H επιβεβαίωση της επίσκεψης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα, με πιθανότερη ημερομηνία την 12η Δεκεμβρίου, ήδη παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μια προσπάθεια να αποκατασταθούν και να αναβαθμιστούν οι ελληνορωσικές σχέσεις, οι οποίες το καλοκαίρι επιδεινώθηκαν στο φόντο των αμοιβαίων απελάσεων διπλωματών και της διαφορετικής στάσης έναντι της συμφωνίας των Πρεσπών.

Οι σχέσεις των δύο χωρών είναι πολυκύμαντες τα τελευταία χρόνια. Από το 2015 και τις ελπίδες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι το «ξανθό γένος» θα έρθει να μας σώσει, μέχρι τη ρήξη με τις απελάσεις διπλωματών, τις φήμες για το ενδιαφέρον Πούτιν για το Αγιο Ορος, τις υπόνοιες για ρωσική εμπλοκή στο «Μακεδονικό» με μυστικούς πράκτορες και προσπάθεια επηρεασμού στελεχών.

Θυμίζουμε ότι το ταξίδι Τσίπρα στη Μόσχα πριν από 3 χρόνια είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις καθώς τελικά τα ρούβλια δεν έφτασαν ποτέ αφού η Ρωσία δεν ήθελε να προκαλέσει ρήξη στις σχέσεις της με την Ευρώπη.

Φαίνεται ότι ήρθε ο καιρός να γυρίσει σελίδα, μέσω της επίσκεψης Τσίπρα στη Ρωσία και της επαναπροσέγγισης Πούτιν.

Μάλιστα, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι πληροφορίες ότι τα της επίσκεψης τα διαπραγματεύτηκε με το Κρεμλίνο ο ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού για τα θέματα των σχέσεων με τη Ρωσία Δημήτρης Βελένης, άνθρωπος γνωστός για την πάγια θέση του ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αναβάθμισης των ελληνορωσικών σχέσεων, ειδικά στον οικονομικό τομέα, χωρίς συμμετοχή στην προετοιμασία του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά.

Οι πρωτοβουλίες Κοτζιά και η επιδείνωση των διμερών σχέσεων

Άλλωστε, ο ίδιος ο έλληνας ΥΠΕΞ ήταν αυτός που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κλιμάκωση της ελληνορωσικής αντιπαράθεσης κατηγορώντας ουσιαστικά τη Ρωσία για παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας και προχωρώντας στις απελάσεις Ρώσων διπλωματών.

Θυμίζουμε ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε κατηγορήσει τη Ρωσία για «συνεχή ασέβεια προς την Ελλάδα (που) πρέπει να σταματήσει, καθώς ουδείς δικαιούται ή δύναται να παρεμβαίνει στις εσωτερικές της υποθέσεις», υποστηρίζοντας ότι «ανυπόστατοι ισχυρισμοί, σύμφωνα με τους οποίους η απόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν πιέσεων τρίτων, είναι ανάξιοι σχολιασμού και δείχνουν νοοτροπία ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονται τις αρχές και τις αξίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής».

Ο ίδιος ο Νίκος Κοτζιάς είχε υποστηρίξει ότι «Ρωσία, αυτή τη στιγμή, δείχνει ως να μη μπορεί να αντιληφθεί τις θέσεις αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Από τότε που πολεμά ως σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας και της παρέχει σειρά διευκολύνσεων στον τομέα της ασφάλειας, δείχνει να απομακρύνεται σταθερά από θέσεις που αρμόζουν στο επίπεδο φιλίας και συνεργασίας που χαρακτήριζε τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας εδώ και 190 χρόνια. Δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα έχει δικά της συμφέροντα και κριτήρια στη διεθνή πολιτική.»

Αίσθηση είχε προκαλέσει και μια άλλη παρέμβαση του κ. Κοτζιά. «Η χώρα μας είναι αποφασισμένη να στείλει ένα μήνυμα προς Ανατολάς και Δύση, προς όλους τους φίλους μας και μη, ότι για όποιον παραβιάζει τις αρχές της κυριαρχίας και του σεβασμού απέναντί μας θα λαμβάνονται τα αντίστοιχα μέτρα. Η εποχή που θεωρούνταν διπλωματία το να κάνεις την κότα πέρασε. Αυτή είναι μια διπλωματία για κοτέτσι και όχι για εξωτερική πολιτική» είπε σε τηλεοπτική συνέντευξη στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο υπουργός Εξωτερικών.

Αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης ήταν και η ματαίωση της προγραμματισμένης επίσκεψης του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρώφ στην Αθήνα.

Η ψυχρότητα στις σχέσεις των δύο χωρών αποτυπώθηκε και στη στάση της Ρωσίας απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, όπου όχι μόνο εξέφρασε ρητά τη διαφωνία της με την προοπτική εισδοχής της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ θεωρώντας την ασύμβατη και με το διεθνές δίκαιο και με το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ αλλά και υποστήριξε εμμέσως ότι διαθέτει ένα δικαίωμα βέτο, εφόσον η διαπραγμάτευση για το ονοματολογικό γίνεται στο πλαίσιο του ψηφίσματος 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

 

Οι κυβερνητικές δεύτερες σκέψεις

Φαίνεται, όμως, ότι ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του δεν επιθυμούσαν να οδηγηθούν σε ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση οι ελληνορωσικές σχέσεις.

Ο λόγος είναι ότι μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει θετική εικόνα για τη Ρωσία, θεωρώντας την μια φίλη χώρα με κοινούς πολιτιστικούς και θρησκευτικούς δεσμούς. Η κυβέρνηση δεν θέλει να χρεωθεί ότι αντέστρεψε μια πολιτική καλών σχέσεων που κρατάει από τον καιρό της ΕΣΣΔ.

Επιπλέον, παρότι η ελληνική κυβέρνηση έχει πάρει μια σαφώς φιλοαμερικανική τοποθέτηση στα περισσότερα κρίσιμα ζητήματα στη διεθνή σκακιέρα και στην περιοχή έχει επενδύσει κυρίως στη συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, προφανώς και δεν θα ήθελε να πάει σε μια συνολική ρήξη με τη Ρωσία, ιδίως από τη στιγμή που η τελευταία είναι κομβικός παίκτης στις εξελίξεις στη Συρία και διατηρεί μια ειδική σχέση με την Τουρκία.

 

Τα πραγματικά αγκάθια στις ελληνορωσικές σχέσεις

Ωστόσο, οι σκοπιμότητες αυτές δεν αναιρούν τα πραγματικά αγκάθια που υπάρχουν στις σχέσεις των δύο χωρών και που δύσκολα θα μπορέσουν να ξεπεραστούν στη διμερή συνάντηση.

Καταρχάς υπάρχει το ανοιχτό θέμα με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η Ρωσία, που έχει ούτως ή άλλως αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με τη συνταγματική της ονομασία, έχει σοβαρό θέμα με την εισδοχή της στο ΝΑΤΟ, εφόσον θεωρεί ότι είναι άλλη μια επιθετική αμερικανική κίνηση για την αλλαγή του συσχετισμού στα Δυτικά Βαλκάνια.

Όμως, η συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ δεν αφορά μόνο το όνομα αλλά και τη διαδικασία ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Με αυτή την έννοια, ούτως ή άλλως η Ρωσία θεωρεί πλήγμα την προώθηση της συμφωνίας.

Θυμίζουμε εδώ το σχόλιο της «Υπηρεσίας Ενημέρωσης» του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών την επαύριον του δημοψηφίσματος:

«Στις 30 Σεπτεμβρίου η Δημοκρατία της Μακεδονίας διεξήγαγε δημοψήφισμα επί της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία προβλέπει αλλαγή του ονόματος της χώρας σε Βόρεια Μακεδονία. Η προσέλευση του 36,8% των ψηφοφόρων σημαίνει ότι το δημοψήφισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο (η προσέλευση θα πρέπει να ανέρχεται στο 50% τουλάχιστον). Πρόκειται για καθαρή ένδειξη του ότι οι Μακεδόνες ψηφοφόροι επέλεξαν να μποϊκοτάρουν τις λύσεις που επιβάλλονται στα Σκόπια και την Αθήνα έξωθεν – με πολιτικούς ηγέτες του ΝΑΤΟ και και κρατών-μελών της E.E. να συμμετέχουν αυτοπροσώπως σε αυτήν την μεγάλης κλίμακας καμπάνια προπαγάνδας, παρεμβαίνοντας ανεμπόδιστα στις εσωτερικές υποθέσεις αυτού του βαλκανικού κράτους.

Παρά το γεγονός ότι τα δύο τρίτα του πληθυσμού της Μακεδονίας δεν ψήφισε υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος χαιρετίστηκαν αυτομάτως από τους ηγέτες του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., καθώς και της Ουάσιγκτον. Η επιθυμία εξασφάλισης και επιτάχυνσης της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ παρά τη θέληση του λαού της Μακεδονίας είναι εμφανής.

Η δική μας θέση αρχής παραμείνει η ίδια: Μία μακροπρόθεσμη λύση μπορεί να προκύψει μόνο από συμφωνία των δύο μερών μεταξύ τους, χωρίς εξωτερική παρεμβολή και μόνο εντός του πλαισίου του νόμου και με ευρεία λαϊκή υποστήριξη. Η Συμφωνία των Πρεσπών προφανώς δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα κριτήρια. Είναι ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο και το Σύνταγμα της Μακεδονίας, όπως επανειλημμένα τονίστηκε από τον Μακεδόνα πρόεδρο Γκιόργκι Ιβάνοφ, ακόμη και από του βήματος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ η Ρωσία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις επί του θέματος. Σημειώνουμε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Ψηφίσματος 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα αποτελέσματα των συνομιλιών μεταξύ Σκοπίων και Αθηνών θα κριθούν από το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.»

Είναι σαφές ότι δύσκολα η Μόσχα θα προσπεράσει αυτό το ζήτημα τόσο εύκολα και η διαφωνία θα αναδειχτεί και κατά την επίσκεψη Τσίπρα. Άλλωστε, η ημερομηνία της επίσκεψης είναι πιθανό να συμπέσει με πολιτικές εξελίξεις στην ΠΓΔΜ, ιδίως εάν στη γειτονική χώρα τελικά προκριθεί η λύση των εκλογών.

Έπειτα, υπάρχει το συνολικότερο ζήτημα των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση. Η ελληνική κυβέρνηση ανεξαρτήτως ρητορικής έχει προσυπογράψει τις κυρώσεις στη Ρωσία και γενικά δεν έχει δείξει διαθέσεις απομάκρυνσης από αυτές, παρότι είχαν κόστος για την ελληνική οικονομία.

Επιπλέον, η ακύρωση εδώ και χρόνια του South Stream αλλά και η ακύρωση των σχεδίων για διασύνδεση με τον Turkish Stream σημαίνουν ότι δεν υπάρχει κάποιο πεδίο για μείζονα οικονομική συμφωνία στο ενεργειακό πεδίο, παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις του κ. Βελένη ότι μπορούμε να έχουμε αναβάθμιση των σχέσεων στον ενεργειακό τομέα.

Αυτό σημαίνει ότι με εξαίρεση την προσπάθεια για αύξηση του αριθμού των Ρώσων τουριστών στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια ώστε η επίσκεψη Τσίπρα στη Μόσχα να αποδώσει κάτι θεαματικό στον οικονομικό τομέα.

Με αυτή την έννοια, δεν είναι βέβαιο ότι η συνάντηση θα αποδώσει αυτά που προσδοκά η ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή μια εικόνα αναβαθμισμένων σχέσεων που θα ταίριαζε με ένα αφήγημα «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής».

Προφανώς και το κλίμα θα είναι καλό, άλλωστε, η Ρωσία επιθυμεί να δείχνει ότι έχει καλές σχέσεις με δυτικές χώρες, όμως καθόλου δεδομένο δεν είναι ότι η Μόσχα θα είναι διατεθειμένη απλώς να εξυπηρετήσει πολιτικά και επικοινωνιακά την ελληνική κυβέρνηση.

Πηγή: tanea.gr