Ο θάνατος δεν επήλθε κάποια στιγμή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης-κολαστήριο του Μαουτχάουζεν, όπου ο συγγραφέας παρέμεινε έγκλειστος τη διετία 1943-1945 ζώντας ανείπωτες και ζοφερές καταστάσεις. Ηρθε σαν σήμερα στις 29 Μαρτίου 2011.

Εμβληματική μορφή του νεοελληνικού θεάτρου, στιχουργός και σεναριογράφος, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στο πεζογράφημά του «Μαουτχάουζεν»(εκδ.Κέδρος), παρουσιάζει τις εμπειρίες του από το στρατόπεδο,που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη του.Στο βιβλίο συνυφαίνονται δύο αφηγηματικοί χρόνοι : η περίοδος μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου στις 5 Μάη του 1945, και οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις-επεισόδια της ζωής του στρατοπέδου.

Με γλώσσα απλή και πλήρως κατανοητή, και ρεαλιστική ωμότητα στις περιγραφές, καταφέρνει να μεταφέρει στο αναγνωστικό κοινό τη λειτουργία και την καθημερινότητα του κολαστηρίου, όπου οι λέξεις θάνατος,κτηνωδία, φρικαλεότητες, θηριωδία αποκτούν την κυριολεκτική τους σημασία.Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά αποσπάσμστα φρικαλεoτήτων:

«Στα μέσα του Απρίλη ήρθε, ως φαίνεται, η εντολή απ’ το Βερολίνο.Στο δάσος, που με την άνοιξη οι βελανιδιές, οι οξιές, οι καστανιές είχαν φουντώσει κι οι φτέρες ανέβαιναν ως τα γόνατα, οι μελλοθάνατοι άνοιγαν τους λάκκους τους, κατέβαιναν μέσα, κι ένα πολυβόλο τους έριχνε όσο το δυνατόν λιγότερες σφαίρες.Μία άλλη εντολή απ’ το Βερολίνο είχε συστήσει αιματηρές οικονομίες στα πυρομαχικά».

«Ηταν κι ένας Εβραίος εκεί. Οι Ες-Ες σχηματίζανε έναν ανοιχτό κύκλο γύρω του και φωνάζανε «μπάλα».Ο Εβραίος άρχιζε να τρέχει απ’ τον έναν στον άλλον κι αυτοί τον κλοτσούσαν στα πόδια, στην κοιλιά, στα πλευρά, στο κεφάλι.Το ποδόσφαιρο σταματούσε όταν η «μπάλα» έμενε ασάλευτη πάνω στη λάσπη από χώμα και αίμα. Οταν βαρέθηκαν να παίζουν κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι, τον πνίξανε σ’ ένα ρέμα που κυλούσαν μέσα οι οχετοί».

«Σου είπα το καινούργιο για τον μακαρίτη σταντάρτενφύρερ Τσιράις;…Οχι;…Ε,λοιπόν μάθε ότι έχει ένα γιο δεκατεσσάρων χρονών. Πριν δυο χρόνια, στα γενέθλιά του, ο πατέρας του τού έκαμε δώρο δυο κρατούμενους…Ωραίο δώρο για γενέθλια, ε; Κι ακόμη κάτι… Του χάρισε κι ένα περίστροφο…Ηθελε να μάθει στον γιο του σκοποβολή με ζωντανούς στόχους.Θέλεις ακόμα μια ατόφια φράση απ’ όσα είπε; «Οταν τους σκότωσα, μου έδωσε και είκοσι μάρκα, δέκα για τον καθένα»…Οπως βλέπεις, ετοιμάζανε μια γενιά ακόμα «καλύτερη» απ’ τους ίδιους.»

Στον αντίποδα όμως των σοκαριστικών περιγραφών, οι συγκρατούμενοι του συγγραφέα ελπίζουν, ερωτεύονται, προσπαθούν να ξεχάσουν και αισιοδοξούν για το μέλλον.Κάνουν όνειρα για την επιστροφή στις πατρίδες και τις απαρχές μιας νέας ζωής.

Το χρονικό-μαρτυρία του Ιάκωβου Καμπανέλλη που διαπνέεται από αντιμιλιταριστικό πνεύμα,ουμανιστικά ιδεώδη,συνειδητοποίηση της ευθύνης απέναντι στους βάρβαρους και σκοταδιστικούς ολοκληρωτισμούς, ένα μήνυμα μεταφέρει:Ποτέ ξανά!

Γιώργος Διαμάντης