Στη λήξη της σεζόν και λίγο πριν την ανακοίνωση για τις φετινές επιχορηγήσεις στο ελεύθερο θέατρο, μια άσκηση μνήμης και παραδοχών. Μέσα από μια απόπειρα δημιουργίας ενός θεατρικού χάρτη της Ελλάδας του 2018Ενός χάρτη-σώματος που τεντώνεται, πέφτει, σηκώνεται, συναντά την έκσταση, τρέχει, κινδυνεύει από ακραία διάταση των μυών του αλλά συνεχίζει να εισπνέει και να εκπνέει ακόμη. Θα επικεντρωθώ κυρίως στο …κυκλοφορικό σύστημα, δηλαδή στις θεατρικές επιχορηγήσεις, εκείνες που στέλνουν το αίμα στα ζωτικά όργανατου σώματος. Χωρίς αίμα, πεθαίνεις. Ή, στην καλύτερη, ζεις από «την καλοσύνη των ξένων».

«Ο θεατρικός πληθωρισμός αγγίζει το κόκκινο»

Πέρσι και μετά από 5 χρόνια, επανενεργοποιήθηκε ο θεσμός των επιχορηγήσεων στο ελεύθερο θέατρο. Ο θεσμός στον οποίο οφείλουμε τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του θεάτρου αναζήτησης στη χώρα μας. Την πολυφωνία. Τους δημιουργούς που θαυμάζουμε σήμερα. Όχι αυτονόητο προχώρημα η ανακίνηση του θεσμού. Ωστόσο, άτσαλο.Πώς λειτουργεί αυτός ο θεσμός σε αυτήν τη νέα μορφή του; Καταρχάς, δεν επιβραβεύεται πια ένα θέατρο για την πολιτική ρεπερτορίου του αλλά ένας θίασος για μία μεμονωμένη παράσταση. Ιστορικά θέατρα -το Αμόρε, το Πόρτα, το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων -Λευτέρης Βογιατζής για να αναφέρω μόνο ορισμένα- επιχορηγούνταν για μια πολιτική δραματολογίου, για το συνολικό επίπεδο των παραστάσεων, για το τι κόμιζαν δηλαδή στην πνευματική και θεατρική ζωή του τόπου. Αντίθετα, σήμερα ένας θίασος πριμοδοτείται για να ανεβάσει μία παράσταση. Μοναχικά. Και δύσκολα. Με τεράστιο οικονομικό ρίσκο εάν επιθυμεί να λειτουργήσει με επαγγελματικούς όρους. Η λογική της κατανομής των ποσών στους θιάσους, βάσει της περσινής εμπειρίας, ακολούθησε μια γνωστή πρακτική: λίγα χρήματα σε πολλούςαυτή η οικεία πολιτική ισορροπιών και ψήφων που έχει φέρει τη χώρα σε ασφυξία. Έτσι, η νέα μορφή των επιχορηγήσεων υποστηρίζει -συνειδητά ή ασυνείδητα- και αυτή τον ανελέητο κατακερματισμό της θεατρικής δραστηριότητας. Και ελπίζει κανείς –ανήκω σε αυτούς που ξεδιάντροπα ελπίζουν– σε μια έκπληξη, σ’ ένα ξάφνιασμα, σε μια απροσδόκητη αλλαγή, ίσως-ίσως και σε μια ενσωμάτωση κριτηρίων πολιτιστικής βιωσιμότητας στις επιχορηγήσεις!

Λευτέρης Βογιατζής

Λευτέρης Βογιατζής

Ελπίζει κανείς και σε μια άλλη αντιμετώπιση της πολιτείας για το θέατρο στην Περιφέρεια. Περιμένει να ακολουθήσει δρόμους ουσιαστικής ενίσχυσης με γνώμονα όχι την αξιολόγηση της θεατρικής κατάστασης όπως είναι, αλλά έτσι όπως τη φανταζόμαστε. Να σημειωθεί ότι ενώ μέσα στην κρίση υπήρχαν επαγγελματίες άλλων κλάδων που στράφηκαν από το κέντρο στην περιφέρεια, αυτό δεν συνέβη με τους δημιουργούς του θεάτρου. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης με αυξημένα προβλήματα και …θεατρικής υδροδότησης και με το ΚΘΒΕ να πίνει όλο το …νερό. Στις περσινές επιχορηγήσεις στο ελεύθερο θέατρο όλα τα θεατρικά σχήματα της Θεσσαλονίκης -που κρίθηκαν ότι αξίζει να επιχορηγηθούν- έλαβαν μόνο 47.000 ευρώ από τα 1.080.000 ευρώ που δόθηκαν συνολικά. Ναι, είναι θεατρικά χαμηλοτάβανη η Θεσσαλονίκη. Πώς θα ψηλώσει όμως εάν δεν δοθούν κίνητρα σε καλλιτέχνες να μείνουν και να δημιουργήσουν εκεί; Εάν δεν μπολιαστεί με νέους καλλιτέχνες που θα ανακατευτούν με το τοπικό δυναμικό; Και μήπως, ενισχύοντάς την, θα κινδύνευε λιγότερο από θρόμβωση η πρωτεύουσα;Πρόσφατα ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ Γιάννης Αναστασάκης δήλωσε ότι η κρατική επιχορήγηση στο ΚΘΒΕ, που ανέρχεται σήμερα στα 5,7 εκατομμύρια ευρώ δεν επαρκεί, καθώς καλύπτει μόνο τη μισθοδοσία και τις οφειλές στο ΙΚΑ και ζητά να φτάσει στα 7 με 7,5 εκατομμύρια ευρώ. Και προς στιγμήν αναρωτιέμαι βέβηλα: εάν δίνονταν σε μορφή επιχορηγήσεων στο ελεύθερο θέατρο της Θεσσαλονίκης 1 εκατ. ευρώ το χρόνο, ποιο θα ήταν το νέο της θεατρικό πρόσωπο; Και αμέσως μετά φυτρώνει στο μυαλό μου μια εικόνα: το ΚΘΒΕ ως μια γιγάντια γερασμένη φάλαινα που καταπίνει -ίσως άθελά της- κάθε πιθανή εστία ζωής.

ΚΘΒΕ

ΚΘΒΕ

Η Περιφέρεια βεβαίως ορίζεται θεατρικά και από τα περίφημα ΔΗΠΕΘΕ της, που τελευταία φαίνεται να βγαίνουν από την εντατική. Εκεί το ΥΠΠΟ έχει καταθέσει τα όπλα. Η λειτουργία τους συνεχίζει αποκλειστικά γιατί υπάρχει χρηματοδότηση από τους τοπικούς δήμους. Οι ετήσιες επιχορηγήσεις του ΥΠΠΟ πενιχρότατες -φέτος θα φτάσουν μόλις τα 35.000 με 40.000 ευρώ- τροφοδοτούν τα επιχειρήματα των τοπικών κοινωνιών για συμμετοχή των εγχώριων ερασιτεχνών στις επαγγελματικές παραστάσεις των θεάτρων, αναζωπυρώνοντας την παιδική ασθένεια του θεσμού. Κι ενώ στα ΔΗΠΕΘΕ μοιάζει πια η γυναικεία παρουσία να είναι γεγονός στη θέση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, δεν ισχύει το ίδιο για το Εθνικό, το ΚΘΒΕ και το Φεστιβάλ Αθηνών. Εκεί για να αναλάβεις την καλλιτεχνική διεύθυνση, θα πρέπει απαραιτήτως να είσαι άρρεν και άνω των 50.

 Εθνικό Θέατρο

Εθνικό Θέατρο

Επιστροφή στο κέντρο. Στη θέση της καρδιάς του σώματος-χάρτη, όπου κατοικεί το Εθνικό Θέατρο, της διεύθυνσης του Στάθη Λιβαθινού. Ένα Εθνικό που στέκεται όρθιο, προσφέρει κοινωνικό έργο, αλλά μοιάζει να χρειάζεται επειγόντως …βηματοδότη. Άνευρο, χωρίς τις μεγάλες παραστάσεις που θα του δώσουν αυτοπεποίθηση και διαυγή ταυτότητα, ψάχνει τα βήματά του έξω από την ομίχλη. Δίπλα του, ιστορικά θέατρα-ζωτικά όργανα παλεύουν με την επιβίωση με αξιοπρέπεια και δυνατές στιγμές. Η Λυρική, από την άλλη, διανύει μία από τις πιο φωτεινές περιόδους της, με προτάσεις και κοινωνική ενσυναίσθηση.

Βάκχες του Άρη Μπινιάρη

Βάκχες του Άρη Μπινιάρη

Κατά τα άλλα, ο θεατρικός πληθωρισμός αγγίζει το κόκκινο. Πυρετός. Σύμπτωμα μιας ασθένειας που μοιάζει με το φόβο του κενού. Περισσότερες από 1000 παραστάσεις φέτος στην Αθήνα. Κριτικοί που τρέχουν για να προλάβουν να δουν ένα μικρό –πώς αλλιώς- ποσοστό των παραστάσεων. Ηθοποιοί που παίζουν ένα έργο σε απογευματινή και σε λίγα λεπτά εμφανίζονται σε άλλο έργο και συχνά σε άλλο θέατρο σε βραδινή, η κατάργηση της σκηνογραφίας μέσα από την ιδέα του «ευέλικτου» σκηνικού που οφείλει να αλλάζει σε ελάχιστο χρόνο, απλήρωτοι συντελεστές, απλήρωτες πρόβες και άλλα ευτράπελα.

Και μέσα σε όλα αυτά και η Στέγη, ο οργανισμός που σαν από μηχανής θεός προσγειώθηκε στην Αθήνα και έκανε το αδύνατο: ανανέωσε τα νεκρά νευρικά κύτταρα του σώματος-χάρτη και έδωσε ενέσεις ζωής σε σημαντικούς θεατρικούς οργανισμούς. Τάχθηκε υπέρ της εξωστρέφειας, των δημιουργιών αιχμής στο σύγχρονο πολιτισμό και –το πιο σημαντικό- κατάφερε να κάνει τον πειραματισμό σέξι.

Τραμ με το όνομα Πόθος του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Τραμ με το όνομα Πόθος του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να θυμηθώ στιγμές της σεζόν που πέρασε. Τι αφήνει στη μνήμη η φετινή ελληνική θεατρική σοδειά; Aπό τις πολλές, πάρα πολλές παραστάσεις -δυστυχώς οι περισσότερες μέτριες- ξεπροβάλλουν τρεις που θεωρώ ότι μπορεί και να σταθούν και εκτός συνόρωνοι εκθαμβωτικέςΒάκχες του Άρη Μπινιάρη, μια άκρως φεστιβαλική παράσταση, που ταρακούνησε την κατανόησή μας για το αρχαίο δράμα, το υπέροχο Τραμ με το όνομα Πόθος του Μιχαήλ Μαρμαρινού, που μετέφρασε όλη την αγωνία του αριστουργήματος του Ουίλιαμς σε ένα καθηλωτικό blues και η Γρανάδα του Γιάννη Καλαβριανού, μια παράσταση ποιητική βασισμένη σε ένα σημαντικό νέο ελληνικό έργο, που ξεφεύγοντας από την ηθογραφία έθιξε ένα δύσκολο θέμα, αυτό της απώλειας και μας άγγιξε, γιατί αφορά τον Άνθρωπο και όχι μια χιλιοπασπαλισμένη, μίζερα αποτυπωμένη ελληνική πραγματικότητα.

Το σκίτσο αυτού του χάρτη κλείνει για σήμερα. Για το Φεστιβάλ Αθηνών που ανοίγει αυλαία θα μιλήσουμε την επόμενη φορά. Θα τα λέμε, άλλωστε, από εδώ.

Γρανάδα του Γιάννη Καλαβριανού

Γρανάδα του Γιάννη Καλαβριανού