Η πλατεία υπήρξε πάντα ένα σημείο ανατροφοδότησης της ζωής μέσα στους μικρούς ή μεγάλους οικισμούς. Ο περίπατος, οι συζητήσεις στα παγκάκια, τα παιδιά που έτρεχαν πάνω κάτω, το σιντριβάνι στο κέντρο, αποτελούσαν την ψυχή της πλατείας που είχε σχεδιαστεί να χωρά μέσα της τη δημόσια ζωή του τόπου.

Αυτά τα τιμημένα μέρη από γενιές και γενιές ανθρώπων έχουν αρχίσει να μετασχηματίζονται τα τελευταία χρόνια για να χωρέσουν τη νέα δημόσια ζωή, η οποία δεν καθορίζεται πλέον σε πολλές περιπτώσεις ως μια θέση για τους ανθρώπους, αλλά ως μία θέση για τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους.

Η ανάπτυξη των πόλεων αλλά και των χωριών, δημιούργησε ένα κενό στο φυσικό τοπίο της πλατείας. Έτσι στις μεγάλες πόλεις η κατασκευή υπόγειων χώρων στάθμευσης ακύρωσαν τον ορισμό της πλατείας και το δυναμικό των χώρων αυτών. Το κενό κάτω από τις πλατείες έδιωξε τα δέντρα και τα φυτά, η θέα των σιντριβανιών έπαψε να αποτελεί πόλο έλξης, οι φωνές των παιδιών σώπασαν κάτω από το φορτωμένο πρόγραμμά τους και τις οθόνες, με λίγα λόγια η πλατεία δεν έχει πια ζήτηση.

Η νοσταλγία για τις πλατείες που ξέραμε και τις πλατείες που είναι σήμερα, δεν αναγνωρίζει τον παράγοντα εξέλιξη και ανάπτυξη με ότι αυτό συνεπάγεται και δεν εντοπίζει τις διαφορές που είχε η εμπλοκή μας με τη ζωή της πλατείας τότε και σήμερα. Και η νοσταλγία αυτή δεν μπορεί να συνδυάσει και την πλατεία ολόκληρη και το αυτοκίνητο σταθμευμένο.

Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, οι πλατείες με υπόγειο χώρο στάθμευσης, δεν έχουν πολλά περιθώρια ανάπλασης. Φυσικά μια προσεκτική μελέτη των χαρακτηριστικών των χώρων αυτών, μια ανάλυση των δυνατοτήτων τους, επιτόπια έρευνα και παρατήρηση, θα έδινε τη δυνατότητα για καλύτερη αξιοποίηση της πλατείας μεταμορφώνοντάς την σε έναν ευέλικτο δημόσιο χώρο που να υποστηρίζει μια ευρεία ποικιλία δραστηριοτήτων.

Θέλουμε όμως μια ζωντανή πλατεία; Γιατί, για να είναι ζωντανό ένα κομμάτι της πόλης, θα πρέπει να έχει αρχικά ζήτηση για πιο δυναμική δραστηριότητα. Όταν η ζωντάνια αυτή μεταφέρεται σε εσωτερικούς χώρους, το κομμάτι αυτό παύει πια να είναι αγαπημένο από ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα αλλά και τη διάθεση να καθίσουν έξω να διαβάσουν ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα, να ξεκινήσουν μια συζήτηση με έναν άγνωστο, να απολαύσουν τον φθινοπωρινό ήλιο, την αναγέννηση της φύσης την άνοιξη, τη δροσιά μιας καλοκαιρινής βραδιάς. Και σε πιο συλλογική μορφή, να απολαύσουν μουσική, ποίηση, θέατρο σκιών, εκδηλώσεις, να διαμαρτυρηθούν, να απαιτήσουν, να διεκδικήσουν. Από όλους τους πολίτες και όχι από κάποιους που πολύ εύκολα αποκαλούμε «γραφικούς».

Επομένως αν θέλουμε την πλατεία που νοσταλγούμε, θα πρέπει αρχικά να την εντάξουμε στη ζωή μας. Να της ξαναδώσουμε την ταυτότητά της, να την καταστήσουμε δηλαδή το κέντρο της πόλης, να εστιάσουμε στην ουσία που δεν είναι οι άπειροι σχεδιασμοί και μελέτες, αλλά μια ενεργή, φιλόξενη πλατεία, μια πλατεία που θα ανταποκρίνεται σ΄ αυτό που νοσταλγούμε στην πλατεία των παιδικών μας χρόνων: την ξενοιασιά, την ανθρωπιά, την αποδοχή, το «να βρεθούμε στην πλατεία».

Ίσως «μελετώντας» την ανθρώπινη συμπεριφορά σε συνάρτηση με τον χώρο, να αναπτυχθούν ξανά οι πλατείες, να γίνουν πιο ευέλικτες, πιο φιλικές, πιο ελκυστικές, να γίνουν αυτό που ήταν πάντα: η ταυτότητα της πόλης.

(Η φωτογραφία είναι από την ομάδα στο facebook «Τα Γιάννενα μέσα στο πέρασμα του χρόνου»)