Ο Ονορέ Μπαλσά γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1799 στην Τουρ της Γαλλίας και προερχόταν από αστική οικογένεια. Γνωρίζοντας πως στο Παρίσι των 2.000.000 κατοίκων με τέτοιο επίθετο δεν κάνεις καριέρα, προσέθεσε μόνος του τον αριστοκρατικό τίτλο ευγενείας «ντε» και άλλαξε το επίθετο του σε Μπαλζάκ.Όσο ήταν ακόμα Μπαλσά, προσπάθησε να γίνει συμβολαιογράφος, εκδότης, επιχειρηματίας και πολιτικός, με παταγώδη αποτυχία. Προς το τέλος της ζωής του δεν είχε μόνο φανατικούς θαυμαστές του έργου του, αλλά και οργισμένους πιστωτές που τον έψαχναν σε κάθε του νέα κατοικία – καταφύγιο, καθώς όλες οι επαγγελματικές του αποτυχίες είχαν τεράστιο κόστος για εκείνους. Ο πλούτος όμως που προσέφερε ο ίδιος στη λογοτεχνία είναι ανεκτίμητος.

Μπαλζάκ

Ένα από τα πρώτα πορτρέτα του Μπαλζάκ. Φιλοτεχνήθηκε πιθανόν το 1825.

Μέχρι το 1829 εξέδωσε με διάφορα ψευδώνυμα βιβλία που θεωρήθηκαν ανέμπνευστα από κριτικούς και κοινό. Εκείνη τη χρονιά όμως άρχισε να υπογράφει ως Ονορέ ντε Μπαλζάκ, μια νέα αρχή που έγινε με το κείμενο «Ο Εκτελεστής» (El Verdugo). Το 1832 ήταν όμως η χρονιά που του άλλαξε τη ζωή: Τότε συνέλαβε την ιδέα να δημιουργήσει μία τεράστια σειρά βιβλίων που να απεικονίζουν όλες τις πτυχές της τότε σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας. Αυτή η μεγαλειώδης σειρά ονομάστηκε «Η Ανθρώπινη Κωμωδία» και αποτελείται από 91 ολοκληρωμένα κείμενα -είτε βιβλία είτε διηγήματα και νουβέλες- και 46 ανολοκλήρωτα. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν «Οι Σουάνοι», χάρη στους οποίους άρχισε να λαμβάνει τη ζητούμενη αναγνώριση. Το 1833 η «Ευγενία Γκραντέ» έγινε το πρώτο του best seller, με τον «Μπαρμπα-Γκοριό» να ακολουθεί δύο χρόνια αργότερα.

Εξαντλητικά λεπτομερής και με μία κλίση προς την απαισιοδοξία, ο θεμελιωτής του Ρεαλισμού δημιούργησε χαρακτήρες ούτε απόλυτα καλούς, ούτε απόλυτα κακούς· χαρακτήρες δηλαδή ανθρώπινουςπου δίνουν μια εσωτερική κυρίως μάχη ενάντια στις υπάρχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και πάνω από όλα ενάντια στην ανθρώπινη φύσηεν γένει.

«… πιάσε την αφήγηση, τσάκισε την όπως σπας τα κόκαλα ενός κοτόπουλου, και μετά άφησε την εκεί, τσακισμένη, σπασμένη»

Οι εξαντλητικές λεπτομέρειες απαιτούν όμως κι ένα εξαντλητικό πρόγραμμα: Εξοπλισμένος με είκοσι έως και πενήντα φλιτζάνια καφέ, αφιερωνόταν καθημερινά για 15 ώρες στη συγγραφή. Η μέρα ξεκινούσε στις 12 τα μεσάνυχτα, όταν ξυπνούσε κι εφοδιαζόταν με τις ανεξάντλητες ποσότητες καφέ, και από την 1 έως τις 8 ή και αργότερα το πρωί έγραφε ακατάπαυστα. Τις υπόλοιπες ώρες διόρθωνε το ίδιο ασταμάτητα τα γραπτά του και έτρωγε μεγάλες ποσότητες φαγητού. Πάντως πριν κοιμηθεί (στις 5 με 6 το απόγευμα) φρόντιζε να τρώει «ελαφριά» – όσο «ελαφριά» μπορεί να έβλεπε με τη δική του σκοπιά τα γεύματα του ο πολύς κύριος Μπαλζάκ.

Μπαλζάκ

Η εμμονή του με την τελειότητα τον οδηγούσε πολλές φορές στο να επεμβαίνει ακόμα και στο στάδιο της έκδοσης των βιβλίων του για να αλλάζει κομμάτια που δεν τα έβρισκε πια αψεγάδιαστα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εμμονής του αυτής είναι η ιστορία “La Grande Bretèche“, παραμελημένη από τις ελληνικές εκδόσεις, που βρίσκεται στην πρώτη ενότητα της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», ανάμεσα στις ιστορίες «Το Μήνυμα» και «Η Γρεναδιέρισσα». Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1832και πήρε την τελική του μορφή 13(!) χρόνια αργότερα, μετά από τέσσερις εκδόσεις και αμέτρητες αλλαγές στη δομή της. Στη “La Grande Bretèche”, ο γιατρός Μπιανσόν αφηγείται σε ένα κοσμικό σαλόνι ενώπιον καλεσμένων την πιο «τρομερή ιστορία» του «ρεπερτορίου» του, που λαμβάνει χώρα σε «ένα παλιό, σκοτεινό σπίτι με πανύψηλες στέγες, εντελώς απομονωμένο», περίπου «εκατό βήματα από τη Βαντόμ, στις όχθες του Λίγηρα».

Το κομβικό έτος 1832 δεν ξεκίνησε μόνο η συγγραφή της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», αλλά και ο μεγάλος έρωτας του πολυγραφότατου συγγραφέα με την Εβελίνα Χάνσκα, την οποία παντρεύτηκε με πολλές δυσκολίες τον Μάρτιο του 1850. Λίγο τα ακραία του ωράρια, λίγο τα άπειρα φλιτζάνια καφέ που είχε καταναλώσει μέχρι τότε, ο Μπαλζάκ πεθαίνει πέντε μήνες μετά τον γάμο του, στις 18 Αυγούστου του 1850. Λίγες ώρες πιο πριν τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος στην κηδεία του Μπαλζάκ εκφώνησε έναν εγκωμιαστικό λόγο, ακριβώς όπως άρμοζε: «Σήμερα βρίσκονται εδώ άνθρωποι ντυμένοι στα μαύρα λόγω του θανάτου του ταλαντούχου ανθρώπου· ένα έθνος θρηνεί έναν ιδιοφυή άνδρα».

Σε αυτόν τον ιδιοφυή άνδρα χρωστούν μερικοί από τους σήμερα θεωρούμενους ως κλασικούς λογοτέχνες ευγνωμοσύνη: Γκυστάβ Φλωμπέρ, Μαρσέλ Προυστ, Χένρι Τζέιμς και Εμίλ Ζολά είναι λίγα ενδεικτικά ονόματα μεγάλων συγγραφέων που επηρεάστηκαν από τον μέγιστο Μπαλζάκ. Ποια είναι όμως η συμβουλή του Μπαλζάκ, του δημιουργού 2.504 ηρώων, που έπλασε μεγάλους συγγραφείς; Μάλλον η εξής: «… πιάσε την αφήγηση, τσάκισε την όπως σπας τα κόκαλα ενός κοτόπουλου, και μετά άφησε την εκεί, τσακισμένη, σπασμένη».

Πηγή: elculture.gr