Του Αλέξη Ηλιάδη

«Γαλλικός» καφές, «αμερικανικός», «βραζιλιάνικος», «ιταλικός», «ελληνικός», «τουρκικός», «αραβικός». Σχεδόν κάθε χώρα έχει τον «δικό της» καφέ. Ποια είναι όμως η πατρίδα του ροφήματος που κατέκτησε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, του ροφήματος που για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο αποτελεί μία από τις απολαύσεις της καθημερινής ζωής; Η Καφέα η αραβική, δηλαδή το καφεόδενδρο, από τους κόκκους του οποίου παράγεται ο καφές, είναι αυτοφυές δένδρο στην περιοχή Κάφφα, της Αιθιοπίας. Σύμφωνα με έναν θρύλο, ο πρώτος καφές (ως ρόφημα) φτιάχτηκε στην Κάφφα, τον 9ο μ.Χ. αιώνα.

Τον 12ο αιώνα καρποί καφεόδενδρου πέρασαν, πιθανότατα μέσω εμπόρων, από την Αιθιοπία στην Υεμένη, όπου άρχισε η καλλιέργεια του καφεόδενδρου και η παραγωγή καφέ. Σταδιακά, ο καφές εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την αραβική χερσόνησο και τον 16ο αιώνα έφθασε στη Συρία, στη Μικρά Ασία, στη Βόρεια Αφρική, στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Στην Αμερική το καφεόδενδρο έφθασε μόλις στις αρχές του 18ου αιώνα. Ο καφές συνεπώς είναι το δώρο μιας αφρικανικής χώρας, της Αιθοπίας, στην ανθρωπότητα. Ένα δώρο που άλλαξε τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής πάρα πολλών ανθρώπων.

Τα καφενεία

Από τα τέλη του 15ου αιώνα δημιουργήθηκαν στη Μέκκα και στη Μεδίνα χώροι όπου πήγαινε ο κόσμος για να πιει καφέ, ήταν τα πρώτα καφενεία. Στην Κωνσταντινούπολη τα πρώτα καφενεία άνοιξαν γύρω στο 1554, ενώ στην Ευρώπη τα καφενεία έκαναν την εμφάνισή τους αρκετά αργότερα αλλά τον 17ο αιώνα και στις αρχές του 18ου ήταν πλέον πολλά.

Τα πρώτα ευρωπαϊκά καφέ ήταν όχι μόνο χώροι για να απολαύσει κάποιος τον καφέ του αλλά ήταν και χώροι συζήτησης, ανταλλαγής ιδεών, χώροι ανάγνωσης, πολιτικής αντιπαράθεσης, επαγγελματικών συναλλαγών και διασκέδασης. Στα coffee houses του Λονδίνου πήγαιναν συχνά και λογοτέχνες για να συζητήσουν και να πιουν καφέ. Στο Παρίσι, φιλόσοφοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες και πολιτικοί σύχναζαν στο Caf? Le Procope.

Βέβαια, και στην Αθήνα του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου υπήρχαν φιλολογικά καφενεία, στα οποία πήγαιναν συγγραφείς, ποιητές και κριτικοί. Ένα από τα πιο γνωστά ήταν το καφενείο Γιαννόπουλου, στην Πλατεία Συντάγματος, στο οποίο σύχναζαν ο Παλαμάς, ο Ροΐδης και ο Δροσίνης. Ένα άλλο πολύ γνωστό φιλολογικό καφενείο ήταν ο Μαύρος Γάτος, στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Ασκληπιού. Στις συζητήσεις που γίνονταν εκεί συμμετείχαν ο Κώστας Βάρναλης, ο Κλέων Παράσχος, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Δημοσθένης Βουτυράς, ο Τέλλος “Αγρας, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Κώστας Παρορίτης και ο Κωστής Παλαμάς.

Πολύ σημαντικό ήταν και το Πατάρι του Λουμίδη. Εκεί γεννήθηκε ο ελληνικός μοντερνισμός με ποιητές όπως ο Γκάτσος, ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος, αλλά και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Τάκης Σινόπουλος, η Ελένη Βακαλό και ο Μιχάλης Κατσαρός.
Στο Πατάρι του Λουμίδη σύχναζαν επίσης ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μόραλης και ο Γιάννης Τσαρούχης.

Φυσικά, στην Αθήνα, όπως και στην ελληνική επαρχία, υπήρχαν και τα καφενεία που ονομάζουμε παραδοσιακά, δηλαδή καφενεία με ελληνικό καφέ, αναψυκτικά, γλυκά του κουταλιού, ούζο, τσίπουρο, λικέρ, με εφημερίδα, τάβλι και τράπουλα -μερικά είχαν και μπιλιάρδο. Τα καφενεία αυτά ήταν ανδροκρατούμενα. Οι θαμώνες τους αντάλλασσαν απόψεις για όλα τα θέματα, κυρίως όμως για τα πολιτικά, και οι πολιτικοί πήγαιναν συχνά σε αυτά τα καφενεία για να αποκτήσουν «λαϊκό έρεισμα», σύχναζαν όμως εκεί και άνθρωποι του πνεύματος. Στα χωριά, το καφενείο ήταν το κέντρο της κοινωνικής ζωής. «Σε χάσαμε από το καφενείο» σήμαινε «σε χάσαμε από την κοινωνική ζωή». Παραδοσιακά καφενεία υπάρχουν -λίγα- ακόμη, αλλά αρκετά από αυτά που επιβιώνουν προσφέρουν πλέον και φραπέ, καφέ φίλτρου, καπουτσίνο, εσπρέσο, ακόμη και τζιν η/και ουίσκι.

Εξέλιξη

Όμως, όλα εξελίσσονται. Στη μετά φραπέ εποχή, φρέντο, φραπουτσίνο, φρεντοτσίνο είναι μερικά από τα νέα «είδη» καφέ στην Ελλάδα, ενώ σε καφετέρια της Νέας Υόρκης σερβίρεται ο egg cappuccino, δηλαδή καπουτσίνο, στον οποίο προστίθεται ο κρόκος ενός αυγού. Πρόκειται για μια, όπως λέγεται, κορεάτικη συνταγή. Όλα αυτά βέβαια είναι παραλλαγές επί παραλλαγών. Που άλλοτε έχουν επιτυχία και άλλοτε όχι.

ΑΠΕ – ΜΠΕ

 

Source: LarissaNet