Ζήτημα που έρχεται και επανέρχεται στο προσκήνιο για να κρυφτεί η ταξική ουσία της φυλετικής καταπίεσης χαρακτήρισε ο βουλευτής του ΚΚΕ Μανώλης Συντυχάκης το θέμα της «ισόρροπης συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων», στη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Βουλής. Στη συνεδρίαση της Τρίτης 27/2, με το προαναφερόμενο θέμα, είχαν κληθεί εκπρόσωποι γυναικείων οργανώσεων, μεταξύ αυτών και η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας, που «φώτισε» το ζήτημα από τη σκοπιά των θέσεων του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος.

Στην τοποθέτησή του ο βουλευτής του ΚΚΕ σημείωσε τα εξής: «Η συζήτηση για τη συμμετοχή των γυναικών στα λεγόμενα κέντρα λήψης αποφάσεων, από τα Διοικητικά Συμβούλια των επιχειρήσεων μέχρι τα όργανα της κρατικής εξουσίας, εντάσσεται στην προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να διαμορφώσει μια γυναικεία πρωτοπορία η οποία θα περνάει τις αστικές αξίες και ιδέες στις γυναίκες της εργατικής τάξης και ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων. Προβάλλονται συστηματικά γυναίκες, από αστές πολιτικούς μέχρι επιχειρηματίες, καλλιεργώντας τη λογική της ενότητας στη βάση του φύλου, θολώνοντας κατά κάποιον τρόπο τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής».

Απάντησε ακόμα στην αντίληψη που βρίσκεται στον πυρήνα της σχετικής συζήτησης και παρουσιάζει ως αιτίες της ανισοτιμίας την πατριαρχική κοινωνία, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις σε βάρος των γυναικών. «Το γεγονός ότι οι λαθεμένες – κατά την άποψη του ΚΚΕ – αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο αναπαράγονται όχι μόνο μέσω της στάσης των εργοδοτών στους χώρους δουλειάς αλλά και μέσω της στάσης και συμπεριφοράς ανδρών σε όργανα του κράτους, μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, της Εκπαίδευσης, μέσα από τα θρησκευτικά δόγματα, δεν αναιρεί ότι η πηγή της γυναικείας ανισοτιμίας είναι η διαίρεση της κοινωνίας σε εκμεταλλευτές και σε όσους υφίστανται την εκμετάλλευση»,υπογράμμισε.

Η δύναμη του κινήματος εξαρτάται και από τη συμμετοχή των γυναικών

«Το πεδίο στο οποίο οι γυναίκες του καθημερινού μόχθου χρειάζεται να βάλουν τη σφραγίδα της συμμετοχής τους είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν οριοθετείται από τις επιδιώξεις των αστών και των επιτελείων τους, αλλά από το ταξικό τους συμφέρον», τόνισε ο βουλευτής του ΚΚΕ. Και πρόσθεσε: «Η δύναμη του κινήματος, και του γυναικείου κινήματος αλλά ευρύτερα του εργατικού – λαϊκού κινήματος, είναι στενά συνδεδεμένη με το πόσες γυναίκες αποφασίζουν να κάνουν το βήμα και να μπουν στον αγώνα, να οργανωθούν στο σωματείο τους, να πάρουν μέρος στην καθημερινή δράση, να βγουν στην απεργία, να αναδειχθούν οργανωτές της πάλης, με κριτήριο πάντα τις ανάγκες των ίδιων και των οικογενειών τους. Το βήμα αυτό δεν είναι εύκολο. Προσκρούει σε πάρα πολλές αντικειμενικές δυσκολίες, που με την ίδια την πολιτική των κυβερνήσεων διαχρονικά ενισχύονται. Πρέπει να ξεπεραστούν τα εμπόδια που θέτουν οι «ευέλικτες» εργασιακές σχέσεις, που επεκτείνονται και κυριαρχούν σε κλάδους όπου δουλεύουν κατά πλειοψηφία γυναίκες και κάνουν σχεδόν ακατόρθωτο τον προγραμματισμό της ζωής τους.

Πρέπει να ξεπεραστεί ο σκόπελος του περιορισμένου ελεύθερου χρόνου, της έλλειψης κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών για τη φροντίδα των μελών της οικογένειας, των παιδιών και των ηλικιωμένων, της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησής τους. Πρέπει να ξεπεραστούν ο φόβος της σύγκρουσης με την εργοδοσία και της απόλυσης, η απειλή της ανεργίας, η ιδεολογική επίθεση πως οι αγώνες δεν έχουν αποτελέσματα αλλά καθεμιά και καθένας πρέπει να προσανατολίζεται στην αναζήτηση ατομικών λύσεων. Κυρίως, χρειάζεται οι μισθωτές, οι αυτοαπασχολούμενες, οι αγρότισσες, οι άνεργες, οι νέες στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ να μην παραδώσουν τις δυνάμεις τους στην ηττοπάθεια, τη μοιρολατρία, το συμβιβασμό με τη μίζερη ζωή».

Φέρνοντας ένα παράδειγμα, αναφέρθηκε στην απόλυση εργαζόμενης από την επιχείρηση «Σαβοϊδάκης» στο Ηράκλειο Κρήτης, γιατί «τόλμησε» να αναδειχθεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου της, ενώ ακόμα μία εργαζόμενη απολύθηκε από την ίδια επιχείρηση, λίγο πριν συμπληρώσει ένα χρόνο στη δουλειά, ώστε να μην δικαιούται ούτε τα ψίχουλα της αποζημίωσης.

Ο Μ. Συντυχάκης μίλησε για την προσφορά της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στην ισοτιμία της γυναίκας, ενώ υπενθύμισε ότι «το ΚΚΕ, στην ιστορική του διαδρομή από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, έχει να επιδείξει χιλιάδες παραδείγματα γυναικών με πρωτοπόρα συμμετοχή στην ταξική πάλη, από τις απεργίες μέχρι ένα σωρό άλλους αγώνες, ακόμα και με το όπλο στο χέρι». Κάλεσε τις εργαζόμενες να αναρωτηθούν «ποιανού η συμμετοχή και σε ποια όργανα μπορεί να δώσει λύση στα

σημερινά αδιέξοδα, να διαμορφώσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για να ζήσουν με βάση τις δυνατότητες που προσφέρουν σήμερα η ανάπτυξη της επιστήμης, οι εφαρμογές της τεχνολογίας, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας».

Αγώνας για τη χειραφέτηση της γυναίκας από κάθε καταναγκασμό

«Οι αποφάσεις των κυβερνήσεων, της ΕΕ, για τη στήριξη των επιχειρηματικών κολοσσών, βλάπτουν σοβαρά τα δικαιώματα των γυναικών. Οχι μόνο δεν μπορούν να διευκολύνουν, αλλά αντίθετα συνεχώς χειροτερεύουν την καθημερινή ζωή της πλειοψηφίας των γυναικών», τόνισε η Αθηνά Λαζαρίδου, μέλος του προεδρείου της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ). Σημείωσε πως η δέσμευση για συγκεκριμένη ποσοστιαία συμμετοχή των γυναικών «δεν εξασφαλίζει ούτε τυπικά την προϋπόθεση για τη συμμετοχή και ανάδειξη των γυναικών από τις εργατικές – λαϊκές οικογένειες στη σύνθεση, για παράδειγμα, του ελληνικού Κοινοβουλίου», αφού δεν προσφέρει τίποτα στη μισθωτή, την ελευθεροεπαγγελματία, την αγρότισσα, που έχει απέναντί της «το σύγχρονο αντιλαϊκό οπλοστάσιο, με τα «ευέλικτα» και «σπαστά» ωράρια, με τις ελαστικές και «ευέλικτες» μορφές απασχόλησης, που δεν της αφήνουν καθόλου ελεύθερο χρόνο».

Σχολίασε ακόμα το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα 2016 – 2020» που έχει εκπονήσει η ΓΓΙΦ, με βάση το οποίο «η ισόρροπη κατά φύλο συμμετοχή στην εξουσία (…) είναι αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να λαμβάνονται υπόψιν τα ιδιαίτερα συμφέροντα των γυναικών». «Ποια είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα των γυναικών;», αναρωτήθηκε, και πρόσθεσε πως στα πονήματα της κυβέρνησης δεν γίνεται λόγος για τις ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες της γυναίκας και την κρατική ευθύνη για την κοινωνική προστασία της μητρότητας, του γυναικείου οργανισμού, «γιατί αυτές οι ανάγκες έχουν ισοπεδωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια με τον αντιλαϊκό οδοστρωτήρα των μνημονίων, των αλλεπάλληλων χτυπημάτων στα εργασιακά, ασφαλιστικά, κοινωνικά δικαιώματα, γυναικών και ανδρών. Γιατί ό,τι έπρεπε να αποτελεί κοινωνική υπόθεση, όπως η στήριξη της οικογένειας, ακόμα και οι συνθήκες υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, αποτελεί ατομική – οικογενειακή ευθύνη στη σύγχρονη εκμεταλλευτική κοινωνία».

Ανάμεσα σε άλλα, η εκπρόσωπος της ΟΓΕ σημείωσε: «Επιδίωξη είναι να κρυφτεί η πραγματική αιτία της ανισότητας των γυναικών, που βρίσκεται στη διαίρεση της κοινωνίας σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Παρουσιάζετε ως κυρίαρχη αιτία τις κοινωνικές αντιλήψεις και στερεότυπα για το ρόλο της γυναίκας, που επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Παρουσιάζετε το αποτέλεσμα ως αιτία του προβλήματος. Η συζήτηση για την άνοδο της συμμετοχής των γυναικών στα «κέντρα λήψης αποφάσεων» κατά τη γνώμη μας έχει στόχευση. Να διαμορφωθεί μια ελίτ γυναικών που θα στηρίζει ενεργητικά τον σημερινό ματωμένο δρόμο ανάπτυξης, αξιοποιώντας όπως λέτε ορισμένες ικανότητες της γυναίκας που αναπτύσσονται μέσα από τους πολλαπλούς ρόλους της. Ταυτόχρονα, αξιοποιείται ως όπλο στη χειραγώγηση των εργαζόμενων και άνεργων γυναικών, ιδιαίτερα των μισθωτών επιστημόνων, ώστε να στοιχίζονται πίσω από τα πρότυπα τέτοιων γυναικών, που αντικειμενικά εχθρεύονται τα εργατικά – λαϊκά συμφέροντα».

«Η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας, με του γυναικείους συλλόγους και ομάδες σε όλη την Ελλάδα, παλεύει για την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική και κοινωνική ζωή, για τη χειραφέτηση της γυναίκας από κάθε οικονομικό και κοινωνικό καταναγκασμό. Ενδιαφερόμαστε για την άνοδο της συμμετοχής των εργαζόμενων και άνεργων γυναικών, των αυτοαπασχολούμενων, των αγροτισσών, των φοιτητριών, στην κοινωνική και πολιτική ζωή, καθώς και στη δράση του ριζοσπαστικού γυναικείου κινήματος, γενικότερα του εργατικού – λαϊκού κινήματος», κατέληξε, καλώντας τις γυναίκες στην οργανωμένη, συλλογική, αγωνιστική διεκδίκηση, με πυξίδα τα σύγχρονα δικαιώματα «στην εργασία, στην κοινωνική προστασία της μητρότητας, στη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου».