(Απόσπασμα περιπέτειας στα βλαχοχώρια των Γρεβενών)

…Το σπίτι του Κώτσαρου ήταν το ασφαλέστερο όλων. Σκαρφαλωμένο σε βράχο δεν κινδύνευε από νερά. Έφτασα εκεί, με τα χέρια ξυλιασμένα, νεκρά, σαν να χτυπήθηκαν από κρυοπαγήματα. Κρατούσα το όπλο στις μασχάλες. Φώτα πουθενά. Μπήκα στο σπίτι αμπάρωσα με βαριά τραπέζια την πόρτα. Φοβόμουν, αλλά ποιον; Το χιόνι; Ο Κουδούνας, ο πελώριος σκύλος του χαμένου φύλακα, αρνήθηκε να μπει στο σπίτι. Ήταν σπίτι ξένο, θα το φύλαγε απ’ έξω και θα περίμενε το αφεντικό του. Του ετοίμασα μια θέση με μαλλιά και κλαριά στεγασμένη από πάνω και ζάρωσε.

Οι ασύρματοι νεκροί. Κι από τα σατανικά μηχανήματα δεν είχα ιδέα. Ούτε από γεννήτριες. Ορκίστηκα πως άμα επιζήσω θα τα σπουδάσω αυτά τα πράγματα. Δεν είχα δύναμη να κουβαλήσω ξύλα, έπρεπε να τα ξεπαραχώσω από το χιόνι ή έπρεπε να ξεχιονίσω για να φτάσω στο αποθηκάκι. Μα πιο πολύ κατέρρεα και είχα παραδοθεί, στην ψυχή μου. Αισθανόμουνα ότι πεθαίνω από παγωνιά, κάτι για το οποίο δεν είχα ακούσει ποτέ μου τίποτα. Το χιόνι έπεφτε λυσσασμένα, μεγαλώνοντας το νεκρικό σάβανο. Το σπίτι πάγωνε όλο και πιο πολύ. Το απόλυτο της μοναξιάς σούβλιζε όλα τα μόριά μου.

Λαγοκοιμόμουνα με το όπλο στο χέρι, περιμένοντας πεινασμένα άγρια ζώα, μα ύστερα παραδόθηκα στην κούραση και σε δύσκολα όνειρα. Στα όνειρα πετούσα και κυκλόφερνα στα γύρω βουνά. ‘Ενιωσα πως τέλειωσα και θα ξυπνούσα στην ανυπαρξία. Η ώρα πέρασε κι άλλο. Ξαφνικά ένιωσα έναν κεραυνό να σκάει πάνω στο σπίτι. Ήμουν σε απόλυτη σύγχυση, ένα βήμα απ’ το να πουλήσω τη λογική μου για ν’ αντέξω τα αφύσικα. Κι ύστερα δεύτερη και τρίτη βροντή. Πυροβολισμοί. Ουρλιαχτά και φωνές.

«Είναι κανείς ζωντανός εδώ;». Κούνησα άλαλος τα ανυπάκουα μέλη μου σα ρομπότ. Ανασηκώθηκα με δυσκολία. Έκανα ώρα να φτάσω στην πόρτα. Κι όταν την άνοιξα είχαν φύγει. Άρπαξα το όπλο και έριξα. Σε πολύ λίγο μια ομάδα τεσσάρων νοματαίων έφτασε κοντά μου. «Είμαστε εθελοντές των ειδικών δυνάμεων».

Επιτέλους. Τρεις μέρες τους περίμενα. Με έπιασαν, με τύλιξαν σε ξερές κουβέρτες κι άρχισαν να με περιποιούνται. «Έρχεται και το ερπυστριοφόρο σε λίγο. Είμαστε δυο ομάδες. Οι άλλοι ψάχνουν πιο βόρεια αλλά είναι όλα πλημμυρισμένα. Περίεργο. Τόσα μέτρα χιόνι και το νερό τσουλάει».

Δεν έκρυβα τη χαρά μου. Πρώτα πρώτα που είδα ανθρώπους ξανά και μετά που σώθηκα. Μα πού ήταν ο Κουδούνας; Άρχισα να φοβάμαι για την τύχη του. Κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν τον έσυρα μέσα στο σπίτι. «Πού είναι οι άλλοι;», με ρωτούσαν. Τι να απαντούσα;

«Χάθηκαν». Τι άλλο να απαντούσα; «Ας ψάξουμε». Ετοίμασαν τη γεννήτρια γρήγορα γρήγορα. Η θαλπωρή της καθημερινότητας ξαναγύρισε. Σε λίγο άναψαν φωτιά και φώτα, οι ασύρματοι συντονίστηκαν και έγινε η πρώτη επαφή μου με τη νομαρχία απ’ ευθείας. Ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. «Δεν ξέρω τίποτα για τους φύλακες. Τελευταία φορά τους είδα πριν το χιόνι. Χαιρετηθήκαμε με πυροβολισμούς. Πλημμύρισε ο τόπος. Ήρθαν πολλά νερά απ’ το βουνό. Το χιόνι είναι ασταμάτητο. Θέλω να φύγω, να φύγω από δω»…

Νίκος Τακόλας

 

 

Σύντομο Βιογραφικό
* O Νίκος Τακόλας, γεννήθηκε στη Λάρισα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Κατάγεται από το βλαχοχώρι Αβδέλλα, των Γρεβενών. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός. Eκδοθέντα Βιβλία 3 στη βάση biblionet, ΒΡΑΒΕΙA διηγήματος 8. 9 συλλογικές συμμετοχές. Zει στη Θεσσαλονίκη. Το τελευταίο του βιβλίο «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΝΙΦΑΔΑΣ», 2016, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νησίδες». Στο παρελθόν ασχολήθηκε με κινηματογραφική κριτική και πολιτικό δοκίμιο.