ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αλκυονίδες μέρες
εκδ. Ικαρος, σελ. 424

Η ​​αστυνομική μυθοπλασία αγωνίζεται να χειραφετηθεί από τα στερεοτυπικά τεχνάσματα του παραλογοτεχνικού είδους από το οποίο γεννήθηκε, προκειμένου να εισέλθει στον χώρο της καλής ελληνικής λογοτεχνίας. Και αναμφίβολα έχει επιτύχει αξιολογότατες κατακτήσεις σε όλα τα πεδία: χαρακτήρες, θέματα, τόπους και τρόπους. Στο σώμα της γερής ελληνικής πεζογραφίας συγκαταλέγονται έτσι συγγραφείς και έργα αστυνομικής προέλευσης όπως ο Ανδρέας Αποστολίδης με το «Χαμένο παιχνίδι» (1995) και τη «Λοβοτομή» (2002)· ο Κώστας Καλφόπουλος με το «Καφέ Λούκατς- Budapest noir» (2008) και το «Ενα παράξενο καλοκαίρι» (2011)· ο Δημήτρης Μαμαλούκας με τη «Μοναξιά της ασφάλτου» (2008) και τον «Κρυφό πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών» (2016)· ο Βασίλης Δανέλλης με το «Ενας άνθρωπος στο τρένο» (2016) ή ο Πέτρος Μάρκαρης της πρώτης περιόδου. Κι ακόμα ωραίες αστυνομικής υφής αφηγήσεις αποτελούν το διήγημα «Συγγραφικά δικαιώματα» (1982) του Δημήτρη Νόλλα ή τα μυθιστορήματα «Η νοσταλγία των δράκων» (2000) του Δημοσθένη Κούρτοβικ και «Η δεύτερη γυναίκα» (2005) της Ελιάνας Χουρμουζιάδου.

Και κατόπιν έχουμε αρκετούς συγγραφείς με επιμέρους δείγματα καλής λογοτεχνίας, που όμως τα έργα τους δεν κατορθώνουν τελικά να αυτονομηθούν από πολλά στερεοτυπικά κλισέ του είδους. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αγνοήσουμε τα κατορθώματά τους, τις επιμέρους κατακτήσεις συγγραφέων όπως του Φίλιππου Φιλίππου, του Πέτρου Μαρτινίδη, της Μαρλένας Πολιτοπούλου, του Αργύρη Παυλιώτη, του Σέργιου Γκάκα, του Μάρκου Κρητικού, του Παναγιώτη Αγαπητού ή του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως στις μέρες μας κυκλοφόρησε η πρώτη «Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας» του Φίλιππου Φιλίππου (Πατάκης, 2018) που μέσω της γραμματολογικής της σύνθεσης, συμβάλλει στην αυτογνωσία του είδους.

Στον αγώνα που δίδεται ανάμεσα στον πρωτότυπο και στον στερεοτυπικό χειρισμό έρχονται να προστεθούν η Ευτυχία Γιαννάκη και «Οι Αλκυονίδες μέρες» της. Το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος είναι καθηλωτικό. Δεν μπορώ να φέρω στο νου μου αστυνομικό που ο αναγνώστης να ταυτίζεται τόσο απόλυτα με το θύμα την ώρα του θανάτου του. Κατά κανόνα, στο αστυνομικό ο νεκρός συνιστά αντικείμενο, στοιχειώδες πρόσχημα, απλό αφηγηματικό τέχνασμα για την ανάπτυξη της υπόθεσης. Γι’ αυτό ο φόνος του δεν θέτει ζητήματα υπαρξιακής τάξεως ούτε προξενεί λύπη. Στο έργο της Ευτυχίας Γιαννάκη σε μια τουαλέτα παρακολουθούμε μια έφηβη καθώς βλέπει το αίμα της να φεύγει την ώρα που πεθαίνει. Ξέρει πως ήταν σφάλμα να αποκοπεί απ’ τις φίλες της, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Καθώς την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της βρίσκεται πια –κι εμείς μαζί της– στο παντοδύναμο βασίλειο του αναπότρεπτου· τίποτα δεν μπορεί πια ν’ αλλάξει, τίποτα δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, καθώς κυριαρχεί το δέος της ανικανοποίητης ευχής «Μακάρι να ήταν χθες». Εγχρωμη κοπελίτσα από την Γκάνα, η ηρωίδα μάς ακολουθεί σε ολόκληρο το έργο – και ύστερα από αυτό.

Μετά το συγκλονιστικό πρώτο κεφάλαιο, το μυθιστόρημα περιέχει, πιστεύω, σειρά δυνατοτήτων οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλα βαρυσήμαντα κεφάλαια χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν: Το γεγονός πως ο αστυνομικός ντετέκτιβ και ο οικονομικός μεγιστάνας-ιδιοκτήτης του εμπορικού κέντρου όπου γίνονται οι φόνοι, συνδέονται με δεσμούς εξ αγχιστείας συγγένειας, ως πρώην γαμπρός και πεθερός. Το ότι ο γιος του αστυνομικού ντετέκτιβ βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές κατηγορούμενος για ασέλγεια εις βάρος ανηλίκου. Το ότι παρακολουθούμε ταυτόχρονα μια ιστορία ανείπωτης κοινωνικής αδικίας. Η μυθιστοριογράφος ξέρει, άλλωστε, να δημιουργεί πρόσωπα, όπως την τρομαγμένη μάνα από την Γκάνα ή την οικογένεια του τσακισμένου εργάτη. Ως εκεί όμως. Διότι οι συνιστώσες δεν κατορθώνουν δυστυχώς να συναρθρωθούν σε ενιαίο νοηματοδοτικό σύνολο που να υπερβαίνει τα μέρη.

Πηγή: kathimerini.gr