Συμφωνία που όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τον συνταγματικό εναγκαλισμό κράτους – Εκκλησίας αφού δεν έχει καμία σχέση με τον πλήρη διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας, αλλά έρχεται να προσθέσει και τον επιχειρηματικό εναγκαλισμό, είναι αυτή που ανακοίνωσαν από κοινού ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και ο πρωθυπουργός, Αλ. Τσίπρας.

Μέσω του λεγόμενου Ταμείου Αξιοποίησης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας, ανοίγει ουσιαστικά ο δρόμος ώστε να υλοποιηθούν επιχειρηματικά σχέδια και προσδοκίες δεκαετιών πάνω σε εκτάσεις – φιλέτα που βρίσκονται σε όλη τη χώρα.

Πρόκειται για εκτάσεις που η Εκκλησία διεκδικούσε ως ιδιοκτησία της και που μέχρι τώρα δεν μπορούσε να αξιοποιήσει, αφού βρισκόταν σε διαμάχη με το Δημόσιο, φορείς και συλλόγους. Αυτό ουσιαστικά είναι το νέο στοιχείο που έρχεται να συμπληρώσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σε όσα είχε υλοποιήσει η κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ με την ίδρυση της «Εταιρείας Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας ΑΕ» το 2013. Στο εν λόγω Ταμείο, λοιπόν, εκτός από την περιουσία που φέρεται να αναγνωρίζεται ως ιδιοκτησία της Εκκλησίας, εντάσσονται πλέον και εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα αμφισβητούμενων εκτάσεων.

Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε πώς είχε τοποθετηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ το 2013 όταν είχαν φέρει στη Βουλή η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ το συγκεκριμένο θέμα για τη σύσταση της εταιρείας αξιοποίησης εκκλησιαστικής περιουσίας. Στη συζήτηση που είχε γίνει στις 28 Αυγούστου του 2013, ο Νίκος Βούτσης, εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, είχε πει ανάμεσα σε άλλα:

«Για να μην κοροϊδευόμαστε: Αν διαβάσει κανείς απολύτως απροκατάληπτα όλη την αιτιολογική έκθεση και τα άρθρα, θα έχει πληθώρα ερωτημάτων για το τι είναι αυτή η εταιρεία (…) Υπάρχει ερωτηματικό και σε σχέση με αυτό που αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, ότι η διαχείριση δεν έγινε δυνατόν να γίνει. Εναν, λέει, από τους παράγοντες που συντελούν στη μη αξιοποίηση, το οποίο δεν παρέχει πολλές δυνατότητες στις προσπάθειες των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων να προχωρήσουν σε δράσεις. Ποιο είναι αυτό το νομοθετικό πλαίσιο που δυσκολεύει την Εκκλησία; Μήπως είναι οι περιβαλλοντικοί όροι, αποφάσεις του ΣτΕ, δασικές εκτάσεις, η Βουλιαγμένη, η Πάρνηθα, η Πεντέλη; Οσον αφορά στην πρόταση που γίνεται σχετικά με την Πεντέλη, μιλάμε για εκατοντάδες στρέμματα για αξιοποίηση, ενεργειακά κ.λπ.».

Στην ουσία ο ΣΥΡΙΖΑ αντιδρούσε τότε και έλεγε πως ο λόγος για να συσταθεί μια τέτοια εταιρεία ήταν να ξεπεραστούν τα όποια νομικά εμπόδια, προκειμένου να μπορέσει η Εκκλησία είτε να προχωρήσει σε επιχειρηματική ή οικοδομική αξιοποίηση της περιουσίας της η ίδια είτε να μπορέσει να πουλήσει κάποιες από αυτές τις εκτάσεις σε επιχειρηματικούς ομίλους. Και αυτό το έλεγε για εκτάσεις που δεν αμφισβητούνταν και που θεωρούνταν περιουσία της Εκκλησίας. Τώρα, έρχεται η κυβέρνηση και βάζει μέσα σε αυτές και τις αμφισβητούμενες εκτάσεις με τον όρο να γίνουν οι μπίζνες συνεταιρικά με την Εκκλησία σε ποσοστό 50% – 50%. Και εάν αναλογιστεί κανείς ότι μιλάμε για «φιλέτα» σε Πεντέλη, Πάρνηθα, Υμηττό, Βουλιαγμένη, Ποικίλο Ορος, τότε είναι εύκολα αντιληπτό το τι ακριβώς αποφασίστηκε στη συνάντηση Τσίπρα – Ιερώνυμου την περασμένη Τρίτη.

Συνεχίζουν από εκεί που το άφησαν οι προηγούμενοι

Σε αυτό το μήκος κύματος, δικαιολόγησης και του επιχειρηματικού εναγκαλισμού που εισάγει η συμφωνία, κινήθηκαν και οι τοποθετήσεις των κυβερνητικών στελεχών χτες.

Ο Δ. Τζανακόπουλος κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων, χτες, έκανε λόγο για αμοιβαίες υποχωρήσεις, ενώ σε μια προσπάθεια άσκησης πίεσης προς τη ΝΔ θύμισε ότι υπάρχει και νόμος της ΝΔ το 2013 για την αξιοποίηση της περιουσίας της Αρχιεπισκοπής.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάλεσε τις πολιτικές δυνάμεις να στηρίξουν τη συμφωνία και πρόσθεσε ότι θα εφαρμοσθεί εφόσον εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο και την Ιερά Σύνοδο. Για τους κληρικούς ανέφερε ότι δεν θα πειραχτούν τα εργασιακά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα. Παράλληλα, επιχειρώντας να καλλιεργήσει ψεύτικες προσδοκίες περί διορισμών, είπε ότι «με τη συμφωνία αυτή απελευθερώνονται 10.000 θέσεις δημοσίων υπαλλήλων» και ότι το κενό θα καλυφθεί τα επόμενα χρόνια, από το 2020 κι έπειτα.

Παράλληλα, επιτέθηκε στη ΝΔ για «διαστρέβλωση, παραμόρφωση και γραφικά ψεύδη», λέγοντας ότι είναι «απολύτως εκτός λογικής και πλήρως πολιτικά ανεύθυνο να οδηγούνται κάποιες πολιτικές δυνάμεις σε διαστρεβλώσεις και εξαλλοσύνες, που δεν συνάδουν με τη βαρύτητα, τη σοβαρότητα και την ιστορικότητα της συμφωνίας αυτής».

«Αμοιβαία πρόθεση» και αντιδράσεις

Να σημειώσουμε ότι χτες απόφαση για τη σύγκληση της Ιεραρχίας έλαβε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εξέδωσε, κατά τη συνάντηση του Αλ. Τσίπρα με τον αρχιεπίσκοπο «δεν επιδιώχθηκε ούτε υπεγράφη κάποια συμφωνία, αλλά εκφράζεται η αμοιβαία «πρόθεση προκειμένου Εκκλησία και πολιτεία να καταλήξουν σε μία ιστορική συμφωνία που θα πάρει μορφή νομοθετικής ρύθμισης»».

Στο ίδιο πνεύμα ήταν και οι δηλώσεις του Ιερώνυμου, ο οποίος ανέφερε πως «άλλο συμφωνία και άλλο πρόθεση να συμφωνήσουμε». Οπως είπε, «χθες έγινε μια ανακοίνωση ότι έχουμε μια πρόθεση, καλή διάθεση, ο χώρος της Εκκλησίας με την πολιτεία να βρούμε λύση σε προβλήματα που χρονίζουν σχεδόν έναν αιώνα».

Ο Ιερός Σύνδεσμος Κληρικών εξέφρασε την αντίθεσή του στη συμφωνία, σημειώνοντας πως «οι αντιδράσεις μας πρόκειται να είναι μαζικές και πρωτόγνωρες στην ελληνική ιστορία». Ο Σύνδεσμος ζητάει να παραμείνει «ως έχει» η μισθοδοσία των κληρικών.

 

Η ΝΔ αφού πρώτα προχτές εξέφρασε την ικανοποίησή της γιατί η συμφωνία αποτελεί «καθυστερημένη υιοθέτηση» της δικής της πάγιας θέσης για τις σχέσεις πολιτείας – Εκκλησίας, χτες με σημείωμα που διακίνησε άλλαξε τροπάρι. Εβαλε θέμα ότι οι ανακοινώσεις Τσίπρα πως το κράτος δεν θα μισθοδοτεί πλέον απευθείας τους περίπου 10.000 κληρικούς, αλλά θα δίνει ετησίως στην Εκκλησία περίπου 200 εκατ. ευρώ, «εξαιρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις Μητροπόλεις του στην χώρα μας. Εξαιρεί δηλαδή χιλιάδες κληρικούς στην Ηπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη». Η ΝΔ βάζει ακόμα θέμα ποιος θα διαχειρίζεται το σχετικό κονδύλι.

Από πλευράς ΚΙΝΑΛ, η Φώφη Γεννηματά δήλωσε ότι «για μια ακόμη φορά σε ένα σημαντικό θέμα όπως οι σχέσεις Εκκλησίας – κράτους, γίνονται προεκλογικοί χειρισμοί που θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν».