• Γράφει ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΤΖΙΟΛΑΣ
Οι πραγματικές συνθήκες. Η Ελλάδα έχει πέσει σε άλλη κατηγορία.
Η συζήτηση για τον Αύγουστο 2018 περιφέρεται γύρω από το άν θα είναι ‘‘καθαρή’’, ή όχι η έξοδος από τα Μνημόνια, και τί σημαίνει η μία ή η άλλη εκδοχή. H συζήτηση αυτή αγκυλωμένη στην λογική της μικροκομματικής διένεξης και των ευκαιριακών εντυπώσεων, κυριαρχείται αποκλειστικά από την επιδίωξη βελτίωσης της δημοσκοπικής θέσης των κομμάτων, χωρίς κανένα πραγματικό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πορεία της χώρας και της οικονομίας της. Όσο μάλιστα θα πλησιάζουμε στον μήνα Αύγουστο, και με στημένο το προεκλογικό σκηνικό του φθινοπώρου, δεν μπορούμε να αναμένουμε, – δυστυχώς για την Πατρίδα – , αλλαγή στάσης, πολύ περισσότερο και νοοτροπιώνΤο πιθανότερο είναι, μετά τις μάλλον βέβαιες εκλογές του Οκτωβρίου 2018, να εισέλθουμε ασύντακτα και πάλι σε μια διαπραγμάτευση με τους εταίρους και το ΔΝΤ για τις υπαρκτές δεσμεύσεις από το Μνημόνιο (το 3ο και τα προηγούμενα), καθώς και το είδος και τον τρόπο μιας πιστοληπτικής γραμμής σχετικής με τον μηχανισμό δανεισμό στη μεταβατική περίοδο. 
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τουλάχιστον τα βασικά, σχετιζόμενα με ειλημμένες αποφάσεις που θα υλοποιηθούν και θα «πονέσουν» τη μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να ξεχνιούνται : -18% στις συντάξεις το 2019, το χαμηλότερο αφορολόγητο όλων των ετών από το 2019, εξαίρεση για πρώτη φορά δαπανών υγείας και παιδείας, υψηλά πλεονάσματα +3,5% μέχρι το 2022 (= νέα οικονομική αφαίμαξη λόγω οριακών ρυθμών ανάπτυξης, κίνδυνος εφαρμογής ΄΄κόφτη΄΄), Υπερταμείο εκχώρησης εθνικών περιουσιακών στοιχείων για 99 χρόνια ! Το καυτό ερώτημα, το ζωτικό θέμα, πάντως, είναι : τι σχεδιασμός υπάρχει για μετά τον Αύγουστο 2018. Ουδείς μιλάει για αυτό σοβαρά, τεκμηριωμένα, πειστικά. Κανείς δεν αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας που είναι η παραγωγική της υποβάθμιση, σχεδόν αποσάθρωση, την περίοδο 2009 -2017. Υπογραμμίζουμε ότι :
– Η αποεπένδυση φυσικού κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη από 100 δισ. ευρώ, πράγμα που απλούστερα σημαίνει ότι για να βρεθεί η ελληνική παραγωγική οικονομία, εκεί όπου ήταν πριν εισέλθει στην περίοδο της κρίσης και των μνημονίων (δηλαδή, στο 2009), θα απαιτηθούν επενδύσεις αυτού του ύψους (100 δισ. ευρώ).
– Η μείωση της απασχόλησης την ίδια περίοδο ήταν 900.000 θέσεις εργασίας, εξ αυτών οι 400.000 αφορούν σε νεανικό επιστημονικό δυναμικό που μετανάστευσε στο εξωτερικό, επιφέροντας βαρύ πλήγμα στον δυναμισμό και στα ποιοτικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, αποκαλύπτοντας, ταυτόχρονα, την απάτη της αυτάρεσκης παρόλας περί μείωσης της ανεργίας, η οποία προέρχεται από την αναφερόμενη μείωση του εργατικού δυναμικού, ενώ το τοπίο απασχόλησης διατηρείται απογοητευτικό και πλήρες αυθαιρεσιών.
– Η μείωση του αγροτικού δυναμικού που έχει συντελεσθεί είναι κατά 320.000 άτομα (!) και η όποια αμυδρή αντικυκλική συμπεριφορά του αγροτικού τομέα είχε εμφανισθεί μεταξύ 2013 -2015 έχει εξανεμισθεί.
– Η επιδείνωση του χρέους, μετά από τρία Μνημόνια, είναι τραγική. Από 127% του ΑΕΠ το 2010 (έτος εισόδου στο 1ο Μνημόνιο), το δημόσιο χρέος έχει εκτιναχθεί σήμερα, μετά από τρία Μνημόνια, στο 180%, παρά και τη διαγραφή κρατικών ομολόγων με το PSI, που ταυτόχρονα επέφερε θεαματική απαξίωση των αποθεμάτων των κοινωνικοασφαλιστικών φορέων.
– Το ιδιωτικό χρέος από 87% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών πριν την κρίση (2009), από τα χαμηλότερα της ευρωζώνης τότε, βρίσκεται σήμερα στο 120% και συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην ευρωζώνη, με την ελληνική κοινωνία να δίνει την εικόνα μιας αφαιμαγμένης, απισχνασμένης κοινωνίας.
– Το 1919, η χώρα έχει να αποπληρώσει το μεγαλύτερο μέρος χρέους μέχρι το 2060, ύψους 13,7δισ. €, παρόμοιου ύψους χρέος επαναλαμβάνεται τα έτη 2037, ’38, ’39. Το 2019, η Ελλάδα πρέπει να βρει από τις αγορές αυτά τα 13,7 δισ. € της αποπληρωμής. Αν προστεθούν και τα τυχόν ελλείμματα προηγούμενων χρήσεων, που θα έχουν απομείνει, η Ελλάδα, το 2019, θα αναζητάει 14 δισ. € και πλέον.Τα στοιχεία αυτά, σε συνάρτηση με τις διοικητικές και διαχειριστικές υστερήσεις του κράτους και των περιφερειακών και δημοτικών θεσμών, παρά τηνεξύμνηση των μεταρρυθμίσεων, δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει πέσει σε άλλη κατηγορία.
Τα πολλά λόγια για την ανάπτυξη, δεν είναι ανάπτυξη. 
Στοιχεία μιας ρεαλιστικής αναπτυξιακής προσέγγισης.
To ζήτημα του χρέους, όπως έχουμε πολλές φορές τονίσει, οφείλει, σε αντίθεση με ότι κυρίαρχα συμβαίνει, αξιολογικά να ακολουθεί της αναπτυξιακής στρατηγικής και όλων των αντίστοιχων υποστηρικτικών επιλογών και μέτρων. Είναι φανερό ότι η ρύθμιση του θα αφορά μετάθεση πληρωμών, μετακίνηση και άπλωμα τμηματικών πληρωμών σε βαθύτερο χρόνο. Γεγονός, που διατηρεί το βάρος του χρέους και σε πιθανές μελλοντικές οικονομικές αστάθειες να το διογκώσει και πάλι. Εν πάση περιπτώσει, τούτο δείχνει ηπιότερο, μπροστά στην κρυφή οικονομική ατζέντα και τα μέτρα που αυτή περιλαμβάνει και δεν έχουν αποκαλυφθεί από εκείνους που μιλάνε για ‘‘κούρεμα’’ χρέους (κυρίως το ΔΝΤ). Ατζέντα και νέα μέτρα που δεν έχουν συνειδητοποιηθεί κι από εκείνους που πιστεύουν ότι η διαγραφή χρέους είναι ένα ‘‘δώρο’’, μια θετική λογιστική πράξη στα χαρτιά χωρίς καμία αρνητική συνέπεια. Οι δεύτεροι μάλλον στερούνται πείρας και γνώσης από χώρες, όπου το ΔΝΤ πραγματοποίησε διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους τους, αντισταθμίζοντάς το με διαρκή, σκληρά μέτρα λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης.
Το σημαντικότερο όμως που σχετίζεται με την εκδίπλωση μιας ελπιδοφόρας επανεκκίνησης, θα ήταν η Ελλάδα για το 2018 να ακολουθήσει την πολιτική των χωρών της ευρωζώνης. Δηλαδή, όπως έχουμε ξαναπεί, να συμβαδίσει μέσω και σχετικών κοινών αποφάσεων με τους εταίρους της ευρωζώνης. Η ευρωζώνη θα έχει πρωτογενές πλεόνασμα : + 1% και θα κάνει, κατά μέσο όρο, επενδύσεις 4% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα όμως κινείται αντίθετα : επιδιώκει ένα τεράστιο πλεόνασμα +3,5%, ενώ θα υποστεί και μια περαιτέρω μείωση του παραγωγικού κεφαλαίου-5% του ΑΕΠ. Στο σημείο αυτό, βρίσκεται ένα σημαντικό κλειδί για την Ελλάδα. Με δύο λόγια : η χώρα πρέπει να έχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα όσο και οι χώρες της ευρωζώνης και να επιδιώκει πλεόνασμα όσο και αυτές.
Ο στόχος είναι απόλυτα ρεαλιστικός και μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού κινείται και συμβαδίζει με τους αντίστοιχους της ευρωζώνης. Στην κίνηση, τώρα, της οικονομίας, με δεδομένη την υστέρηση ενός αξιόλογου επενδυτικού κύματος, -κι όχι μόνο σε σημειακές εστίες (π.χ. σημεία υψηλής τουριστικής πυκνότητας), αλλά σε πολλαπλά μέτωπα και με γεωγραφική διακτίνωση -, οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα θα ενθαρρυνθούν και θα επιταχυνθούν μόνο αν το κράτος αναλάβει ενεργό ρόλο. Μόνο αν το κράτος δραστηριοποιηθεί για ένα μακρύ χρονικό διάστημα, στην αναβάθμιση των υποδομών και των δικτύων, στην ενίσχυση εξωστρεφών επιχειρήσεων, στη μαζική διάδοση των νέων τεχνολογιών, στην υποστήριξη της παραγωγικής ανταγωνιστικότητας. 
Για αρκετά χρόνια θα απαιτηθεί η διάθεση για τους σκοπούς αυτούς πόρων από το ΠΔΕ το οποίο μπορεί να αυξηθεί κατά +2% του ΑΕΠ (περίπου επιπλέον 4 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση), με ταυτόχρονη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 1,5%. Δηλαδή, 2% δημόσιοι πόροι του ΠΔΕ στην ανάπτυξη + 1,5% πλεόνασμα = 3,5%, αλλά με άλλη ταυτότητα και αναπτυξιακή πνοή. Η παραπάνω πρόταση δίνει διέξοδο και σε προβληματισμούς στελεχών από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς της ‘‘τρόικας’’ που φοβούνται, και σωστάότι τα υψηλά πρωτογενή (+ 3,5%) θα φρενάρουν και πάλι τις όποιες προοπτικές ανάκαμψης.

Η λεγόμενη ‘‘γαλλική ρήτρα’’ αναθεώρησης προτείνει : να διατηρηθούν τα υψηλά πλεονάσματα, αλλά όταν η ανάπτυξη φρενάρει τα τοκοχρεολύσια να μειώνονται ή/και να μετατίθενται στο μέλλον. Όταν η οικονομία μπαίνει σε μεγάλη ύφεση μια τέτοια ρήτρα είναι πολύ χρήσιμη, προσφέροντας έμμεσα πιστώσεις στην δοκιμαζόμενη εγχώρια οικονομία. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο 1ο Μνημόνιο, όταν ήταν βέβαιο, και η εμπειρία άλλων χωρών το επιβεβαίωνε, ότι η οικονομία θα έμπαινε σε βαθιά ύφεση. Τότε, όμως, ο μεν Γ. Παπανδρέου δεν ήξερε επακριβώς προς τα πού κατευθύνονταντο δε επιτελείο του, είχε τέτοια αξιολόγηση που υποστήριζε ότι σε ένα (1) χρόνο η χώρα θα έβγαινε από το Μνημόνιο ! 

Στη σημερινή φάση, μετά από μια σωρευτική ύφεση– 28%, και αμυδρά δείγματα ανάκαμψης, μια τέτοια ‘‘ρήτρα’’ θα εγκλώβιζε τη χώρα σε μια κατάσταση μόνιμης καχεξίας. Τα υψηλά πλεονάσματα προερχόμενα από αφαίρεση πόρων από την ανάπτυξη θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση. Τότε, σύμφωνα, με τη ‘‘ρήτρα’’ θα γίνεται ελάφρυνση χρέους (μέσω της μείωσης των τοκοχρεολύσιων ή/και της μετάθεσης τους). Ενώ, όταν θα επιταχύνεται η ανάπτυξη (και οι επενδύσεις), και η ύφεση θα ξεπερνιέται δραστικά, τότε καμία μείωση χρέους δεν θα γίνεται μέσω της μείωσης των τοκοχρεολύσιων ή/και της μετάθεσής τους. Μεταξύ των δύο αυτών πολιτικών είναι προφανές ότι θα επικρατήσει η πρώτη, που οδηγεί σε παγίδευση της οικονομίας σε μονιμότερη καχεξία. Η χώρα θα υποβοηθηθεί, στο σημείο αυτό, να μπει σε νέα τροχιά, αν η ρήτρα είναι η εξής : όταν η χώρα υπερβαίνει τον ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, τότε το χρέος μέσω αντίστοιχα σταθμισμένων μέτρων θα ελαφρύνεται. Η πολιτική αυτή, επίσπευσης και ενίσχυσης των επενδύσεων και της ανάπτυξης, θα αποτελεί ισχυρό κίνητρο στις κυβερνήσεις να λειτουργήσουν μεταρρυθμιστικά υπέρ της ανάπτυξης. Αυτή η πολιτική, σε συνδυασμό με εθνική παραγωγική κινητοποίηση και την δημιουργία ενός αποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού, μπορεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας στρατηγικής με βάθος. 

Υπάρχει ρεαλιστική προοδευτική πρόταση ανάπτυξης.
Σ’ αυτή την πορεία πρέπει να υπάρξουν και ορισμένοι στόχοι – οδοδείκτες που θα καταγράφουν την αποδέσμευση από την κηδεμονία, την επανένταξή της στους νέους κοινούς μηχανισμούς της Ευρωζώνης και το άνοιγμα μιας νέας εποχής. Τέτοιοι είναι :
1. Κατάργηση του Υπερταμείου και του όρου ενυποθήκευσης 99 ετών των δημόσιων εθνικών περιουσιακών στοιχείων. Μετατροπή του σε Ταμείο Εθνικού Πλούτου, στο οποίο οι πόροι από την αξιοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων χρηματοδοτούν κυρίως νέες επενδύσεις και λιγότερο την εξόφληση του χρέους.
2. Κατάργηση του ΤΧΣ, το οποίο και στην αποστολή του απέτυχε και δεν έχει πλέον κανένα ουσιαστικό ρόλο, εφόσον οι εποπτικές αρμοδιότητες ασκούνται από τον SSM και την Τράπεζα Ελλάδος.
3. Σταδιακή κατάργηση του μηχανισμού ELA και εξεύρεση τραπεζικής χρηματοδότησης μέσω των αγορών ως αναγκαίο βήμα επανενεργοποίησης των τραπεζών σε νέες επενδύσεις. Τούτο θα αποτελέσει, επίσης, προστάδιο εξόδου της χώρας στον διεθνή δανεισμό, που διαφορετικά θα έχει το ρίσκο της αποτυχίας.
4. Απομάκρυνση του ΔΝΤ από το Πρόγραμμα με ανάληψη του χρέους από τον ESM και αργότερα από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, με ταυτόχρονη ρεαλιστική επαναδιαπραγμάτευση των ανήκουστων μέχρι το 2060 πλεονασμάτων με στόχο τον σταθμισμένο συνδυασμό : μείωσης των πλεονασμάτων και ταυτόχρονης αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης, ελάττωσης της ανεργίας και μείωσης του ποσοστού φτώχειας.
5. Κινητοποίηση πόρων 100 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην επόμενη πενταετία σε ιεραρχημένους τομείς, με παράλληλη επαναθεμελίωση και αναδόμηση του κράτους πρόνοιας και των θεσμών του.
6. Στροφή στην ψηφιακή εποχή και στις νέες τεχνολογίες με μαζική ώθηση στην παραγωγή και στη ζωή, την ενεργειακή εποχή του χαμηλού άνθρακα, την νέα αγροτοδιατροφική οικονομία ποιότητας, την έμφαση στην παραγωγή και το ανταγωνιστικό της νεύρο, την παιδεία -εκπαίδευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του ελληνικού πολιτισμού και των αναγκών της παραγωγής. Επιτέλους, οι θεσμοί της χώρας (κυβερνητικοί, κρατικοί, οικονομικοί, διοικητικοί, πνευματικοί, κοινωνικοί), και το δυναμικό πρώτης γραμμής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ας θέσει ως πρωταρχικό, βασικό του καθήκον να σκεφτεί, να συνεργασθεί, να συνδράμει, να δράσει, να επενδύσει πάνω στο θέμα αυτό : Ανάπτυξη. Μια κοινωνία, και ιδιαίτερα η ελληνική κοινωνία, εμπνευσμένη και κινητοποιημένη σ΄ αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί παρά να επιτύχει !

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  • Το κείμενο περιλαμβάνεται στο τελευταίο (6ο) τεύχος (Μάρτιος) του περιοδικού ΔΙΑΥΛΟΣ που εκδίδει και διευθύνει ο Ελ Τζιόλας.

Θέματα :

  • Ελ. Τζιόλας : Υπάρχει Σχέδιο μετά την ΄΄έξοδο΄΄ από το Μνημόνιο τον Αύγουστο 2018 ; Μια συζήτηση που δεν γίνετε.
  • Σ. Βαλυράκης Τουρκία και Τετελεσμένα.
  • Α. Παπαγιαννόπουλος : Ο »Δοσιλογισμός» στη Θεσσαλονίκη (1941 -44)
  • Κ. Μαμέλης : De profundis (Eκ Βαθέων) _ Πολιτικές δυνάμεις και πραγματικά διακυβεύματα.
  • Ελ. Τζιόλας : Κεντροαριστερά : μπορέι το στοίχημα να κερδηθεί ;
  • Σπ. Δερμιτζάκης Οι «βαρκάρηδες» της Θεσσαλονίκης (1903) _  μαζική αφύπνιση προς τον Μακεδονικό Αγώνα .
  • Michio Kaku : Το Μέλλον του Νου και της Ανθρωπότητας.
  • Ελ.Τζιόλας : Βιβλιοκριτική »Ποιά Αριστερά » (του Γιώργου Χ. Σωτηρέλη)
  • Σπ. Δερμιτζάκης : Τα Ιστορικά Γεγονότα του μήνα Μαρτίου (από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας). 

Διαβάστε -το, εδώ :

https://www.scribd.com/ document/374634189/Περιοδικό- Δίαυλος-No6-Μάρτιος-201