Οι πολύμορφες κινητοποιήσεις που πραγματοποιούνται συντονισμένα αυτές τις μέρες σε όλη τη χώρα από Ομοσπονδίες Αγροτικών Συλλόγων, στο πλαίσιο του πανελλαδικού δεκαήμερου αγωνιστικής δράσης που αποφασίστηκε από την Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων, αναδεικνύουν τα οξυμένα προβλήματα των μικρομεσαίων αγροτών και κτηνοτρόφων, αλλά και την αιτία που τα δημιουργεί και τα εντείνει.

Την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί και σε αυτόν τον τομέα να παρουσιάσει μια «εικονική πραγματικότητα», να πείσει τους μικρομεσαίους αγροτοκτηνοτρόφους ότι η ανακούφισή τους και η λύση στα προβλήματά τους θα έρθει μέσα από τη «δίκαιη ανάπτυξη» και τη «νέα εποχή» της «εξόδου από τα μνημόνια», οι συντονισμένες κινητοποιήσεις των Αγροτικών Συλλόγων και των Ομοσπονδιών, τα αιτήματα που προβάλλουν, αλλά και η στάση της κυβέρνησης και των αρμόδιων αρχών απέναντι σε αυτά, επιβεβαιώνουν για μια ακόμα φορά ότι πίσω από κάθε οξυμένο πρόβλημα των μικρομεσαίων αγροτών και κτηνοτρόφων βρίσκεται η πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ, που επιταχύνει τη συγκέντρωση της γης, της παραγωγής και της εμπορίας των αγροτικών προϊόντων στα χέρια λίγων μεγαλοεπιχειρηματιών του αγροτικού τομέα, οδηγώντας στο ξεκλήρισμα τους μικρομεσαίους παραγωγούς.

***

Οι εξευτελιστικές τιμές που επιβάλλουν οι έμποροι στα αγροτικά προϊόντα και οι ζημιές που προκαλεί σε καλλιέργειες η κακοκαιρία, είναι δυο από πιο άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτό το διάστημα οι μικρομεσαίοι αγροτοκτηνοτρόφοι.

Για τις τιμές παραγωγού, χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα στα σιτηρά, τα φρούτα εποχής και στο γάλα. Οι σιτέμποροι αφήνουν να εννοηθεί ότι η τιμή φέτος θα κυμανθεί στα 16 – 19 λεπτά το κιλό, ενώ οι τιμές «έναντι» που δίνει το ιδιωτικό εμπόριο, όπως και οι Ενώσεις Συνεταιρισμών, κινούνται στα 10 έως 15 λεπτά το κιλό. Στα φρούτα εποχής, στις πρώιμες παραγωγές σε πολλές περιοχές, η παραγωγή χτυπήθηκε από την κακοκαιρία και οι έμποροι την θεωρούσαν υποβαθμισμένη, με αποτέλεσμα να κατεβάζουν συνεχώς την τιμή αγοράς. Η πλειοψηφία των παραγωγών δεν έχει τις απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης και οι έμποροι, πατώντας πάνω σ’ αυτό, απαιτούσαν και κατάφερναν να παίρνουν τη σοδειά κοψοχρονιά, ενώ πολλές φορές αυτή έμεινε στα αζήτητα. Ακόμα και στις όψιμες παραγωγές, όπου οι τιμές είναι κάπως καλύτερες, και πάλι δεν καλύπτουν το υψηλό κόστος παραγωγής. Τεράστιο πρόβλημα στη φρουτοπαραγωγή έχει προκαλέσει και το ρωσικό εμπάργκο, σε αντίποινα στις κυρώσεις της ΕΕ. Μεγάλες ποσότητες μένουν πλέον απούλητες ή πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές. Αντίστοιχα, στο γάλα, με τη στήριξη της κυβέρνησης, μια μικρή ομάδα γαλακτοβιομηχάνων μειώνει συνεχώς τις τιμές, με τον εκβιασμό ότι δεν τους παίρνουν την παραγωγή.

Για δε τις ζημιές από την κακοκαιρία – σφοδρές βροχοπτώσεις και χαλαζοπτώσεις έχουν πλήξει ιδιαίτερα δενδρώδεις καλλιέργειες και μάλιστα στην περίοδο της συγκομιδής, αλλά και μποστανικά – ο ΕΛΓΑ, παρά τα τσουχτερά ασφάλιστρα που πληρώνουν οι παραγωγοί, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει πολλές αιτίες, γεγονός που συνεπάγεται και τη μη καταβολή αποζημιώσεων. Αλλά και στις περιπτώσεις που αποφασίζονται, είναι πολύ μικρές και δίνονται με τις γνωστές μεγάλες καθυστερήσεις.

***

Στα δυο αυτά άμεσα προβλήματα των μικρομεσαίων αγροτοκτηνοτρόφων θα πρέπει να προστεθούν:

— Οι περικοπές στις επιδοτήσεις/ενισχύσεις: Στα τέσσερα πρώτα χρόνια της ΚΑΠ 2014 – 2020, οι ετήσιες ενισχύσεις έχουν περικοπεί πάνω από 35%. Συνολικά μέχρι το τέλος του 2019 οι περικοπές θα αγγίξουν το 60%. Αντίστοιχα, οι συνδεδεμένες ενισχύσεις για το 2018 μειώνονται κατά 2%. Οι περικοπές θα συνεχιστούν και με τη νέα ΚΑΠ 2021 – 2027.

— Η παραπέρα αύξηση του κόστους παραγωγής: Συνεχίζεται η ανηφόρα των τιμών σε αγροτικά μέσα και εφόδια, τις οποίες επιβάλλουν οι εμποροβιομήχανοι και το κράτος, διαμορφώνοντας πολύ υψηλές τιμές στο αγροτικό πετρέλαιο και στο αγροτικό ρεύμα και επιβάλλοντας πολλά «ειδικά χαράτσια» στον μικρομεσαίο αγροτοκτηνοτρόφο (ασφάλιστρα ΕΛΓΑ, ΕΝΦΙΑ σε χωράφια, αποθήκες και στάβλους, πληρωμές για το δικαίωμα άρδευσης μέσω των ΤΟΕΒ και για τους ΓΟΕΒ, για τις δηλώσεις ΟΣΔΕ, τις γεωργικές γεωτρήσεις, την πιστοποίηση των ψεκαστικών, τη λειτουργία των σταβλικών εγκαταστάσεων, την ηλεκτρονική σήμανση των ζώων κ.ά.).

— Η λεηλασία του ισχνού εισοδήματος των μικρομεσαίων αγροτοκτηνοτρόφων: Η υψηλή φορολογία και οι πολύ μεγάλες ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ ξεπερνούν κατά πολύ το 50% του εισοδήματος. Με το νέο νόμο για Φορολογικό – Ασφαλιστικό, οι αγρότες πληρώνουν φόρο με πολύ υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, με προκαταβολή για το επόμενο έτος και φορολόγηση μέσω των «τεκμηρίων διαβίωσης», που δεν αφήνει κανέναν στον απυρόβλητο. Το αφορολόγητο που οι αγρότες κέρδισαν με σκληρό αγώνα στα μπλόκα το 2016, κόβεται κι άλλο και κατεβαίνει στα 5.600 ευρώ. Οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν εκτοξευτεί, το μικρότερο ποσό που καλείται να πληρώσει μια αγροτική οικογένεια αγγίζει τα 3.000 ευρώ το χρόνο, ενώ ακόμα και πριν από το νέο νόμο οι περισσότεροι μικρομεσαίοι αγροτοκτηνοτρόφοι αδυνατούσαν να καταβάλλουν τις εισφορές τους. Κι όλα αυτά όταν η αγροτική σύνταξη παραμένει στα ίδια εξευτελιστικά επίπεδα, ενώ πλέον δίνεται στα 67 χρόνια.

— Οι άμεσες και έμμεσες απειλές για πλειστηριασμούς και κατασχέσεις σπιτιών, χωραφιών κ.λπ., λόγω χρεών σε Εφορία, ΟΓΑ, ΕΛΓΑ και τράπεζες. Στο μεταξύ, κράτος και τραπεζίτες συνεχίζουν να βάζουν χέρι στους λογαριασμούς των αγροτοκτηνοτρόφων, αρπάζοντας από τα χρήματα που τους κατατίθενται για επιδοτήσεις και άλλες ενισχύσεις, ενώ το ακατάσχετο χρηματικό όριο των

12.000 ευρώ συν 3.000 ευρώ για κάθε παιδί, που διεκδίκησαν αγωνιστικά στα μπλόκα των δυο τελευταίων χρόνων, εξασφαλίζοντας σχετική δέσμευση από την κυβέρνηση, δεν έγινε ακόμα πράξη…