Ο νομπελίστας Ούγγρος συγγραφέας Ιμρε Κέρτες (1929-2016) εκτοπίστηκε στην εφηβική ηλικία των 15 ετών (1944) στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης του Αουσβιτς και του Μπούχενβαλντ και επέζησε του Ολοκαυτώματος. Αργότερα έγραψε «Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο» (εκδ. Καστανιώτη) που δίχασε τη λογοτεχνική κριτική που το χαρακτήρισε αιρετικό,βλάσφημο,διαστροφικό.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγηματική βεντάλια ανοίγει με την εξιστόρηση της πριν τον εκτοπισμό ζωής του μαθητή Κέβες Γκιόργκι,κορυφώνεται με τις λεπτομερείς και ρεαλιστικές περιγραφές των στρατοπέδων και τελειώνει,κλείνει με την επιστροφή στην Ουγγαρία.

Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, ο αφηγητής της ιστορίας (Κέβες Γκιόργκι) αναφέρεται στον επικείμενο εκτοπισμό του πατέρα του, τις σχέσεις με τη μητέρα του και τη μητριά του, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.Παραθέτω: «H μητριά μου είχε μια λεπτομερέστατη λίστα με όλα όσα θα χρειαζόταν ο πατέρας στο στρατόπεδο εργασίας»(…) «Και τότε αποχαιρέτησα κι εγώ τον πατέρα.Ή μάλλον εκείνος με αποχαιρέτησε.Σε γενικές γραμμές μου είπε κι εκείνος για τις ευθύνες μου και την ενηλικίωσή μου σχεδόν ό,τι μου είχε ήδη πει και ο θείος Λάγιος το απόγευμα,χωρίς Θεό όμως,όχι με τόσο όμορφα λόγια και πολύ πιο σύντομα».

Επειτα συλλαμβάνεται και ο ίδιος μαζί με συμμαθητές του και μεταφέρεται στο Αουσβιτς αρχικά όπου με λεπτομερείς και εκτενείς περιγραφές καταγράφεται η καθημερινή ζωή των στρατοπέδων:»Kι έπειτα οδηγήθηκαν στα λουτρά, όπου απ’ ό,τι άκουσα υπήρχαν ίδιοι σωλήνες και ίδιες ντουζιέρες, μόνο που από τους σωλήνες αυτούς δεν έβγαινε νερό αλλά αέριο».(…)»Ολόγυρά μου ο κόσμος ψιθύριζε,μουρμούριζε και επαναλάμβανε:»τα κρεματόρια!» μάλλον όμως με την έκπληξη θα έλεγα που προκαλεί ένα φυσικό φαινόμενο».Ολα αυτά όμως με έναν τρόπο φυσικό, απαθή, αφελή και εδώ ακριβώς έγκειται το βλάσφημο και αιρετικό του μυθιστορήματος.

Με την επιστροφή του στην Ουγγαρία, συναντά τους οικείους του και έναν δημοσιογράφο που του αποκαλύπτει τις μύχιες σκέψεις του για τις βιωματικές του εμπειρίες, κάνει συλλογισμούς για τη μνήμη, τη νοσταλγία, τον χρόνο, την προσπάθειά του για τη νοητική του «απελευθέρωση» από τις τραυματικές του εμπειρίες και συμπερασματικά καταλήγει:»όταν υπάρχει μοίρα, τότε η ελευθερία είναι αδύνατη:όταν όμως υπάρχει ελευθερία, θα πει ότι η μοίρα είμαστε εμείς οι ίδιοι».

Η μισανθρωπία, η βία, η απαξίωση και ο ευτελισμός της ανθρώπινης προσωπικότητας και αξιοπρέπειας που καταγράφονται, σε συνδυασμό με τις σοκαριστικές περιγραφές που ενδελεχώς αναλύονται,καθιστούν το βιβλίο του Κέρτες έναν ανθρωπογεωγραφικό και σημειολογικό χάρτη των στρατοπέδων του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, με τον ίδιο να βάζει την προσωπική του σφραγίδα στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα.

Γιώργος Διαμάντης