Αύριο,στις 15 ιουνίου γιορτάζει η Εκκλησία μας έναν άγιο, που είναι λες ένα από τα  σύγχρονα παιδιά μας.

Συνάμα πανηγυρίζει και το μοναστήρι »Άγιος Αυγουστίνος» στη Φλώρινα.

Αφιερώνουμε γι΄αυτό και το σχετικό κείμενο »ο γιος των δακρύων».

 

Πρόκειται για το ένα από τα τρία παιδιά του Πατρίκιου και της Μόνικας, που διέμεναν στην Ταγάστη της σημερινής Αλγερίας.

 

Ο πατέρας του, δημόσιος άρχοντας, ήταν ειδωλολάτρης και είχε δυο φοβερά ελαττώματα: ήταν οξύθυμος και παραδινόταν σε διεφθαρμένες γυναίκες.

Η μητέρα του, είκοσι χρόνια μικρότερη του άντρα της, ήταν χριστιανή.

 

Ο γιος για τον οποίο γίνεται λόγος είναι ο Αυγουστίνος.

Γεννήθηκε το 354 μ.Χ εκεί στην Ταγάστη,

 

Ήδη από τη σύλληψή του κουβαλούσε στο είναι του δυο αλληλοσυγκρουόμενους κόσμους, του άσωτου πατέρα του και της αγίας μητέρας του.

Πολύ γρήγορα φάνηκε ότι ο Αυγουστίνος ήταν ζωηρή και ατίθαση φύση, την οποία ενίσχυε η διαπαιδαγώγηση που δεχόταν.

Από τη μια της μητέρας του, που ήθελε τον Αυγουστίνο παιδί της Εκκλησίας, από την άλλη του πατέρα του, που τον παρότρυνε και με το παράδειγμά του και με τα λόγια του σε ελευθεριότητα πνεύματος και ζωής.

΄Ετσι ο ένας έχτιζε και ο άλλος γκρέμιζε.

Κι ο Αυγουστίνος γινόταν γι΄αυτό δύσκολο παιδί.

Το σχολείο δεν το συμπαθούσε.

Τον πίεζαν και τον ξυλόδερναν, για να πάει.

Τη μελέτη δεν την αγαπούσε.

Του φαινόταν »βουνό» να συγκεντρώσει τη σκέψη του στα μαθήματα.

Για ν΄αποφύγει την τιμωρία των γονιών και των δασκάλων του, κατέφευγε στο ψέμα, όπως θα εξομολογηθεί αργότερα ο ίδιος.

 

Ωστόσο καθώς μεγάλωνε, άρχιζε να αγαπάει και τη μελέτη, και μάλιστα αρχαίων συγγραφέων.

 

Στέλνεται στα Μάδαυρα για σπουδές στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και στη ρητορική.

Εδώ φάνηκαν τα εξαιρετικά προσόντα του: οξύτατη αντίληψη, σπουδαία μνήμη, μοναδική κριτική ικανότητα, ζωηρή φαντασία και ευγλωττία που συνάρπαζε.

Για λόγους οικονομικούς όμως διακόπτει τις σπουδές του και γυρίζει στην πατρίδα του, την Ταγάστη.

Ήταν τότε 16 ετών.

 

Συναισθηματικός και παρορμητικός δέθηκε πολύ με φίλους του  και χωρίς να το καταλάβει μπλέχτηκε σε κακές συναναστροφές.

Οι συνομίλικοί του διαφήμιζαν και καυχιόνταν για ηθικές παρεκτροπές και ξεπεσμένους έρωτές τους.

 

Κι ο Αυγουστίνος δεν ήθελε να ξεχωρίζει από την παρέα του.

Έτσι έγινε έρμαιό τους κι ακολούθησαν οι ανάλογες συνέπειες.

Να πώς μιλάει ο ίδιος για τον εαυτό του:

»Εκείνη την εποχή ήμουν έρμαιο παθών σφοδροτάτων και ηδονών της κόλασης και δεν ντρεπόμουνα να εμπλέκομαι σε έρωτες ασταθείς και σκοτεινούς…κατασπαταλώντας τις ανθηρές και ακμαίες δυνάμεις μου…».

 

Ο πατέρας του αρχικά τον καμάρωνε γι΄αυτό, μέχρις ότου μετανόησε, βαφτίστηκε χριστιανός, αλλά και σε λίγο πέθανε.

Ο Αυγουστίνος βάδιζε στα 19 του.

 

Μετά το θάνατο του πατέρα του κατέβηκε στην Καρχηδόνα, για την οποία ο παράφορος και αισθηματικός γιος των δακρύων της Μόνικας σημειώνει στο βιβλίο του »Εξομολογήσεις»:

»Εκηλίδωσα την πηγή της φιλίας με το βόρβορο της φιληδονίας», μ΄ό,τι σημαίνει αυτό.

Κυνηγούσε διαρκώς τη σαρκική ηδονή, τη γευόταν κι όπως αυτός που πίνει θαλασσινό νερό όχι μόνο δεν ξεδιψάει, αλλά κάνει τη δίψα του ακόμη πιο αφόρητη, έτσι κι ο Αυγουστίνος γινόταν  δούλος της.

 

Η μητέρα του ως αυτή τη στιγμή ψηνόταν στην αγωνία και έκανε ό,τι μπορούσε, για να βοηθήσει τον Αυγουστίνο της να τιθασεύσει τα πάθη του.

Καθημερινά όμως διαπίστωνε ότι ο γιος της ήταν ένα ηθικό ερείπιο και τρόμαξε, όταν μπλέχτηκε και στο Μανιχαϊσμό, ένα κράμα θρησκειών.

 

Τελείωσε στο μεταξύ τις σπουδές του αποθαυμαζόμενος από όλους εκτός από τη μητέρα του, η οποία τον θρηνούσε.

Και δεν έφταναν όλα τα παραπάνω. Ο Αυγουστίνος σύναψε σχέσεις και με παράνομη γυναίκα και απέκτησε εξώγαμο παιδί.

Ήθελε να γυρίσει μ΄αυτούς τους δυο στο σπίτι του στην Ταγάστη, αλλά η Μόνικα δεν τον δέχτηκε σ΄αυτή την κατάσταση.

Πήγε τότε σ΄ένα  φιλικό τους σπίτι, όπου και με την παρέα του έκφυλου φίλου του δεν έμεινε τίποτε βρωμερό π[ου να μην το δοκιμάσει, όπως διηγείται ο ίδιος.

 

Πληγή που πυορροούσε για την ίδια όλη αυτή η βιοπολιτεία του παιδιού της.

Η προσευχή έγινε ανάσα της για τον Αυγουστίνο.

Αποτέλεσμα δεν έβλεπε, αλλά και δε συμβιβαζόταν με την όλη κατάσταση

 

Πήγε στον Επίσκοπο και τον παρακάλεσε να καλέσει τον Αυγουστίνο κοντά του και να τον βοηθήσει να δει την πλάνη του.

Ο Επίσκοπος τη θαύμασε καιν ενθάρρυνε: »Πήγαινε, κόρη μου.Ένα παιδί που προξενεί τόσα δάκρυα στη μητέρα του, δεν είναι ποτέ δυνατόν να χαθεί. Θα σωθεί ο γιος σου».

Ο Αυγουστίνος στο μεταξύ αποφάσισε να διδάξει στη Ρώμη.

Η Μόνικα πίστεψε ότι, αν πήγαινε εκεί, θα χανόταν οριστικά μέσα στην αμαρτία, γιατί η Ρώμη ήταν η πόλη των οργίων.

Αντέδρασε όσο μπορούσε.

Δεν κατάφερε τίποτε όμως. Ο ίδιος θα γράψει αργότερα: »Ο χωρισμός σπάραξε την καρδιά μου. Με συνόδευσε μέχρι την ακτή. Έπεσε πάνω μου και μ΄έσφιγγε σπασμωδικά, για να με κρατήσει ή για να φύγει μαζί μου. Αλλά την εξαπάτησα…».

 

Η Μόνικα πάλεψε χρόνια για τη επιστροφή του γιου της στην αλήθεια και στην υγιή ζωή. Αλλά μέχρι τώρα κανένα σημάδι ότι οι προσευχές της θα καρποφορούσαν, ότι τα δάκρυα και ο πόνος της θα ανάσταιναν το παιδί της.

 

Όμως έτσι λέμε εμείς, αλλά ο Θεός έδειξε σκανδαλωδώς την ευαρέσκειά Του στη Μόνικα.

Ο Αυγουστίνος πήγε βέβαια στη Ρώμη, αλλά και ο Θεός ετοίμαζε το δίχτυ Του.

 

Όντας ο Αυγουστίνος σπουδαίος ρητοροδιδάσκαλος επιλέχτηκε στη συνέχεια από το διοικητή της Ρώμης να σταλεί ως διδάσκαλος της ρητορικής στα Μεδιόλανα.

Όπου και πήγε.

Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθεί τον περίφημο επίσκοπο Αμβρόσιο.

Στην αρχή μόνο για τη ρητορική του.

Σαγηνεύτηκε όμως και από τα κηρύγματά του.

Έτσι το πνεύμα του άρχισε να φλογίζεται. Η ηθική του σαπίλα να τον ερεθίζει και να μην την αντέχει άλλο.

Και το αποκορύφωμα; Ενώ μια μέρα χαλάρωνε στο περιβόλι του σπιτιού που διέμενε και γύρω ήταν ερημιά, άκουσε μια μακρινή παιδική φωνή:»Tole et lege». Πάρε και διάβασε.., πάρε και διάβασε..

Γύρω του κανείς.

Σηκώθηκε, κοίταξε, έψαξε.

Κανείς.

Μια παρόρμηση ένιωσε να τον οδηγεί στην Αγία Γραφή, που ήταν δίπλα του: »Ήρθε η ώρα να ξυπνήσετε από τον ύπνο. Γιατί τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά σας. Η νύχτα όπου νά΄ναι φεύγει και η μέρα κοντεύει να έρθει. Γι΄αυτό ας πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους και ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός. Η διαγωγή μας ας είναι κόσμια, τέτοια που αρμόζει στο φως.

Ας πάψουν τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες και οι φθόνοι.

Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας».

 

Αυτό ήταν.

Σταθμός σωτήριος στη ζωή του Αυγουστίνου.

Τα δάκρυα της μητέρας του δικαιώθηκαν. Οι προσευχές της εισακούστηκαν και απαντήθηκαν θαυμαστά από το Θεό.

Ο Αυγουστίνος έζησε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Αναλύθηκε σε δάκρυα. Αυτά που φέρνουν στην ψυχή γαλήνη και την κάνουν ανάλαφρη.

 

Αναθεώρησε στη συνέχεια τα πιστεύω του και τον τρόπο ζωής του και ύστερα από λίγο καιρό βαφτίστηκε χριστιανός κι έγινε μέλος της Βασιλείας του Θεού.

Της Εκκλησίας.

 

Ακολούθησαν συγκινητικές με τη μητέρα του ώρες και στιγμές.

Η Μόνικα νιώθει βαθιά ευγνωμοσύνη στο Θεό και διπλά γεννημένο απ΄αυτήν το γιο της, και σαρκικά και πνευματικά.

Και η καρδιά της σπάει από την αγάπη που του έχει.

Η αποστολή της στον κόσμο αυτόν τέλειωσε όμως και τη ζωή της δεν τη θέλει άλλο.

Επιθυμεί να πετάξει στα ουράνια σκηνώματα για να ξεκουραστεί.

Για τη γη δεν της μένει άλλος πόνος που να μην τον πέρασε κι άλλο δάκρυ για να στάξει.

Έτσι εννιά μέρες από τη βάφτιση του Αυγουστίνου αναπαύτηκε εν Κυρίω.

 

Συγκλονίστηκε ο Αυγουστίνος της.

Προσπαθούσε να συγκρατηθεί, για να μην ξεσπάσει σε λυγμούς, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ένιωθε ότι έχανε μια μοναδική παρηγοριά, που τη χρειαζόταν τόσο πολύ κι από δω και πέρα.

Τον παρηγόρησε όμως η πίστη ότι θα τον παρακολουθούσε κι από ψηλά, όπως και στη γη.

Και οι προσευχές της θα ήταν το ίδιο καυτές και στον ουρανό, γιατί και στο εξής ο δρόμος του για την αγιότητα θα ήταν εξίσου επίπονος.

Άλλωστε όσοι κοιμούνται εν Κυρίω — πεθαίνουν δηλ. — δε χωρίζουν ποτέ από τους αγαπημένους τους.

Μόνο που οι κοιμηθέντες είναι σε άλλη διάσταση.

Και μόνο που η Μόνικα δεν πρόλαβε να καμαρώσει το γιο της κι εδώ στη γη, που από μεγάλος αμαρτωλός έγινε κι ένας μεγάλος άγιος.

 

Σήμερα θεωρείται ένα από τα δέκα μεγαλύτερα πνεύματα των αιώνων, απ΄τους σπουδαιότερους πατέρες της Δύσης και είναι και πολυγραφότατος συγγραφέας.

.

——————————————————-

Καμιά άλλη θρησκεία στον κόσμο δεν έχει να επιδείξει τέτοια θαύματα. Να παίρνει κάρβουνα από τη λάσπη, να τα επεξεργάζεται και να τα μετατρέπει σε φωσφορίζοντα διαμάντια.

Να παίρνει  σάρκα φλεγόμενη από τα πάθη της και να την μετατρέπει σε πνεύμα ήρεμο και ακτινοβόλο.

Να παίρνει βρωμιά με δυσοσμία και να την κάνει άνθος του Παραδείσου , που εκπέμπει τη μεθυστική ευωδιά του Λυτρωτή της.

Ας είναι ευλογημένος αιώνια Αυτός που χαριτώνει όσους Τον πιστεύουν ειλικρινά και τους δοξάζει μαζί Του.

Ζιώγα Κατερίνα

Εκπαιδευτικός