Με τη Γκιώνα, ως όνομα βουνού, έχω οικογενειακά βιώματα. Άκουγα τον αείμνηστο πατέρα μου, που έλεγε ότι ο μεγαλοτσέλιγκας παππούς του ήθελε κάποτε να αγοράσει το βουνό Γκιώνα του όρους Βέρμιο, κοντά στο Σέλι της Ημαθίας. Το ήθελε για βοσκότοπο, αλλά κάτι δεν ταίριασε και το σχέδιό του ματαιώθηκε.

Μικρός, επίσης, άκουγα το αντάρτικο εκείνο τραγούδι, που ένας στίχος του λέει: «Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα». Άκουγα ακόμα το δημοτικό τραγούδι, του οποίου ο δημιουργός αναρωτιόταν: «Ποιός είδε τέτοιο θάμα κι αντίθαμα, παράξενο μεγάλο / να κουβεντιάζουν ταναΐ βουνά με τις κοντοραχούλες. / Η Λιάκουρα της Λιβαδιάς κ’ η Γκιώνα των Σαλώνων, / άι, Δροσούλα μ’, άι…». Το ίδιο τραγούδι σε άλλη παραλλαγή αναφέρει άλλο βουνό: «η Λιάκουρα της Λιβαδιάς και τα ψηλά Βαρδούσια». Απ’ όλες, ωστόσο, τις παραλλαγές του μένει αξεπέραστη εκείνη που ερμηνεύει η φωνή του Γιώργου Παπασιδέρη.

Η όλη ατμόσφαιρα του τραγουδιού με τα βουνά της Ρούμελης, που έτρεφαν την ηρωϊκή ψυχή των αγωνιζομένων για λευθεριά κι αξιοπρέπεια τέκνων της, αναπτύσσεται με την προσωποποίηση της Λιάκουρας, της Γκιώνας και των Βαρδουσίων «να κουβεντιάζουν» με λιτή και μοναδική εξπρεσιονιστική έκφραση, όπου θαρρείς ότι μέσα της διαχέεται το απολλώνειο δελφικό πνεύμα, που ροβολάει από τη Λιάκουρα / Παρνασσό.

Θυμάμαι ακόμα τη συγκίνηση που ένιωσε ο μακαρίτης αδερφός μου Γιώργος, που καθώς ταξίδευε με φορτηγό για την Αθήνα, κάπου σταμάτησαν και πήραν στο αυτοκίνητο ένα Ρουμελιώτη λεβεντόγερο. Από αυτόν στη συνέχεια, μαζί με τον οδηγό, ζήτησε να τους πει ένα τραγούδι, κι εκείνος έπιασε να τραγουδάει το «Ποιος είδε τέτοιο θάμα». Και το τραγούδησε τόσο περήφανα, τόσο ρουμελιώτικα, που ο αδερφός μου είχε πάντα να λέει για την αίσθηση λεβεντιάς, που τα ενέπνευσε ο γέροντας και το τραγούδι του.

Ήρθε υστερότερα και η γνωριμία με τον ρουμελιώτη Ηλία Ασημακόπουλο και η συνεργασία μου με το περιοδικό του, την ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΣ, που σαν την ιερή εστία των αρχαίων ναών, όπου έκαιγε άσβεστη η προγονική φλόγα, συντηρεί τη μνήμη του τόπου και των ανθρώπων του. Και τη συντηρεί με μια αειφόρο προσπάθεια, που καταβάλλουν ως κύριοι συντελεστές της τόσο η

πατριωτική διάθεση του ίδιου όσο και των Ρουμελιωτών, που, είτε ως συνδρομητές και αναγνώστες είτε ως αρθρογράφοι, είναι σα να ρίχνουν συνεχώς καυσόξυλα στην αναμμένη φωτιά της ρουμελιώτικης μνήμης / εστίας. Γι’ αυτό σε χρόνους οικονομικής δυσπραγίας και παγκοσμιοποιητικού σαρώματος, η συνέχεια της έκδοσης του περιοδικού του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μορφή εθνικής αντίστασης, η ευγενέστερη και πλέον απαραίτητη για να μην σκορπίσουμε σαν τα φρόκαλα κάτω από τη δίνη των ανεμοστροβίλων των ημερών μας.

Τώρα, που γράφω το άρθρο τούτο, στο νου μου έρχεται η ιδιαίτερη πατρίδα του φίλου Ηλία Ασημακόπουλου, οι Καρούτες, χωριό στα νότια της Γκιώνας. Η Γκιώνα, όπως θα φανεί από την ετυμολογική της ανάλυση, είναι τοπωνύμιο με βλαχολατινικές καταβολές, ενώ οι Καρούτες με σλάβικες. Ωστόσο, στα δυτικά από τις Καρούτες, το Λιδωρίκι μας θυμίζει (ηχητικά) τους Δωριείς, που ως Μακεδόνες / Μακεδνοί κατέβηκαν από την Πίνδο στον χώρο της Στερεάς Ελλάδας και στην ευρύτερη περιοχή του Λιδωρικίου προσέλαβαν το ιστορικό πια όνομα της φυλής τους: Δωριείς, ως άνθρωποι των δασωμένων βουνών, με κέντρο τη Δωρίδα, τη χώρα με τα πολλά δάση, ανάμεσα στη Φωκίδα και τη Λοκρίδα. Αλλά, ενώ η Ρούμελη έχει, όπως και άλλα σημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας, κάποια ξενικά τοπωνύμια και κάποιες λέξεις ξενικές στα ιδιώματά της, κατάλοιπα αλλόγλωσσων πληθυσμών, που καταστάλαξαν στο χώρο της, η ψυχή των τέκνων της είναι όχι απλά ελληνική, αλλά πολύ δωρική: δυνατή, περήφανη, αντρίκεια λυρική. Άλλωστε, την ψυχή και το δημοτικό τραγούδι του κόσμου της Ρούμελης προβάλλει ως πρότυπο ισορροπίας ανάμεσα στο περιεχόμενο και την έκφραση / ύφος του ο Γιάννης Αποστολάκης στο έργο του Η ποίηση στη ζωή μας, Αθήνα 1923.

Στη συνέχεια παραθέτω αυτούσιο το άρθρο του λήμματος Γκιώνα, παρμένο από την εγκυκλοπαίδεια LAROUSSE BRITANNICA.

Γκιώνα, η. το υψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας. Βρίσκεται στον νομό Φωκίδας, νότια της Οίτης, ανατολικά των Βαρδουσίων και βορειοδυτικά του Παρνασσού. Υψώνεται μεταξύ της λεκάνης του ποταμού Μόρνου και της Άμφισσας και αποτελεί ακραίο κλάδο του Παρνασσού. Η ομώνυμη κορυφή έχει ύψος 2.510 μέτρα. Κοντά στην Γκιώνα υπάρχει μια δεύτερη, χαμηλότερη κορυφή, που ονομάζεται Τραγωνόρος. Η Γκιώνα αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα και οι πλαγιές της είναι κατάφυτες από έλατα και

ήμερους κέδρους. Στο νότιο άκρο της χαμηλώνει και σχηματίζει αυχένα, από όπου περνάει ο δρόμος Άμφισσας – Λιδωρικίου. Στη συνέχεια ανυψώνεται και πάλι και έτσι σχηματίζονται τα βουνά του Λιδωρικίου, με κορυφή το Κοκκινάρι (1.911 μέτρα), που κατεβαίνουν μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο.

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Γκιώνα, όπως και τα γύρω βουνά, χρησίμευε ως κρησφύγετο των κλεφτών και για τον λόγο αυτό κατέχει σημαντική θέση στο δημοτικό τραγούδι.

[ΙΙ]

-(Λαογρ.). Σε παραλλαγές του κλέφτικου τραγουδιού για τους Ανδρουτσαίους η Γκιώνα εμφανίζεται να μαλώνει με τη Λιάκουρα (Παρνασσό) ή με άλλα βουνά, σχετικά με το ποιό προσφέρει μεγαλύτερη βοήθεια στην κλεφτουργιά. Φαίνεται πάντως ότι στο μοτίβο αυτό αποτυπώνεται ένα γενικότερο θέμα, το μάλωμα των βουνών, που έχει επισημανθεί και στην αρχαία λυρική ποίηση. Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ.

Η ορθογραφία Γκιώνα δεν έχει σχέση με την ετυμολογική καταγωγή της λέξης. Το ω συμμορφώνεται αναλογικά προς το αρχαίο επίθημα – ώνη και δωρικά –ώνα της ομηρικής εποχής. Είναι «κατάληξη» / επίθημα που μπαίνει στο τέλος τοπωνυμίων θηλυκού γένους, όπως: Ηλιώνη, Γυρτώνη, Μεθώνη, Δωδώνη κτλ. Ωστόσο, θα έπρεπε κανονικά να γράφεται με ο, καθώς προκύπτει από μετάπτωση του ε σε ο, γιατί – πάντα κατά την προσωπική αντίληψή μου – το τοπωνύμιο Γκιώνα προέρχεται από το λατινικό gena > γκένα > γκιόνα, όπως το γκέσος «μαύρος τράγος με καφετιές ραβδώσεις στο ρύγχος του» μας δίνει το γκιόσος, το γεφύρι τον τύπο γιοφύρι, το γεμάτος το γιομάτος, το όμορφος το έμορφος, το γεύμα το γιόμα κτλ.

Η λέξη gena στην κλασική λατινική έχει τις σημασίες: «γνάθος, σαγόνι», «μάγουλο», «βλέφαρο» και ποιητικά «μάτι». Η εξέλιξη από την πρωταρχική σημασία «σαγόνι» στη σημασία «μάγουλο» οφείλεται στη συνάφεια, τη σχέση χώρου, των δύο εννοιών. Πρόκειται για σημασιολογική μεταβολή που χαρακτηρίζεται ως μετωνυμία. Και η μετωνυμική εξέλιξη, δηλ. η μετακίνηση ενός όρου από τη δήλωση μιας έννοιας / σημασίας στη δήλωση μιας άλλης, βασίζεται στη σχέση, τη συνάφεια των δύο όρων, ανάμεσα στα οποία λαμβάνει χώρα η μετακίνηση. Από το «μάγουλο» ύστερα η gena πέρασε – πάντα μετωνυμικά – στη δήλωση της σημασίας «βλέφαρο». Το ίδιο συνέβη και με την ομόρριζη προς τη gena ελλην. λέξη γένυς – υος (η) «η κάτω σιαγόνα, ο πώγων», από όπου παράγεται η λέξη γένειον «πιγούνι» αλλά και «γένι»,

καθόσον το «γένι / γενειάδα», έννοια συναφής προς το πιγούνι, φυτρώνει από το πιγούνι. Στην αρχαία ιρλανδική, από την ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα, έχουμε τους τύπους gin / giun με τη σημασία «στόμα».

Η λέξη gena, με τη σημασία «παρειά / μάγουλο», μπορεί να παραβληθεί, ως προς τη σημασιολογική της εξέλιξη στην έκφραση της έννοιας «ύψωμα, βουνό», που ενδιαφέρει το παρόν άρθρο, προς την άλλη συνώνυμη λέξη της λατινικής, το *magulum. Από το *magulum κατάγεται το μεσαιωνικό ελληνικό μάγουλον > μάγουλο. Το φουσκωμένο μάγουλο μοιάζει με το ανάγλυφο ενός λόφου. Έτσι, με βάση την ομοιότητα των δύο όρων η λέξη με τον τύπο μαγούλα κατέληξε να δηλώνει – πάντα μεταφορικά – την έννοια «λόφος, ύψωμα».

Τον τύπο Μαγούλα, ως τοπωνύμιο, πρέπει να τον έχουμε από τα βλάχικα / αρμάνικα και τον συναντάμε σε πολλά σημεία του ηπειρωτικού ελλην. χώρου. Στο συμπέρασμα τούτο μας βοηθάει το γεγονός ότι στα βλάχικα τα ουδέτερα ονόματα, τόσο της λατινικής όσο και της ελληνικής, τρέπονται – σχεδόν απαρέγκλιτα – σε θηλυκού γένους: λατιν. το colostrum «πρωτόγαλα» τρέπεται στα βλάχικα σε culastră, από όπου το νεοελλην. κολάστρα, τα νεοελλην. π.χ. δώρο, τούβλο, βάθρο τρέπονται στα θηλυκά: δοαră, tuvlă, vatră. Έτσι, το *magulum πέρασε στα βλάχικα ως măgulă, măγulă, măguτă «λόφος».

Η τάση από όρους του ανθρώπινου σώματος να σηματοδοτούνται γεωγραφικά σημεία είναι μεταφορική, καθώς η σημασιολογική τούτη μεταβολή βασίζεται στην ομοιότητα των δύο όρων, του ανθρώπινου σώματος και του γεωγραφικού στοιχείου. Έτσι, ακούμε τις μεταφορικές χρήσεις: η ράχη του βουνού, οι πρό-ποδες του όρους, το φρύδι του βουνού, ο αυχένας του βουνού, το μάτι (για πηγή), το κεφαλόβρυσο κτλ.

Η χρήση αυτή δεν είναι παρά η άμεση ανθρωπομορφική προβολή από τα μέσα προς τα έξω ή από το κέντρο προς την περιφέρεια. Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο με κέντρο τον εαυτό του, το σώμα του στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι, το «εμπρός», στη σχέση με σημείο του χώρου, είναι πάντα σε αναφορά με το πρόσωπό του, όπου βρίσκονται τ’ ανατομικά όργανα των τεσσάρων από τις πέντε αισθήσεις του, καθώς η πέμπτη, η αφή, λειτουργεί κι εκτείνεται ολόσωμα. Γι’ αυτό το «πίσω» είναι το πίσω αυτού που προπορεύεται, ενώ είναι το «εμπρός» εκείνου που τον ακολουθεί, αυτονόητα πράματα…

Θα δούμε στη συνέχεια τη χρήση της λατιν. gena στα βλάχικα και τα άλλα νεολατινικά ιδιώματα: στα βλάχικα προσλαμβάνει τη μορφή dzeană «φρύδι» και ακολούθως περνάει μεταφορικά στη δήλωση της έννοιας «βουνό» και με την εμπρόθετη μορφή ndzeană δηλώνει το επίρρημα «επάνω», στα ρουμάνικα με τον τύπο geană σημαίνει «βλέφαρο», «βλεφαρίδα», «ορίζοντας», «φύλαξη, προσοχή», στα μογλενίτικα (βλάχικα του όρους Πάικο Κ. Μακεδονίας) ως zena. Από το ίδιο ιδίωμα πρέπει να προέκυψε το τοπωνύμιο Τζένα ενός όρους στα ανατολικά του Βόρα (Καϊμαξαλάν) της ευρύτερης περιοχής των Μογλενών. Στα ιστρορουμάνικα έχουμε τον τύπο jone, στα καλαβρέζικα το yena «όχθη, άκρη», ενώ στα προβιγκιανά το gena δηλώνει το «μάγουλο» και το «πρόσωπο». Στα βλάχικα οι δύο τύποι του πληθυντικού της λέξης dzeană ως dzeani (θηλ.) και dzenuri (ουδ.) εξειδικεύονται στη δήλωση των εννοιών «φρύδια» και «υψώματα, βουνά» αντίστοιχα.

Τα παραπάνω συνιστούν, ασφαλώς, λεπτομέρειες. Ωστόσο, δεν είναι άσχετες με το γενικότερο πλαίσιο του τοπωνύμιου Γκιώνα. Η λέξη γκιώνα / γκιόνα, ως προσηγορικό όνομα στο χώρο ιδιωμάτων της Στερεάς, δηλώνει τις έννοιες, που τόσο ενδιαφέρουν την έρευνά μου, και οι οποίες είναι: «ύψωμα», «ξάγναντο» και «διάσελο». Η ίδια λέξη πέρασε και στη δήλωση τοπωνυμίων: «Του Φλιβάρ’ μαναχά στ’ Γκιώνα δεν έχει χιόνια. Έχτ’σι του σπίτι τ’ στ’ Γκιώνα κι βλέπ’ ούλου του χουριό». Αυτά καταγράφτηκαν στην Περίστα της Ναυπακτίας, ενώ την πληροφορία την έχω από το Αρχείο Σύνταξης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών στη σελίδα 24 του Χειρόγραφου 818.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η Γκιώνα, ως ονομασία του ψηλότερου όρους της Στερεάς Ελλάδας (η κυριότερη / ψηλότερη κορυφή της, η Πυραμίδα, μετράει τα 2.510 μ.), έχει την αρχή της στο προσηγορικό όνομα γκιώνα / γκιόνα ως «ύψωμα, βουνό» που απ’ ό,τι με βοήθησε η τύχη το συνάντησα μόνο σε ιδίωμα της Ρούμελης.

Η διαφορά σε φωνητικό επίπεδο (προφορά) ανάμεσα στα ομόρριζα γκιόνα και dzeana ανάγεται σε παλαιότερους αιώνες, όταν τα ge, gi, ce, ci της λατινικής από την υπερωική (λαρυγγική) προφορά ως γκε, γκι, κε, κι πέρασαν στα νεολατινιά της Βαλκανικής ιδιώματα ως τζhε, τζhι, τσhε, τσhι στα ρουμάνικα και ως τζε, τζι, τσε, τσι στα βλάχικα / αρμάνικα. Επομένως, η προφορά του τύπου γκιόνα αντί * τζόνα συνιστά φωνητικά απολιθωμένο αρχαϊκό τύπο καθώς

διατηρείται στην προνεωτερική φωνητική φάση της ρωμανικής στο χώρο της Βαλκανικής.

Αντώνης ΜΠΟΥΣΜΠΟΥΚΗΣ

Ομότιμος Καθηγητής Γλωσσολογίας Α.Π.Θ.