ΑΜΑΝΤΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ
«Μπαρόκ»
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 346

​​Πώς αντικρίζει κανείς τον εαυτό του; Πώς αντιλαμβάνεται το εγώ του; Πώς καταλαβαίνει τη ζωή του; Τι καταλαβαίνει απ’ τη ζωή του; Πώς ανασυστήνει μέσα στον νου τον βίο του και πώς τον αφηγείται αν θέλει να τον αφηγηθεί – στον εαυτό του και στους άλλους; Και πώς αντιμετωπίζει το πέρασμα του χρόνου – το γεγονός των πολλών διαδοχικών εαυτών στις διάφορες ηλικίες; Αλλά και των πολλών διαφορετικών εαυτών στη διάρκεια της στιγμής; Αλλά και τη μεταβολή των άλλων; Και πώς αξιολογεί τις στιγμές, διακρίνει τις σημαντικές από τις καθημερινές; Και υπάρχει κάποιο ζητούμενο; Nα δημιουργήσει μιαν αίσθηση; Nα αναπλάσει μια διάθεση; Nα κατασκευάσει ένα απόσταγμα; Nα καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα; Nα αποτιμήσει, να φιλοσοφήσει, να νοσταλγήσει; Nα πει ακριβώς τι;

Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έχει στο ενεργητικό της επτά μυθιστορήματα, τρεις διηγηματογραφικές συλλογές και μια ιδιαίτερη θέση στην πεζογραφία των μεταπολιτευτικών γραμμάτων με το «Γιάντες» (1996), το «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη» (2003) και τη «Γυναίκα του Θεού» (2014). Η απόφασή της για το αυτοβιογραφικό «Μπαρόκ» δεν μοιάζει ανεξάρτητη από την περιπέτεια υγείας που πέρασε στα πενήντα της χρόνια – κίνητρο κι έναυσμα για απολογισμούς και αποτιμήσεις.

Oλες οι αφηγήσεις, αυτοβιογραφικές και μη, είναι μυθοπλασίες: απ’ τον ατέρμονα χρόνο και απ’ τα αναρίθμητα περιστατικά, βιώματα κι ιδέες, ο αφηγητής διαλέγει μερικά και συνθέτει μια περσόνα, μια διαδρομή κι ένα ύφος ζωής. Στο «Μπαρόκ» υπάρχει μια κρίσιμη επιλογή που ορίζει και συνοψίζει τη στάση της συγγραφέως. Τα πενήντα μικρά κεφάλαια του βιβλίου, που αντιστοιχούν λίγο πολύ σε κάθε ένα από τα πενήντα χρόνια της, αναπτύσσονται αντίστροφα. Η εξιστόρηση ξεκινά απ’ το παρόν και οπισθοδρομεί, οδεύει από το σήμερα στο παρελθόν, κινείται από το εδώ στο τότε, κόντρα στον χρόνο, αντίθετα στο ρεύμα, ανάποδα. Δεν μεγαλώνουμε, μικραίνουμε, δεν ωριμάζουμε, γινόμαστε άγουροι, δεν αποκτούμε γνώσεις αλλά αντιθέτως στερούμαστε την αναγκαία πείρα. Πρόκειται για ένα ειρωνικό παιχνίδι και συγχρόνως για μιαν άποψη με σοβαρά πλεονεκτήματα. Κατ’ αρχάς, ο αναγνώστης προσκαλείται σε μια συμμετοχική εγρήγορση προκειμένου να αφαιρεί κάθε φορά όσα η ηρωίδα δεν γνώριζε ακόμα στον βίο της. Πως εντέλει θα γινόταν συγγραφέας (παρά τη γονεϊκή προτροπή να ξεπεζέψει απ’ τα σύννεφα) και πως θα έμπαινε μάλιστα στη λέσχη των διεθνών ιερών λογοτεχνικών τεράτων. Πως θα συναντούσε, τελικά, τον άντρα που θα την παρέσυρε στις περιπέτειες που αξίζει να ζεις. Πως τις εκπληρώσεις τις συνοδεύει αναγκαστικά η απώλεια και πως το τυχαίο και η σύμπτωση ενίοτε ορίζουν το ριζικό…

Ταυτόχρονα η αντίστροφη κίνηση στον χρόνο αποκαλύπτει μια θετική στάση, φανερώνει μια συμφιλίωση, υποδηλώνει μια συγκινητική κατάφαση απέναντι στη ζωή. Διότι είναι η μέθοδος με την οποία οδεύουμε απ’ τη μελαγχολία της απώλειας στο θάμβος της προσδοκίας· είναι ο τρόπος που οδηγούμαστε στις μέρες που ωσάν μικροί θεοί ανασηκωνόμαστε, γινόμαστε άνθρωποι που αρχίζουν να περπατούν και να μιλούν. Είναι η μικρή Αμάντα, παντοδύναμη μες στην αδυναμία των πρώτων δύο της χρόνων, μέσα στον κήπο της Εδέμ που είναι το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα αναξιοποίητα μακρινά Βριλήσσια, η οποία μαθαίνει κάτω απ’ τον σκληρό τιμωρό ήλιο τη λαμπρότητα και τον πόνο της πολύχρωμης και πολυδύναμης ζωής. Μωρή και συγχρόνως σοφή, αφελής και μαζί ορμητική, παθητική και ταυτόχρονα επινοητική, θα διανύσει τον χρόνο που θα τη φέρει στο σήμερα κάνοντάς τη δημιουργική αλλά αυτοσυγκρατημένη, αυτοδημιούργητη αλλά σεμνή, τολμηρή αλλά χαμηλών τόνων στην Ελλάδα της χούντας και της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, σε έναν τόπο στενό και φτωχό και ταυτόχρονα πάμπολλων ευκαιριών ολάνοικτο στον έξω κόσμο.

Πηγή: kathimerini.gr