«Πριν από δέκα χρόνια έπαθα το πρώτο σοκ με τον “Εκκλησιαστή”», μας λέει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αντώνης Αντωνόπουλος. Στο μάθημα υποκριτικής της Ανέζας Παπαδοπούλου οι μαθητές της σχολής, ανάμεσά τους και ο κ. Αντωνόπουλος, ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το άγνωστο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης. «Είναι από τα έργα τέχνης που σε αγγίζουν και καταλαβαίνεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου», συμπληρώνει και στην ερώτηση εάν κείμενο που τοποθετείται σε ένα θρησκευτικό δόγμα είναι έργο τέχνης ο κ. Αντωνόπουλος τονίζει ότι «παρ’ όλα αυτά το κείμενο παραμένει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, γραμμένο με τρόπο σχεδόν αναρχικό, καταρρίπτει όλες τις σταθερές που έχει κάποιος στη ζωή και αποτελεί ταυτόχρονα έναν ύμνο στη χαρά». Ο «Εκκλησιαστής» σχολιάζει τη ματαιότητα της ύπαρξης μέσα από το αναπόφευκτο του θανάτου και, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, αναδεικνύει την αισιοδοξία που πηγάζει από τη χαρά του παρόντος. «Το μόνο που μένει από τον “Εκκλησιαστή” είναι η χαρά του κόπου, της προσπάθειας, της υπεράσπισης των ιδεών και των πιστεύω μας», λέει ο κ. Αντωνόπουλος, «μακριά από την έννοια της ανταμοιβής αφού στο τέλος θα πεθάνουμε και τίποτα από αυτά δεν θα έχει σημασία». Μήπως ακούγεται αρκετά απαισιόδοξο; «Αν και έχει χρησιμοποιηθεί ως μηδενιστικό, το κείμενο του “Εκκλησιαστή” για μένα είναι απελευθερωτικό», σημειώνει. Είναι ενδιαφέρον, τονίζει, που ένας άνθρωπος τόσο παλιά αναρωτήθηκε για τη σχέση πράξης και ανταμοιβής, ένα θέμα που δεν έχει σταματήσει να μας απασχολεί «σε μια κοινωνία που κανείς δεν περιμένει να κάνει κάτι χωρίς να αμειφθεί γι’ αυτό».

Η παράσταση στο Bios συνδυάζει τις σκέψεις του «Εκκλησιαστή» με τη ζωντανή ηλεκτρονική μουσική του Lowtronik, κατά κόσμον Γιώργο Ραμαντάνη, και τη σωματική αφήγηση των διδαχών του από τον Αντώνη Αντωνόπουλο. «Πρόκειται για μια γήινη, χωμάτινη “φιγούρα” που μεταμορφώνεται σε κάτι ζωώδες και μετά σε κάτι ανθρώπινο στην προσπάθειά της να φτάσει στη “θέωση”, χωρίς θρησκευτικούς όρους, στην ολοκλήρωση». Η ιεροτελεστία των μεταμορφώσεων του σκηνοθέτη και ερμηνευτή του «Εκκλησιαστή» σχεδιάστηκε κινησιολογικά από τον Κώστα Τσιούκα και εμπνέεται από τις μυστικιστικές τελετές φυλών της Αφρικής και τους παγανιστικούς χορούς της Αποκριάς σε φόρμες που επαναλαμβάνονται.

Η χρονολογική προέλευση του κειμένου, όπως και ο συγγραφέας του, παραμένουν ακόμη και σήμερα ένα μυστήριο. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι γράφτηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και, σύμφωνα με μια αμφισβητούμενη θεωρία, ο «Εκκλησιαστής» είναι έργο του βασιλιά Σολομώντα. Είναι ωστόσο βέβαιο ότι το κείμενο γνώρισε προσθήκες και αλλαγές τα μεταγενέστερα χρόνια.

Πρόσφατα το κείμενο επανήλθε στην επικαιρότητα με μια νέα έκδοση από τις εκδόσεις Δώμα σε μετάφραση Θάνου Σαμαρτζή, ενώ η Ολια Λαζαρίδου ερμήνευσε το κείμενο σε μορφή αναλογίου και σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ισαρη (εκδ. Ολκός). Ο κ. Αντωνόπουλος χρησιμοποιεί τη μετάφραση του Κώστα Φριλίγγου, ένα κείμενο του 1939 που προέρχεται όμως απευθείας από το εβραϊκό πρωτότυπο. Στην εβραϊκή γλώσσα ο «Εκκλησιαστής» είναι ο ιεροκήρυκας, ο σοφός διδάσκαλος που καλεί σε σύναξη και συζήτηση διδάσκοντας, όπως φαίνεται, την αμφισβήτηση. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης;

​​«Εκκλησιαστής», από τις 12 Απριλίου στις 9 μ.μ. στο Bios, Πειραιώς 84.

Πηγή: kathimerini.gr