουν την συμπεριφορά μας. Η λογική μας δεν είναι παρά ένα μικρό νησί από συνείδηση στον απέραντο ωκεανό του ασυνειδήτου.  Έτσι όταν κάνουμε κάτι, όταν βλάπτουμε κάποιον άλλο αγαπημένο μας άνθρωπο με τη συμπεριφορά μας, δεν έχουν οι πράξεις μας τις περισσότερες φορές συνειδητή πρόθεση. Μπορεί μια μητέρα με αντίστοιχες ασυνείδητες εγγραφές για πλήρη έλεγχο πάνω στο παιδί της, ή για ασυνείδητη δική της ανάγκη, να το βλάψει χωρίς να έχει πρόθεση. Είναι πολλοί γονείς που «χρησιμοποιούν» το παιδί τους προκειμένου να καλύψουν τις δικές τους συναισθηματικές ανάγκες. Κάτι που φυσικά δεν είναι προς όφελος του παιδιού.  Σε ολόκληρη τη ζωή μας μαθαίνουμε χιλιάδες πράγματα κι όμως για το τι συνιστά έναν καλό γονιό δεν μας μιλάει ποτέ και κανείς. Διεκπεραιωτικά, χειριστικά, ανώριμα κινούνται πολλές φορές οι ανατροφές των παιδιών μας. Το να είσαι μητέρα είναι ένα μακρινό ταξίδι σε αχαρτογράφητα νερά. Χρειάζεται η μητέρα να ξέρει στοιχειωδώς τον εαυτό της για να μην κάνει κακό αντί για καλό στο παιδί της. Πολλές φορές ακούω να λένε και εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε από μανάδες που δεν είχαν αυτογνωσία . Μου έρχεται να ρωτήσω τότε «Τι εννοείτε; Θεωρείτε πως τίποτα δεν θα είχατε αποφύγει;»  Ξέρετε, μάνα δεν είναι αυτή η γυναίκα που γεννά μόνο. Είναι ο άνθρωπος εκείνος, γυναίκα ή άντρας που ξέρει να αντέχει, να υποστηρίζει, να συγχωρεί. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που ξέρει να κοιτάει το μωρό του. Γιατί μέσα απ΄αυτό το βλέμμα, το παιδί θα δει για πρώτη φορά το πρόσωπο του. Μέσα σ΄αυτό το βλέμμα θα καθρεφτιστεί και θα μάθει αν είναι αξιαγάπητο ή μισητό που δεν του αξίζει τίποτα και για αυτό το λιγότερο που του μένει είναι να πνιγεί στην ενοχή. Όπως συμβαίνει και στη Στέλλα στο «Ιώδιο» τελικά.

Γράφετε κάπου πως «συνέπεσε να φθίνουν οι αξίες μας και να αδειάζουν οι τσέπες μας» και όντως έτσι είναι. Εκτιμάτε πως ο συνδυασμός αυτός έχει ταρακουνήσει λίγο τους ανθρώπους ή πορευόμαστε χώνοντας το κεφάλι μας στην άμμο, θεωρώντας έτσι πως αν δεν βλέπω το πρόβλημα, δεν υπάρχει;

Σαν ευχή θα ήθελα εδώ να τοποθετηθώ καλύτερα γιατί δεν θα μπορούσα με τίποτα να ηθικοποιήσω τη κρίση και να προσπαθήσω να βγάλω συμπεράσματα μέσα σε χρόνους όπου είδαμε τόσους ανθρώπους να πέφτουν. Νομίζω πως δεν έχουμε πάψει να κρύβουμε το κεφάλι μας μέσα στην άμμο. Πως ακόμα αδυνατούμε να σταθούμε οπαδοί της πραγματικής ζωής και του πραγματικού χρόνου και όχι του κέρδους και της ουτοπίας. Προσπαθούμε ίσως να γίνουμε, αλλά δεν είμαστε ακόμα άνθρωποι που ήρθαν σ΄ αυτόν τον κόσμο, όχι σαν χειροκροτητές που κουνούν σημαίες τυφλά χωρίς να καταλαβαίνουν, αλλά  που ήρθαν για να φωτίσουν με ομορφιά τα σκοτάδια, με αξιοπρέπεια, με αγάπη, με ανθρωπιά. Άνθρωποι που δεν μεγαλώνουν τα παιδιά τους σ΄ένα ροζ κουκούλι που αφορά μονάχα την ματαιοδοξία τους.  Άνθρωποι που βγαίνουν, ξεκολλούν από το σπίτι τους για να δώσουν μια απάντηση σ΄ αυτό που ορθώνεται μπροστά τους ακόμα και με τη μορφή μοίρας.  Μπορεί να χρειάζονται γενιές για να γίνει μια τέτοια εξέγερση αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς.  Μοναξιά και ναρκισσισμός υπήρχαν πάντα. Μόνο που θα περίμενε κανείς η εξαθλίωση να μας έκανε σε πιο γρήγορους ρυθμούς περισσότερο ανθρώπινους.

«Έχουμε πάψει να ρωτάμε και από το πρωί ως το βράδυ απαντάμε», γράφετε σε ένα διήγημά σας. Τόσο εγωιστές λοιπόν; Τι νομίζετε ότι φταίει;

Νομίζω πως οι περισσότεροι μιλάμε πάνω στον άλλο. Πριν τελειώσει τη φράση του, έχουμε πει την δική μας. Δεν μας αρέσει να ακούμε τι λέει ο άλλος. Ακροατήριο ψάχνουμε όχι συνομιλητή. Δεν είναι εγωισμός, είναι ναρκισσισμός.  Είμαστε περσόνες και ψάχνουμε κοινό, χειροκρότημα. Δεν ξέρουμε να δίνουμε μόνο να παίρνουμε. Ούτε στο σχολείο μαθαίνουμε να δίνουμε, ούτε στα σπίτια μας. Οι γονείς δεν ακούν τα παιδιά τους. Μονολογούν διδάσκοντας και ξεκινούν και τελειώνουν με μια στείρα σύγκριση με τον εαυτό τους στην αντίστοιχη ηλικία . Μόνο που ξεχνούν τα περισσότερα από την αντίστοιχη παιδική τους ηλικία.  Φυσικά όχι όλοι αλλά πολλοί. Λαλίστατοι ξερόλες, μιλάμε επί παντός επιστητού, αλλά συνήθως από την οπτική της βόλεψής μας. Πολλά φταίνε για αυτό, φταίει μεταξύ άλλων και η κλειστή δομή της ελληνικής κοινωνίας καθώς και της οικογένειας. Οι άλλοι, οι έξω από την οικογένεια βιώνονται από πολύ νωρίς ως πιθανές απειλές .Τους κοιτάμε με καχυποψία. Με τον έναν ή άλλον τρόπο απειλητικά βιώνουν και οι άλλοι λαοί τη διαφορετικότητα, δεν είναι μόνο ελληνικό προσόν η καχυποψία και ο ναρκισσισμός. Όμως εμείς φθάνουμε σε επίπεδα παράνοιας. Γινόμαστε παρανοϊκοί. Λέμε, μας ζηλεύουν γιατί είναι τεράστια η ιστορία μας, θέλουν να μας κάνουν κακό. Κολλημένοι στον εαυτοπλανήτη μας δεν ακούμε κανέναν άλλον έξω από τη δική μας φωνή.  Όσο ο άνθρωπος ωριμάζει τόσο έχει ανάγκη να δώσει και όχι μόνο να πάρει. Δεν θεωρεί τη χώρα του κέντρο της γης και τον εαυτό του κέντρο των προσδοκιών και των σχεδίων.  Στο πρόσωπο και στην εξέλιξη του συνανθρώπου του βλέπει τμήμα του δικού του εαυτού.

Δεν υπογράφετε τα βιβλία σας με ολόκληρο το όνομά σας εσκεμμένα; Θέλετε να κεντρίσετε τον αναγνώστη ώστε να σας ψάξει περισσότερο; Σκέφτεστε να το διατηρήσετε έτσι και σε μελλοντικές σας εκδόσεις; Ετοιμάζετε κάτι καινούριο;

Η ανάγκη να δημιουργήσω το μπλογκ και να να αρχίσω να γράφω τα βιβλία ήρθε με καταιγιστική ορμή και με κατέκλεισε. Σκεφθείτε πως τους τρεις πρώτους μήνες του μπλογκ είχα γράψει 104 κείμενα και τον δεύτερο χρόνο 262 που σημαίνει ένα κείμενο κάθε μιάμιση μέρα περίπου. Σε δεύτερη ανάγνωση κατάλαβα πως την κουβαλούσα και ωρίμαζε μέσα μου πολλά χρόνια. Για να πω την αλήθεια με τρόμαξε ο ίδιος μου ο εαυτός και το ψευδώνυμο δηλαδή το μισό όνομα που χρησιμοποιώ περισσότερο, είναι μια προσπάθεια να σταθώ παρατηρητής του εαυτού μου μέχρι να καταλάβω τι γίνεται, παρά οτιδήποτε άλλο. Τώρα γράφω το τρίτο βιβλίο μου. Είναι μυθιστόρημα αλλά αν και δεν είμαι σίγουρη νομίζω πως θα βγει με ολόκληρο το όνομα μου.

«Γυρνάς τη γη να βρεις πού δεν έχει κρίση να σταθείς», αναφέρετε κάπου. Ποια είναι η γνώμη σας; Υπάρχει τελικά μέρος της γης που δεν έχει κρίση, οποιαδήποτε κρίση, όχι μόνο οικονομική;

Στην πραγματικότητα τα προβλήματα του ανθρώπου είναι οικουμενικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δίνουν δύσκολες μάχες για να ζήσουν κάτι απ΄αυτό που θα ήθελαν.  Σαν εφαρμογή έχουν χρεοκοπήσει τα πολιτικά συστήματα γιατί στρέφουν τον άνθρωπο μακριά από τις πραγματικές του ανάγκες. Και το να ονειρεύεται κανείς είναι ρίσκο υψηλού κινδύνου.   Ο ένας χρόνος διαδέχεται τον άλλο και μας μένει μόνο το «καλή χρονιά». Οικουμενικά ο άνθρωπος παραμένει με μικρό λόγο πάνω στις μίζερες εποχές που ζει. Κάποιοι τα καταφέρνουν πιο καλά και φτιάχνουν έναν δικό τους κόσμο μέσα στον  άλλον κόσμο. Είναι όμως λίγοι.

Πώς μπορούν να απορροφηθούν τόσα βιβλία σε περίοδο οικονομικής κρίσης δεδομένου ότι οι κυκλοφορίες των βιβλίων είναι τόσες πολλές, το αναγνωστικό κοινό συγκεκριμένο και η πίεση από τους εκδοτικούς οίκους για περισσότερες πωλήσεις αυξημένη;

Είναι πράγματι πολλά τα βιβλία που εκδίδονται και πολύ μικρό το κοινό που διαβάζει για να τα απορροφήσει . Όμως αυτός δεν είναι λόγος για να μην γράφει κάποιος ή να μην εκδίδονται βιβλία. Η συγγραφή, όπως και η ανάγνωση που είναι σαν την συγγραφή αποτελούν επαναστατικές πράξεις σε μια εποχή ιδιαίτερα καθηλωμένη στην αδράνεια και την σιωπή.

Η Αννίτα Λουδάρου είναι Ψυχαναλύτρια. Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ομαδικής Ανάλυσης και Οικογενειακής Θεραπείας . Τελειόφοιτη του τμήματος Ψυχολογίας του Ανοικτού Πανεπιστημίου Αγγλίας και μητέρα δύο κοριτσιών. Έχει γράψει δύο βιβλία, την νουβέλα «Ιώδιο», εκδόσεις Απόπειρα 2015 και την συλλογή μικρών αφηγήσεων «Τράνζιτ» εκδόσεις Απόπειρα, επίσης, 2014. Από το 2012 διατηρεί την προσωπική της ιστοσελίδα «Σκέψεις Ανν Λου» (ann-lou.blogspot.com) .