Συνέντευξη στη Λίντα Τζουβάρα

Ποιο ήταν το έναυσμα να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να πιάσετε την πένα (το πληκτρολόγιο εν προκειμένω) και τι περιμένατε από τη διαδρομή αυτή, όταν αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο;

Υπήρξα παιδιόθεν φανατικός αναγνώστης, μα δεν υπήρξα επίδοξος συγγραφέας ούτε καν ως σκέψη, μέχρι τα 35 μου χρόνια. Ένα τυχαίο γεγονός ήταν η αφορμή. Ένας διαγωνισμός διηγήματος που υπέπεσε στην αντίληψή μου συμπτωματικά και είπα «γιατί όχι;». Όταν έλαβα το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού, τότε το σκέφτηκα πρώτη φορά, στρώθηκα κι έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Όσο για το τι περίμενα; Ξέρετε, περισσότερο το είδα σαν έκφραση, παρά σαν επάγγελμα για να περιμένω κάτι. Να εκδοθεί ήταν ο πρώτος μου στόχος τότε. Και πιστέψτε με, δεν είναι τόσο εύκολος όσο πιθανόν ακούγεται.

Η ιδέα για ένα μυθιστόρημα είναι συνήθως μια προσωπική ανησυχία που μεταφράζεται λογοτεχνικά ή η ιδέα αυτή έρχεται από ένα εξωτερικό ερέθισμα;

Στη δική μου περίπτωση ισχύει το πρώτο. Ίσως επειδή αγαπώ το Ιστορικό Μυθιστόρημα και αυτό υπηρετώ. Οπότε, τι εξωτερικό ερέθισμα να υπάρχει; Η επικαιρότητα, εάν εννοείτε αυτή, δεν με αφορά, υπάρχουν άλλοι να την παρακολουθήσουν εγκυρότερα, όπως οι δημοσιογράφοι και οι σχολιαστές.

Γράφοντας, δημιουργείτε χαρακτήρες. Γράφετε την πραγματική ιστορία – φυσικά με μυθιστορηματικό τρόπο – ανθρώπων που έχετε γνωρίσει ή μια ιδέα γίνεται χαρακτήρας; Έχετε τον έλεγχο κατά την απόδοση των χαρακτήρων αυτών ή σας ξεφεύγουν και σας διηγούνται εκείνοι την ιστορία τους;

Στα Ιστορικά Μυθιστορήματά μου πρωταγωνιστούν μυθιστορηματικά πρόσωπα βεβαίως, δημιουργήματα της φαντασίας. Μα σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα πρόσωπο πλασμένο από τη φαντασία, μπορεί να συμπυκνώνει ή να εκφράσει ιστορικές προσωπικότητες και χαρακτηριστικά. Η Αρετή παραδείγματος χάρη στο τελευταίο μυθιστόρημά μου είναι ένα πρόσωπο της φαντασίας που όμως εκφράζει και εκπροσωπεί όλες τις ηρωικές δασκάλες του Μακεδονικού Αγώνα.

Όσο για την δεύτερη ερώτησή σας; Λειτουργώ μάλλον ως γονιός. Πλάθω τους ήρωές μου, τους ανασταίνω κι έπειτα τους αφήνω να ζήσουν τη δική τους ζωή.

Έχετε ασχοληθεί στα βιβλία σας με ιστορικά γεγονότα  για τα οποία ο κόσμος δεν γνωρίζει πάρα πολλά πράγματα, ειδικά με την τετραλογία σας για τον εμφύλιο (Οι κόρες της λησμονιάς,  Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς, Τα δάκρυα των αγγέλων, Οι καιροί της μνήμης). Έχει τη δυνατότητα το μυθιστόρημα κατά τη γνώμη σας να εισάγει πιο εύκολα το αναγνωστικό κοινό σε ιστορικά θέματα;

Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του Ιστορικού Μυθιστορήματος. Δεν σου κουνά το δάχτυλο, δεν σου διδάσκει. Η ιστορική γνώση που προσφέρει είναι βιωματική. Πέρα από την αναγνωστική απόλαυση και το ταξίδι, βιώνεις την ιστορία και συμβιώνεις με τους ήρωες, τους παρακολουθείς εκ του σύνεγγυς, ταυτίζεσαι, παθιάζεσαι, αντιδράς, ζεις μαζί τους τα γεγονότα. Και σας ρωτώ. Πότε είναι ευκολότερο να κάνει κανείς κτήμα του κάτι; Όταν ακούσει ή διαβάσει γι’ αυτό ή όταν το ζήσει;

 Η γυναίκα, η μάνα, η κόρη, η σύζυγος έχει την τιμητική της στα βιβλία σας; Θεωρείτε ότι υποτιμήθηκε ο ρόλος της σε αυτές τις ιστορικές διαδρομές όπου είχαμε συνηθίσει ο τίτλος του «ήρωα» να αποδίδεται κυρίως στους άντρες;

Η Ιστορία αγαπά τους ήρωες, τους πολεμιστές, τους άνδρες, αυτούς έχει καταγεγραμμένους στα βιβλία της, αυτούς μνημονεύει. Και μαζί της όλοι εμείς. Πίσω όμως από όλους αυτούς τους ήρωες υπάρχουν χιλιάδες, άγνωστες και ανώνυμες γυναίκες που πάλεψαν κι αγωνίστηκαν, που μάτωσαν για την πατρίδα μας. Πόσες γνωρίζουμε; Τη Μπουμπουλίνα; Τη Μαντώ Μαυρογένους; Τις Σουλιώτισσες; Ελάχιστες. Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, υπήρξαν εκατοντάδες τέτοιες γυναίκες. Νοσοκόμες που περιέθαλπαν λαβωμένους Μακεδονομάχους, ταχυδρόμοι που μετέφεραν έγγραφα, κώδικες, ακόμη και πυρομαχικά στα μισοφόρια τους, αγρότισσες που εφοδίαζαν με τρόφιμα τα Ελληνικά Σώματα και έκρυβαν κυνηγημένους. Μα πρωτίστως, υπήρχαν οι δασκάλες. Εκατοντάδες δασκάλες στα χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης που ολομόναχες, με το κομιτατζήδικο μαχαίρι στον σβέρκο τους, πάλεψαν να διδάξουν τη γλώσσα, το φρόνημα και την ψυχή του Ελληνισμού στα παιδιά μας, πολλές φορές θυσιάζοντας την ίδια τη ζωή τους, όπως η Βελίκα Τράικου ή η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου. Σε αυτές τις Γυναίκες, με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη, είναι αφιερωμένο το μυθιστόρημα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, το μυθιστόρημα του Μακεδονικού Αγώνα.

«Γυναίκες της μικρής πατρίδας» Το νέο σας βιβλίο είναι μια νέα λογοτεχνική μαρτυρία για τη σκλαβιά, τον αγώνα, την ελευθερία. Μιλήστε μας λίγο γι΄ αυτό.

Όσοι αναγνώστες και όσες αναγνώστριες με τιμούν διαβάζοντας τα έργα μου, γνωρίζουν ότι η συγγραφική μου πορεία εδράζεται κατά κύριο λόγο στο Ιστορικό Μυθιστόρημα. Όπως είπατε κι εσείς πολύ σωστά, συνήθως επιλέγω ιστορικές περιόδους σκοτεινές, που ελάχιστα γνωρίζουμε όλοι μας γι’ αυτές. Μετά την Τετραλογία του Εμφυλίου, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να ασχοληθώ με μια άλλη άγνωστη, το ίδιο σκοτεινή και οδυνηρή περίοδο στην ιστορία του λαού μας, τον Μακεδονικό Αγώνα. Βήμα προς βήμα και γεγονός προς γεγονός, το μυθιστόρημα παρακολουθεί αυτό τον αγώνα του Ελληνισμού στη Μακεδονία και τη Θράκη τα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα, δίχως όμως να καλύπτει ή να εξοβελίζει την συνταρακτική, θέλω να πιστεύω, μυθιστορηματική πλοκή.

«Ονειρεύομαι έναν κόσμο που οι συγγραφείς θα ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο να κρατούν μυστική την ταυτότητά τους και να χρησιμοποιούν ψευδώνυμα», είχε γράψει ο Κούντερα και εσείς έχετε δημοσιεύσει δύο βιβλία με ψευδώνυμο (SΦΑΓΕΙΟ SΑΛΟΝΙΚΗΣ και ΜΑΥΡΗ ΑΥΓΗ με το ψευδώνυμο Θάνος Δραγούμης). Τι σας ώθησε να το κάνετε αυτό;

Παρόλο που θα ακουστεί άκρως αντιφατικό, η ειλικρίνειά μου. Τα δύο βιβλία που αναφέρετε, έχουν παντελώς διαφορετική δομή και ιδίως ύφος, τρόπο γραφής και έκφρασης που αναγκαστικά και λόγω θέματος ρέπει προς το υβρεολόγιο. Δεν ήθελα οι αναγνώστες και οι αναγνώστριές μου να πλανηθούν νομίζοντας πως το Σφαγείο Σαλονίκης αποτελεί ένα ακόμη ιστορικό μυθιστόρημα όπως οι Κόρες της Λησμονιάς. Δεν ήθελα κανείς να αισθανθεί εξαπατημένος περιμένοντας κάτι άλλο, ακόμη, στους δύσκολους οικονομικά καιρούς που ζούμε, δεν ήθελα κανείς να ξοδέψει έστω και δέκα ευρώ και να θεωρήσει μετά ότι εξαπατήθηκε από εμένα. Για τούτο, για να καταδείξω την διαφορά, χρησιμοποίησα ψευδώνυμο, παρά τις πιέσεις του εκδότη μου για ευνόητους λόγους.

 Κάνετε εκτίμηση της δουλειάς σας μετά το πέρας της συγγραφής; Έχετε άγχος μέχρι να εκτιμηθεί και από το αναγνωστικό κοινό;

Την εκτίμηση την κάνουν οι αναγνώστες. Όχι μόνο οι περισπούδαστοι κριτικοί, κυρίως οι απλοί αναγνώστες που μου κάνουν την τιμή να επιλέγουν τα έργα μου. Άγχος φυσικά και έχω φυσικά. Ποιος δεν θα είχε;

Σε μια υπερκορεσμένη λογοτεχνική εποχή, πόσο δύσκολο είναι να αναδειχθεί ένα καλό βιβλίο, δεδομένου ότι τα κριτήρια των εκδοτών είναι κυρίως εμπορικά;

Πολύ δύσκολο. Μα, ευτυχώς, έχουμε αρκετά παραδείγματα καλών βιβλίων που βρήκαν τον δρόμο τους ολομόναχα, με τη βοήθεια των αναγνωστών τους μόνο. Αυτό το αναντικατάστατο, ακόμη και στην εποχή της παντοκρατορίας του Facebook, «στόμα με στόμα».

Διαβάζετε τα βιβλία σας μετά την έκδοσή τους;

Όχι… Όχι αμέσως τουλάχιστον… Τα έχω διαβάσει τόσες πολλές φορές γράφοντας και διορθώνοντας που μου είναι πραγματικά αδύνατο. Μετά από καιρό όμως, τα ξεφυλλίζω με αγάπη και νοσταλγία.

Ως αναγνώστης ποια είναι τα βιβλία που σας κινούν το ενδιαφέρον;

Ιστορικά Μυθιστορήματα και Αστυνομικά. Τα δεύτερα όχι με την έννοια του «τι είδε ο μπάτλερ πίσω από τις πικροδάφνες». Μιλώ για αστυνομικά που έχουν κάτι παραπάνω να πουν. Που είναι ένα είδος κοινωνικών μυθιστορημάτων και χρησιμοποιούν το έγκλημα ως πρόφαση ή κινητήρια δύναμη.

Από τις κυκλοφορίες των βιβλίων αντιλαμβανόμαστε τι διαβάζει ο κόσμος περισσότερο. Πώς κρίνετε το αναγνωστικό κοινό;

Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω το αναγνωστικό κοινό; Πώς θα κρίνω άλλους ανθρώπους για τις επιλογές τους; Ο καθένας διαλέγει ό,τι του αρέσει και ό,τι τον εκφράζει. Και πολύ καλά κάνει, σε δημοκρατία ζούμε ευτυχώς.

Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ γεννήθηκε στα Δίκαια του Έβρου και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει δεκατέσσερα μυθιστορήματα ενηλίκων, ένα νεανικό μυθιστόρημα και δύο βιβλία για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας, ενώ έχει συμμετάσχει σε τρεις συλλογές διηγημάτων. Ασχολείται επίσης με τη συγγραφή σεναρίων και θεατρικών έργων. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορεί και το πρώτο βιβλίο της σειράς ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΒΑΧΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ με τίτλο Η ΧΑΜΕΝΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ. Το μυθιστόρημά του ΟΙ ΕΦΤΑ ΟΥΡΑΝΟΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ τιμήθηκε με το Βραβείο Σύγχρονου Ελληνικού Μυθιστορήματος, ενώ ΤΟ ΑΣΤΡΟΛΟΥΛΟΥΔΟ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ με το Βραβείο Καλύτερου Έργου Μνήμης 2003-2004 στο πλαίσιο του 20ού Πανελλήνιου Συμποσίου Ποίησης και Πεζογραφίας. Επίσης, το μυθιστόρημα ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών – ΕΚΕΒΙ 2010, ενώ το ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ υποψήφιο για το ίδιο βραβείο το 2012, όπου και κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις ψήφους των αναγνωστών και των Λεσχών Ανάγνωσης. Έχει γράψει και τα πολιτικά θρίλερ SΦΑΓΕΙΟ SΑΛΟΝΙΚΗΣ και ΜΑΥΡΗ ΑΥΓΗ με το ψευδώνυμο Θάνος Δραγούμης.