Η πρώτη καλεσμένη των φετινών Αιρετικών Μαθημάτων Πολιτισμού στο Εθελοντικό Ραδιόφωνο του Δήμου της Θεσσαλονίκης fm 100,6 θα είναι η εξαιρετική ποιήτρια Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου.

Ο λόγος λοιπόν για την ποίηση…

Μπορείτε να μας ακούσετε την Παρασκευή 6 με 7 το απόγευμα πατώντας στον παρακάτω υπερσύνδεσμο: https://www.fm100.gr/live/fm1006

Σας παραθέτω κάποια ποιήματά της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου για να την γνωρίσετε καλύτερα.

 

ΤO ΣΚΙΑΧΤΡΟ

ή

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΔΩ

Είχαν βλαστήσει από καιρό

οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…

Μια ιχνηλασία άκαρπη

πάνω από τέλματα αχανή

υπαίθρια κηρύγματα

και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν

αυξητικές ορμόνες.

Τώρα

μας κυνηγούν οι μεσολαβητές

με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…

Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν

για μια μοναδική στιγμή

τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν

μα η συνέχεια άγνωστη

κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν

μένει το πεπρωμένο

αφού ό,τι μετριέται

πάντα φαίνεται λειψό

κι ό,τι ονοματίζεται

ως απουσία υπάρχει…

Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;

Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;

Να γράψουμε!

Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;

Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:

Δασύνεται η αρπαγή

και οξύνεται το μίσος.

Παρακάτω:

Χειμωνιάζει.

Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς

μονάχα στη συγκίνηση.

Και με την οικειότητα

λίγα τα πάρε δώσε

ούτε στα ελαφρυντικά

να προσμετράτε τις προθέσεις.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:

Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση

απ’ ό,τι λες προορισμό

μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα

και καταρρέει σαν τράπουλα

το σκιάχτρο που προστάτευε

τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι, το σκιάχτρο, αγαπητοί…

Σκόρπια τα ρούχα, τα καπέλα, τα άχυρα

μια συντριβή θριαμβευτική

αριστοκράτη θυρωρού

που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά

εκλείπει παντελώς η απειλή

χάνονται οριστικά και διά παντός

το φωτοστέφανο

κι η αντανάκλασή του.

 

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω

αποθήκες και ακάλυπτους

σε δύο ώρες συγυρίζω.

Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…

Εικονοστάσια αδειανά

κάγκελα σκουριασμένα

κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά

ρόπτρα, σπασμένες πόρτες

σίδερα ατμού και γραφομηχανές

δάχτυλα παγωμένα…

Με μια επιβάρυνση μικρή

σηκώνω και πετάω στο λεπτό

ό,τι παλιό σάς ξέμεινε

στις «μουσικές καρέκλες»

κοκαλωμένο κι άφωνο

με ένδυμα επίσημο, εορταστικό

μα σκοροφαγωμένο

να βλέπει

προς την πλευρά του αφανισμού

και να μην το πιστεύει.

Σκεύη παλιά, ποδήλατα

φουγάρα, καλαπόδια

πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ

μονόκλ και περουκίνια

καλειδοσκόπια, παπιγιόν

μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ

η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας

η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων

η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια

κάποιος διαλαλεί

ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.

Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.

Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν

απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.

Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα

των εκτελέσεων.

 

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις

που αποδειχτήκατε δειλές

και σπεύδατε να μας σώσετε

σαν θαύμα αναπάντεχο

πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο

τέλεια να μιμείται καλπασμό –

να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς

στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά

με μια πειθώ δημαγωγού

και ασφαλιστή συγχρόνως

ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας

ρίζες χοντρές και στέρεες

που εγγυώνται βλάστηση

ανθούς, καρποφορία…

Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.

Μονάχα ρίζες

που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους

η ζωή και η αποστασία

του δρόμου η σκόνη η άγια

κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς

είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα

η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις

για να μπορεί επ’ άπειρον

του φόβου το βατράχι να κοάζει

για να ανθίζει επιτυχώς

η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές

που από πλήξη αφόρητη

τις λάμπες απ’ τους δρόμους

ξεβιδώνουν

και τις βιδώνουνε μετά

μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.

Μια εναλλαγή μηχανική

με βλέμμα άδειο, σταθερό

λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες…

Ως το πρωί.

Βιδώνουν

ξεβιδώνουν…

Με βλέμμα άδειο

σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις

που αποδειχτήκατε σοφές

διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή

κι αθώα οπισθοχώρηση…

Μας μάθατε για τα καλά

πως ό,τι δεν μας συναντά

αυτό στο τέλος

μας διασχίζει.

 

ΣΕΛΑΝΙΚ Ι

Μητέρα ανύμφευτη

Εκείνοι που ήρθαν έφερναν

κι από έναν αριθμό…

Για την ακρίβεια

τον κουβαλούσαν πάνω τους

τον είχανε συνέχεια μαζί τους

όχι όμως όπως ένα φυλαχτό

αλλά όπως ένας ανάπηρος

το κομμένο του πόδι.

Εμείς το ’64

που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55

με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού

να κάθεται στα ρούχα μας

να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς

δεν ήμασταν ποτέ

ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης

μα μία Πόλη που έψαχνε

πόλη να κατοικήσει

με Εγνατία, με Ντεπό

με Βασιλίσσης Όλγας

με Υπερώο θαλασσινό

για να σταθούν επάνω του

Καρέλλη και Πεντζίκης.

Όμως

εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…

Σας είπαμε

εδώ είναι πια ο τόπος.

Δεν έχω…

Βυθιζόμαστε

μπαίνουν νερά

στ’ αμπάρια του μυαλού μου

κι η μπάντα του Παπάφειου

πότε το «Μέγαν εύρατο…»

πότε το «Υπερμάχω…»

Νερά, πολλά νερά…

Τα πρόσωπά μας άδειασαν

κάτω απ’ την πάχνη

που μας στεφανώνει

η αρμονία των ίσκιων μας

σκυφτή μες στην ομίχλη

κι ο έρως προς το έσχατον

κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι…

μια αλληγορία ορίζοντα

που δεν γεωμετρείται

λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή

Βαρδάρης που ιερουργεί

πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα

στην προκυμαία με τους γερανούς

πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία

δίσκους 78 στροφών

παλαιά πορτρέτα ένδοξα

που χάσαν την κορνίζα

μοιράζει σε άγνωστους φιλιά

πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά

βαμβάκι και ιώδιο

για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

 

ΣΕΛΑΝΙΚ ΙΙ

Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί

να αντικατασταθεί από την έννοιά της

όταν θα αποφάσιζαν

κάποιοι να την αφηγηθούν

και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη

που απογυμνώνει και εκπορθεί

πράξη ερωτική κι απονενοημένη

σαγήνη που τρομοκρατεί

όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά

ήταν πολλά, ήμουν μικρή

κι όλα ήταν ξένα.

Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό

στις μύτες σηκωμένα

τις κάτω φράσεις του χρησμού

να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή

όταν η πυρκαγιά

θα σ’ απελευθερώνει

κι άλλοτε ευτέλεια μαγική

για ν’ αποσυντονίζεις.

Συνέργεια στην αιώρηση

και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!

Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα

κι ας έμοιαζε αυτή εδώ

αγίασμα στα μάτια

τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί

να καταποντιστεί στα σωθικά

η κάψα του άλλου τόπου –

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού

και η οσμή λεβάντας

χάνονται απ’ τα ρούχα σου

όταν πια δ ε ν υπάρχεις

επινοείς την κόχη σου

αρχιτεκτονική εξοντωτική –

μισός μέσα στα όρια

μισός στην έξοδο κινδύνου.

Και πώς ευθύνεστε εσείς

για το κακό;

Ήτανε Αύγουστος

την προηγουμένη του Σωτήρος

κόντευε τρεις το μεσημέρι…

Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί

κάπου στο Μεβλεβί Χανέ

πάνω από την Κολόμβου

κι εγώ απλώς λιμπίστηκα

τηγανητές μελιτζάνες.

Παραμονές μεγάλης εορτής.

Πού να το φανταστώ…

Κάηκαν όλα!

Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε

στην παραλία οι περιπατητές

βράδυ πρωί λυπούνται

μικραίνουν και συστρέφονται

σαν να διαβάζουν μια πληγή

κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι

και ύστερα

σε στάση προσευχής

στραμμένοι προς τα Κάστρα

ερήμους απαγγέλλουν δυνατά

για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ

και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά

που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –

τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών

με υαλικά στρωμένη

μπερδεύει επετείους και εορτές

δέντρα χριστουγεννιάτικα

στολίζει μες στο θέρος

και σημαιούλες χάρτινες

μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών

εκείνο που την καθορίζει.

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται

πίσω απ’ την απουσία

τα βράδια ωστόσο κατοικώ

σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο

τρέμω τα καλοκαίρια

μα πιότερο απ’ την ερημιά

η ασθένεια με πονά

των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα

βιβλία διαβασμένα

κι από τα ρούχα ειδικά

αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών

συχνά μ’ εξαναγκάζει

να μετατρέπομαι σε ηχώ

των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή

και η μελαγχολία

είναι απλώς η αφορμή

για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται

η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή

το άγγιγμα που αφήσατε

πάνω στις πορσελάνες

γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή

δίχως το άλλο σώμα

και τελευταία πετάγομαι

κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης

δανείζομαι το παρελθόν

γυρεύω οικογένεια

συλλέγω από απόγνωση

μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά

στις αμυχές της σάρκας

γίνεστε εσείς η υπογραφή

της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός

που βλέπει με τα χέρια…

Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο

να βρει δικαιολογίες

ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών

το άνοιγμα της πόρτας

ή μια προστακτική φωνή

να του φωνάζει

μείνε.

 

ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

ή

ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Και βέβαια

δεν διέπλευσαν τους ωκεανούς

ούτε συνέλεξαν ποτέ ιζήματα πυθμένα

μέχρι την ώρα που άκουσαν

για τις φθορίζουσες σκιές

που τις διεγείρει εύκολα η ακτινοβολία

για τη ναυτία των παλιρροιών

και των φυκιών τις επικίνδυνες ανθήσεις

για συσκευές που θύμιζαν

παλιό ρολόι κούκο

και που κατέγραφαν μ’ αυτές

τη στάθμη της αλήθειας

(χαλάνε τελευταία συνεχώς

κι άπατα μες στα ποιήματα

πηγαίνουνε τα λόγια)

και έκτοτε προσάραξαν

στο σπίτι τα ναυάγια

ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός

κατέλαβε τους χώρους εργασίας

κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού

μπήκαν στο μικροσκόπιο.

Τι είν’ αυτό

που επαίρεται και κλαίγεται συγχρόνως;

Τι σπινθηροβολεί κι αμφισβητεί

και στη βροχή τρομάζει;

Τι φλέγεται;

Τι ψεύδεται;

Τι διάτρητο κρυώνει

κι εμπρός μας συνωμοτικά

ρίχνει τα αντικλείδια

τα θαυμαστά να μας φανερωθούν

τα τρομερά να λάμψουν;

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ

Ανήκω στα φυτά

της οικογένειας των εβενοειδών…

Ουδέποτε εξαγνίζομαι

μονάχα αποξεχνιέμαι

σκοντάφτω πριν φανερωθώ

και στη σκηνή

διά θαλάσσης ανεβαίνω.

Ανέγγιχτη και τρυφερή

ανεξιλέωτη και παγωμένη

σκορπάω ίχνη με γραφές

που δεν μιλιούνται πια

κυλώ μέσα στις φλέβες μου

τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων

κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα

να ραγίζει.

Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος

ακέραιη εκπλήρωσα

την καθ’ ημέραν θλίψη

τη μεταμφίεσα σε μουσική

τραύλισμα που μ’ αγρίευε

και μ’ έσωζε συγχρόνως…

Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς

κι η άνιση πληρωμή της

εικονοστάσι αδειανό

απ’ τ’ αναθήματά του

τρομαχτικό εξαπτέρυγο

που αυτοπυρπολείται…

Ωστόσο αντιστάθηκα.

Με χίλιους τρόπους άντεξα

την όποια εκπαίδευσή μου

ως και λευκή σημαία κούνησα

για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.

Μη μ’ αγκαλιάζεις

άφησέ με χιονισμένη

άσε με να συντηρηθώ

μέσα στην τέλεια ψύξη

να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω

με ακίδες μες στο αίμα…

Μα τώρα που κάτι άστραψε

μέσα στη μαύρη οθόνη

πώς θα διέλθω διάφανη

τέτοιον αποκλεισμό;

Πώς θα επιστρέψω τελικά

το ακριβές σκοτάδι;

Έχω διαγραφεί

να φανταστείς –

κι απ’ τους αγνοημένους…

Επείγει η επάνοδος!

Το έργο που δεν έπαιξα

αιφνίδια κατεβαίνει…

 

Όλα τα παραπάνω ποιήματα είναι επιλεγμένα από την τελευταία ποιητική συλλογή της ποιήτριας «Αφόρετα θαύματα», (εκδ. Κέδρος, 2017)

Η Ευτυχία -Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει Δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.

Έχει εκδώσει εφτά ποιητικές συλλογές:

  • Λυπημένες μαργαρίτες (εκδ. Εγνατία, 1986)
  • Το τρίπτυχο του φέγγους (1993)
  • Εν τη ρύμη του νόστου (εκδ. Αρμός, 1999)
  • Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (εκδ. Καστανιώτη, 2004)
  • Όροφος μείον ένα (εκδ. Καστανιώτη, 2008, β΄ έκδ. 2009)
  • Το επιδόρπιο (εκδ. Κέδρος, 2012, γ΄ έκδ. 2013). Το επιδόρπιο ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο.
  • Αφόρετα θαύματα (εκδ. Κέδρος, 2017)

Έχει επίσης εκδώσει τα μελετήματα:

  • Εν αναμονή, (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής Οριζόντων Προσεγγίσεις στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), εκδ. Γαβριηλίδης 2004.
  • Συρραπτική του Προσώπου – Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη (εκδ. Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη, 2012).
  • Πέραν της γραφής – Δοκίμια για την Ποίηση, (εκδ. Κέδρος 2015).

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.