Nτόναλντ Σάντερλαντ έχει προχωρημένο αλτσχάιμερ. Χρειάζεται πια στενή παρακολούθηση. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει την επί πενήντα χρόνια σύζυγό του, Έλεν Μίρεν, να οργανώσει, κρυφά από τα παιδιά της, ένα ταξίδι με το παλιό τους τροχόσπιτο, όπως έκαναν τα παλιά καλά χρόνια. Αν μη τι άλλο ο Σάντερλαντ μπορεί να οδηγεί ακόμη, οπότε εκείνη αναλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα και πρακτικά, ανάμεσα στα οποία προεξάρχουσα θέση έχει να του θυμίζει κάθε τόσο πού βρίσκονται και τι κάνουν. Το ταξίδι δεν ξεκινάει με κάποιον φιξ τοπικό προορισμό (και κανονικά μόνο αυτά πρέπει να λογίζονται ως αληθινά ταξίδια), θα βρει έναν προορισμό στην πορεία, αλλά ο σκοπός του είναι άλλος: μια τελευταία απόδραση, όσο ακόμη μπορούν ή για την ακρίβεια, ενώ θεωρητικά έχουν πάψει να μπορούν. Αλλά το «μπορώ» είναι σε πολλές περιπτώσεις υποκατηγορία του «θέλω». Και η Μίρεν θέλει. Και ο Σάντερλαντ υπακούει. Χωρίς να ξέρει ακριβώς τι θέλει. Χωρίς να ξέρει ακριβώς τι κάνει. Χωρίς να ξέρει ακριβώς ποιος είναι.

Λέγαμε λίγα χρόνια πριν, για μια άλλη ταινία που είχε ως κεντρικό θέμα έναν άνθρωπο με αλτσχάιμερ, το “Still Alice“: Προχωράμε στη ζωή και όλα αυτά που θυμόμαστε, όλα αυτά που ξέρουμε, όλα αυτά που έχουμε ζήσει, προσδιορίζουν το ποιοι είμαστε. Ο ανά πάσα στιγμή εαυτός μας είναι το τελικό σημείο της ως εκείνη τη στιγμή διαδρομής. Όταν αυτή η διαδρομή χάνεται σιγά σιγά από τον χάρτη του μυαλού μας, μένουμε ξεκρέμαστοι. Σε αντίθεση με τις ασθένειες που εκφυλίζουν το σώμα, όπου ο εαυτός παραμένει εκεί, υποφέρει αλλά είναι εκεί, οι ασθένειες που εκφυλίζουν το μυαλό είναι σαν ένας πρόωρος θάνατος, σαν ένας θάνατος εν ζωή, καθώς μένει το σώμα ως κέλυφος και ως παρωδία του αληθινού σου εαυτού που έχεις πια απωλέσει, καθώς τον ξέχασες.

Μια βασική διαφορά που έχει το «Ταξίδι Αναψυχής» από το “Still Alice” ή το λίγο παλιότερο “Αway from Her” (ταινίες που οδήγησαν τις πρωταγωνίστριες τους Τζούλιαν Μουρ και Τζούλι Κρίστι σε απώλεια μνήμης επί της οθόνης και σε σωρεία βραβεύσεων έξω από αυτήν), είναι ότι ο δικός του τόνος δεν είναι μόνο πάντα δραματικός και ότι ο Πάολο Βίρτζι αντιμετωπίζει το θέμα πολύ λιγότερο βαριά. Η Έλεν Μίρεν έχει αποφασίσει να μην παίρνει κατάκαρδα τα κενά στη μνήμη του άντρα της, προσπαθώντας να τον επαναφέρει όσο γίνεται στην πραγματικότητα. Το μυαλό του λειτουργεί πλέον με θραύσματα μνήμηςΟ χάρτης του παρελθόντος, ο χάρτης του εαυτού, έχει πάψει να είναι ένα συμπαγές έδαφος και έχει μετατραπεί σε μικρά νησάκια. Τη μια στιγμή βρίσκεται στο παρόν, την επόμενη πολλές δεκαετίες πίσω. Εκείνο που φαίνεται να μην μπορεί να ξεχάσει είναι το πάθος του, η αγάπη του και η βαθιά του γνώση για το έργο του Χέμινγουεϊ, το οποίο και δίδασκε μια ζωή στο Πανεπιστήμιο. Ακόμη κι αν τώρα, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία του, λέει ότι φτάνει στο τέλος μιας πρότασης χωρίς να μπορεί να θυμηθεί τι συνέβαινε στην αρχή της. Ίσως ο Χέμινγουεϊ και το έργο του να βρίσκεται σε κάθε θραύσμα του εαυτού του, σε κάθε νησάκι μνήμης, ίσως η βαθιά γνώση και κατανόηση ενός γνωστικού τομέα να αποτελεί ένα συνεχές, το οποίο υπερκαλύπτει τα επί μέρους επεισόδια της ιστορίας που είναι η ζωή του καθενός μας.

Κι όταν χάνεται αυτό το συμπαγές της ιστορίας μας και της αυτοαφήγησής μας,τότε δεν είσαι πια ο εαυτός σου. Είσαι πότε το ένα και πότε το άλλο μεμονωμένο κομμάτι του. Αλλά το τμήμα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το σύνολο. Ο εαυτός είναι το σύνολο. Όλη η ιστορία που έχουμε καταγράψει. Όλα όσα θυμόμαστε για εμάς που μας εξηγούν, μας δικαιολογούν, μας αποθεώνουν, μας αθωώνουν, μας κατηγορούν, μας κρίνουν. Οι ομολογημένες χαρές και οι ανομολόγητες χαρές μας. Οι ομολογημένοι και οι ανομολόγητοι φόβοι μας. Οι ομολογημένες και οι ανομολόγητες προσδοκίες μας. Όσα λέμε. Όσα δεν λέμε. Όσα επιλέγουμε να θυμόμαστε γιατί μας συμφέρουν. Όσα επιλέγουμε να ξεχνάμε γιατί δεν μας συμφέρουν. Ακόμη κι αυτή η επιλεγμένη λήθη συνιστά εαυτό.

Δίπλα στην πνευματική αρρώστια του Σάντερλαντ, η σωματική αρρώστια της Μίρεν. Η Μίρεν είναι ο άνθρωπος που ήταν, ο οποίος έχει μια αρρώστια. Ο Σάντερλαντ δεν είναι ο άνθρωπος που ήταν. Κι αν κάτι μας βοηθάει να χωνέψουμε το αλτσχάιμερ είναι ακριβώς αυτό. Ότι είμαστε το πνεύμα μας και όχι τα σώματά μαςΤα σώματά μας μας φιλοξενούν, μας συνδιαμορφώνουν, καθορίζουν τι μπορούμε να κάνουμε και τι όχι, τι επιθυμούμε να κάνουμε και τι όχι, μας τραβάνε συχνά πυκνά από τη μύτη, αλλά ως εκεί. Προφανώς ο δέκα μηνών Σάντερλαντ δεν είναι ο δέκα χρονών Σάντερλαντ, προφανώς ο δέκα χρονών Σάντερλαντ δεν είναι ο είκοσι χρονών και πάει λέγοντας. Αλλά ο ογδόντα χρονών Σάντερλαντ κουβαλά μαζί του όλη την ιστορία των ογδόντα χρόνων του. Ακόμη κι εκείνη που έχει επιλέξει να ξεχάσει. Και όλο αυτό που τον έχει οδηγήσει ως εδώ είναι ο εαυτός του. Όσο και να πονά η Μίρεν, παραμένει ο εαυτός της. Είναι το σώμα της που κάνει νερά. Ενώ τα νερά που κάνει ο εγκέφαλος του Σάντερλαντ, σημαίνουν πως έχει πάψει να είναι ο ίδιος. Είναι πια κάτι άλλο. Ξενιστής ενός θραυσματικού εαυτού. Κι ο θραυσματικός εαυτός δεν είναι εαυτός. 

Ξεκινώντας η ταινία μας πληροφορεί ότι διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 2016. Πριν προλάβουμε να αναρωτηθούμε γιατί χρειάζεται η συγκεκριμένη πληροφορία, ακούμε τον Τραμπ να μιλάει στην προεκλογική εκστρατεία του και πιάνουμε αμέσως το πολιτικό υπονοούμενο. Το οποίο δεν μένει καν υπονοούμενο, καθώς θα έρθει η στιγμή που το τροχόσπιτο θα πέσει σε συγκέντρωση οπαδών του Τραμπ και ο περιχαρής Σάντερλαντ θα βρεθεί ανάμεσα σε διάφορες υποστηρικτές του (που μοιάζουν περισσότερο με καρικατούρες, που μοιάζουν με καρικατούρες ακόμη κι αν είναι ακριβείς απεικονίσεις τους) και θα αρχίζει να φωνάζει κι αυτός USA και Μake America Great Again. Όσο κι αν συμφωνεί κανείς πολιτικά με την αντιπάθεια και τη φρίκη απέναντι στο φαινόμενο Τραμπ, κινηματογραφικά η σκηνή δεν λειτουργεί και εν πάση περιπτώσει χρειάζονται άλλου είδους εργαλεία για να εξηγηθεί το φαινόμενο από το να βάζεις να ζητωκραυγάζει υπέρ του ένας άνθρωπος που τα έχει χαμένα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν γίνεται να μην αναφερθεί κανείς στη σύμπτωση και τη συγκυρία. Την εβδομάδα που κυκλοφόρησε η ταινία στην Ελλάδα, ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αναφερόμενος στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, δηλώνει σε συνέντευξή του (εξίσου περιχαρής με τον Σάντερλαντ), πως έναν δεκαεπτάχρονο δεν τον νοιάζει τι έγινε το 1963, ενώ η εκπρόσωπος Τύπου του κόμματός του, έρχεται να βάλει το κερασάκι στην τούρτα, δηλώνοντας ότι ο αρχηγός της γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία. Αλλά για να επανέλθουμε στα του «Ταξιδιού Αναψυχής», αυτά που είναι δόκιμα για σάτιρα ή για πολιτική κριτική και η επισήμανση αναλογιών ανάμεσα στη λειτουργία που έχει η λήθη και η άγνοια της Ιστορίας για τον πολίτη μιας δημοκρατίας και στη λειτουργία που έχει το αλτσχάιμερ για έναν άνθρωπο, δεν είναι εξ ορισμού και από μόνα τους πρόσφορα για ενσωμάτωση σε μια κινηματογραφική ταινία, και σίγουρα στη συγκεκριμένη ταινία που εστιάζει στο προσωπικό, αποτελούν παράταιρες λοξοδρομήσεις.

Στην πρώτη αγγλόφωνη προσπάθειά του του, ο Πάολο Βίρτζι γυρίζει πάλι έναroad movie δύο χαρακτήρων όπως με την αμέσως προηγούμενη ταινία την «Τρελή Χαρά». Εκείνη ήταν ένας ενεργειακός σίφουνας, επειδή έτσι απαιτούσε ο ρόλος της Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι. Εδώ προφανώς και οι ρυθμοί είναι πολύ πιο ήπιοι, εδώ προφανώς και το πετάλι δεν βρίσκεται στο διαρκές γκάζι. Αλλά αν μπορούμε να καταλογίσουμε στον Βίρτζι ότι το «Ταξίδι Αναψυχής» είναι λιγότερο δυνατό σινεμά από την «Τρελή Χαρά» κι ότι με τη σειρά της η «Τρελή Χαρά» είναι λιγότερο σημαντική ταινία από το εξαιρετικό «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», αν μπορούμε επίσης να του καταλογίσουμε ότι το «Ταξίδι Αναψυχής» κινείται μέσα σε προβλεπόμενα και προβλέψιμα μοτίβα του είδους το οποίο υπηρετεί, μπορούμε επίσης να του πιστώσουμε ότι, με την εξαίρεση λιγοστών αστοχιών, κινείται μέσα σε αυτά τα μοτίβα με άνεση και χάρη, βοηθούμενος τα μάλα από τις έξοχες ερμηνείες του Σάντερλαντ και της Μίρεν.

Πηγή: elculture.gr