Η πρώτη φωτογραφία που αγόρασε ο Μιχάλης Τσάγκαρης σε δημοπρασία, στη Νέα Υόρκη, δείχνει δύο Μεξικανούς κρεμασμένους σε δέντρο, το 1870. Ηταν η εποχή του «νόμου του Λιντς», όπως λεγόταν κατ’ ευφημισμόν η συνοπτική διαδικασία με την οποία λιντσαρίστηκαν χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς δίκη, στις ΗΠΑ. Μαύροι οι περισσότεροι και μετά εγκληματίες ή ένοχοι αδικημάτων, όπως η κλοπή αλόγων από τους δύο Μεξικανούς.

Γιατί αγόρασε τη φωτογραφία; «Αυτό που με τράβηξε είναι ότι μετά πούλησαν το σχοινί των κρεμασμένων σε ανθρώπους που το αγόρασαν για γούρι. Με τρομάζουν η βία και τέτοιες συμπεριφορές», λέει ο κ. Τσάγκαρης, ο μεγαλύτερος συλλέκτης φωτογραφιών στη χώρα μας, όχι μόνο αριθμητικά αλλά, κυρίως, επειδή έχει συγκεντρώσει θησαυρούς από τους σπουδαιότερους πρώιμους φωτογράφους. Αυτό λένε οι άλλοι δύο μεγάλοι συλλέκτες: ο Νίκος Πολίτης, τον οποίο ήδη παρουσίασε η «Κ», και ο Νίκος Ε. Τόλης, που θα ακολουθήσει. Φωτογραφίες από τα πολύτιμα αρχεία των τριών συλλεκτών εμπλουτίζουν το ιστορικό λεύκωμα «Ελλάδα 20ός αιώνας», που εκδίδει η εφημερίδα κάθε μήνα.


Η Ισιδώρα Ντάνκαν, η διάσημη Αμερικανίδα χορεύτρια που εμπνεύστηκε από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Φωτογραφία των αρχών του 20ού αιώνα.

Απίστευτο είναι το θεματικό εύρος της συλλογής που άρχισε να συστήνει ο κ. Τσάγκαρης από το 1970. Οι σπάνιες δαγκεροτυπίες του είναι από τις παλαιότερες που διαθέτει Ελληνας συλλέκτης, με πρωιμότερη μία του 1842 που απεικονίζει τον λόφο του Φιλοπάππου. Κουτιά ολόκληρα είναι οι φωτογραφίες των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στις πέραν του Ατλαντικού νέες πατρίδες. «Νοίκιαζαν ένα κοστούμι ή έβαζαν τα καλά τους, αν είχαν, πήγαιναν σε ένα φωτογραφείο και έστελναν τη φωτογραφία στους δικούς τους, στην Ελλάδα, να τους καθησυχάσουν ότι ευημερούν», λέει ο συλλέκτης.


Γυμνό, φωτογραφία του Δημητρίου Γαζιάδη, τέλη του Μεσοπολέμου.

Ιδιαίτερα πλούσια είναι η συλλογή σε θέματα πολέμου. Μακεδονομάχοι, ολόκληρο άλμπουμ από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ένα δεύτερο με τα ρυμουλκούμενα από μουλάρια πυροβόλα Σνάιντερ-Δαγκλή. Η μεγαλύτερη συλλογή από την Ελλάδα στην Κατοχή, με ένστολους Γερμανούς και ένα άλμπουμ της ελληνικής αστυνομίας με σκελετωμένα παιδιά και νεκρούς της πείνας του 1941 στην Αθήνα. «Απορίας άξιον πώς έγινε εκείνη η φωτογράφιση, αφού κάτι τέτοιο απαγορευόταν με ποινή θανάτου», υπογραμμίζει ο συλλέκτης, προσθέτοντας ότι το εν λόγω άλμπουμ «υπήρξε η βάση για δεκαπέντε βιβλία ιστορίας». Ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχουν τα πιο απίθανα θέματα που μπορεί να φανταστεί κανείς, όπως φωτογραφίες ποινικών κρατουμένων. «Ο Ανδρέας στην Τίρυνθα», διαβάσαμε στην πίσω πλευρά μιας φωτογραφίας, με ημερομηνία 19/10/1933. «Ενθύμιο για τους καλούς φίλους της δυστυχίας διά να θυμούνται τη βασανισμένη ζωή. Και όποιος δεν έχει μυαλό, αυτά παθαίνει».


Από το Στρατοδικείο που καταδίκασε βενιζελικούς για συμμετοχή στο κίνημα του 1935. Εξ αριστερών, οι Τσιγάντες, Στεφανάκος και Τριανταφυλλίδης.

Η διαδρομή του

Ενα κοσμοπολίτικο παραμύθι είναι η ζωή του Μιχάλη Τσάγκαρη. Το σόι του πατέρα του, μηχανικοί και καπετάνιοι, κρατάει από τα Καρδάμυλα της Χίου. Το σόι της μητέρας του ήταν Γαλλοϊσπανοί, με πρώτο πρόγονο στην Αμερική έναν γιατρό από τη Χάβρη, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Νέα Ορλεάνη με τους Γάλλους που την ίδρυσαν, το 1718.

Ο ίδιος γεννήθηκε στο Λονγκ Αϊλαντ, κοντά στο Μανχάταν, το 1950. Τα τέσσερα από τα οκτώ πρώτα χρόνια της ζωής του βρέθηκε εγκατεστημένος με την οικογένειά του στο Ναγκασάκι και μετά στο Τόκιο, όπου ο πατέρας του, μηχανικός και καπετάνιος, εργαζόταν για την επισκευή ναυπηγείων. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα, σε καναδέζικο σχολείο με ιερείς. Εκεί, σκάβοντας στην αυλή του σπιτιού του, βρήκε ένα κιούπι με νομίσματα, το πρώτο ερέθισμα του μελλοντικού συλλέκτη.


Κορυτσά, 22 Νοεμβρίου 1940. Ελληνες στρατιώτες στον εξώστη του δημαρχείου της πόλης, μετά την κατάληψή της από τον ελληνικό στρατό.

Από την Ιαπωνία απέπλευσε το πλοίο που έφερε τον οκτάχρονο Μιχάλη για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Στην Αθήνα μαθήτευσε στη Λεόντειο Σχολή και στο Κολλέγιο Αθηνών. Το 1968 έφυγε στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε στο School of Visual Arts. Ταυτόχρονα δούλευε στην αντικερί ενός Ρώσου, ο οποίος δεν έβρισκε δουλειά ως φωτογράφος λόγω φρονημάτων και λόγω πατρός αναρχοκομμουνιστή, που είχε καταφύγει στην Αμερική μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Τακτικός πελάτης τους ήταν ο Αντι Γουόρχολ. «Ερχόταν συχνά με το “αντουράζ” του και όλο κάτι έβρισκε να αγοράσει». Τότε άρχισαν οι εξορμήσεις του κ. Τσάγκαρη στη μεγάλη υπαίθρια αγορά της 6ης Λεωφόρου. Με μεγαλύτερη άνεση στη συνέχεια, όταν άρχισε να εργάζεται ως σύμβουλος ναυτιλιακών θεμάτων, πρώτα στην Αμερική και μετά στην οικογενειακή επιχείρηση στον Πειραιά.

Ποια ήταν τα κριτήρια για τη σύσταση της συλλογής του; «Αγαπώ την ιστορία, με ιντριγκάρουν τα παράδοξα, η παρανομία, το χιούμορ. Για παράδειγμα, μάζευα φωτογραφίες ποινικών κρατουμένων και μικρά εργόχειρα που πουλούσαν για χαρτζιλίκι γιατί έβλεπα την προσπάθειά τους, αλλά και τη δυνατότητα που τους έδινε το κράτος να απασχολούνται με κάτι, για να μην τρελαθούν. Στην Αμερική κάτι τέτοιο αποτελούσε παλαιότερα εξαίρεση. Εχω μία φωτογραφία με τους ληστές του Δήλεσι, όχι τη γνωστή του Ξενοφώντα Βάθη, με τα κεφάλια να κρέμονται. Μία άλλη, πριν από την εκτέλεσή τους, με τον έναν ληστή να τον σέρνουν τραυματισμένο. Ληστές έχω πολλούς, από διάφορες εποχές. Τελευταία, χρονολογικά, είναι η φωτογραφία ενός ληστή, του 1962, ο οποίος παραδόθηκε μετά από 40 χρόνια δράσης, λέγοντας “κουράστηκα, τα κόκαλά μου πονάνε, δεν μπορώ πια τα βουνά”».


Η διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιός Τζέιν Μάνσφιλντ ποζάρει στην Ακρόπολη. Φωτογραφία των Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ, 1957.

Ποια είναι τα σπάνια αποκτήματα του συλλέκτη μας; Ο ίδιος αναφέρει ένα άλμπουμ του Αύγουστου Κόλλα, του «δεύτερου» καλού φωτογράφου της Κέρκυρας, μετά τον Χαράλαμπο Βιτουλαδίτη, περί το 1850 και μετά. Ηταν η εποχή της δαγκεροτυπίας και της αλμπουμίνας. Στο λεύκωμα υπάρχουν πορτρέτα, μεταξύ των οποίων του Νικολάου Μάντζαρου, του συνθέτη του εθνικού μας ύμνου, του Βρετανού βικτωριανού ζωγράφου Εντουαρντ Λιρ, αλλά και του Δαυίδ Πατσίφικο. Ηταν ο τυχοδιώκτης Εβραίος που εγκαταστάθηκε ως πρόξενος της Πορτογαλίας στην Αθήνα το 1837 και πρωταγωνιστής της «Υπόθεσης Πατσίφικο» που οδήγησε στον ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας από τον πανίσχυρο αγγλικό στόλο, το 1850. Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η φωτογραφία με τους πληρεξούσιους του Ιόνιου Κοινοβουλίου που υπέγραψαν την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (1863).

Οι καρτ ποστάλ

Μεγάλη αδυναμία είχε ο κ. Τσάγκαρης και στις καρτ ποστάλ, που υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικές μια ολόκληρη εποχή. «Πρόσφατα άκουσα ότι μόνο οι Γάλλοι στρατιώτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έστειλαν 12 εκατ. καρτ ποστάλ», υπογραμμίζει. Η συλλογή του περιλαμβάνει επίσης τους Ελληνες βασιλείς, επιφανείς οικογένειες, πλοία, παλιά μπαλκόνια, όταν οι Αθηναίοι συγκεντρώνονταν εκεί για να διασκεδάσουν, φωτογραφίες διάσημων ξένων ηθοποιών, την κοσμική Αθήνα, γυμνά κ.ά. Ενδεικτικές της αγάπης του για το χιούμορ είναι οι φωτογραφίες του Νικολά Μπίρκου. «Ηταν λίγο απατεωνίσκος, αλλά είχε προχωρημένο χιούμορ για τις αρχές του 20ού αιώνα. Φωτογράφιζε τους ανθρώπους από πίσω. Βλέπεις μόνο πλάτη και καπέλο».


Ο αποσπασματάρχης Παπαδάκης με τον συλληφθέντα λήσταρχο Παπαδήμα.

Παρά τις πολλές καταβολές του, όταν ρωτήσαμε τον συλλέκτη μας τι νιώθει, απάντησε: Χιώτης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τίμησε το νησί του με την εκπληκτική έκδοση «Μιχάλης Γ. Τσάγκαρης – Αλκης Ξ. Ξανθάκης, Χίος – 100 χρόνια φωτογραφίας», εκδ. Σύνολο. Τις σπάνιες φωτογραφίες, τραβηγμένες από το 1850 έως το 1950, υπογράφουν 25 φωτογράφοι. Ανάμεσά τους οι Φ. Μαργαρίτης, Α. Μπαχάς, Α. Σκλαβούνος, Π. Μωραΐτης, αλλά και ο Αλή Σαμή Μπέη. «Ηταν ο ήρωάς μου», λέει ο συλλέκτης μας για τον τελευταίο, «επίσημο φωτογράφο του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ B΄ και οπλαρχηγό που πολέμησε μαζί με τον ελληνικό στρατό εναντίον των Νεότουρκων στη Μικρασιατική Εκστρατεία».

Ευπατρίδης, άνθρωπος χαριτωμένος και με χιούμορ, ο Μιχάλης Τσάγκαρης κατέχει αναμφισβήτητα την πολυτιμότερη συλλογή φωτογραφιών στην Ελλάδα, με χρονικό εύρος 130 χρόνια, και μία από τις καλύτερες παγκοσμίως. Οι θησαυροί του τροφοδότησαν δύο εξαιρετικές εκδόσεις, δεν αξιοποιήθηκαν όσο τους άξιζε από τα αρμόδια φωτογραφικά ιδρύματα ή τους εκδότες έως σήμερα, διατέθηκαν όμως με γενναιοδωρία από τον συλλέκτη για πολλά δημοσιεύματα και ιστορική έρευνα.

Πηγή: kathimerini.gr