Ολοένα και περισσότερο πληθαίνουν τα περιστατικά αστυνόμευσης, χαφιεδισμού και τρομοκρατίας σε βάρος του συνδικαλιστικού κινήματος, αποκαλύπτοντας την κοροϊδία της κυβέρνησης περί «προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων».

Το χτεσινό περιστατικό, με τον ασφαλίτη που τράβηξε όπλο σε ομάδα της απεργιακής περιφρούρησης των οικοδόμων στην Αθήνα, προστίθεται στη λίστα με παρόμοια γεγονότα που συμβαίνουν όλο και πιο τακτικά, ιδιαίτερα τον τελευταίο μήνα.

Παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης με αστείες δικαιολογίες να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να πετάξει το μπαλάκι στις «υπηρεσίες», οι ευθύνες της για την ένταση της τρομοκρατίας και της καταστολής, με προφανή στόχο την ποδηγέτηση και χειραγώγηση των συνδικάτων, είναι μεγάλες και δεν μπορούν να κρυφτούν.

Οπως δεν μπορεί να κρυφτεί και ο ρόλος «λαγού» που παίζει η συνδικαλιστική πλειοψηφία στην ενεργοποίηση τέτοιων μηχανισμών, σε βάρος σωματείων και συνδικαλιστών.

Θυμίζουμε ότι πριν από το χτεσινό περιστατικό είχαν συμβεί τα εξής παρόμοια γεγονότα: Στις 31 Οκτώβρη, σε μια πρωτοφανή ενέργεια για το συνδικαλιστικό κίνημα, το ΣΔΟΕ έκανε έφοδο στα γραφεία της ΕΛΜΕ Πειραιά και κατάσχεσε περιουσιακά στοιχεία, με εντολή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, ύστερα από «ανώνυμη» καταγγελία.

Στις 8 Νοέμβρη, στο Συνέδριο του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ αποκάλυψαν ασφαλίτη ο οποίος κυκλοφορούσε στο χώρο.

Στις 13 Νοέμβρη, παραμονές της χτεσινής απεργίας, ύστερα από «ανώνυμη» καταγγελία, η εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης παρήγγειλε «προκαταρκτική εξέταση» με την οποία ζητούνται από το Συνδικάτο Οικοδόμων Θεσσαλονίκης και την Ομοσπονδία Οικοδόμων στοιχεία για τη συνδικαλιστική τους δράση, για τα οικονομικά τους, αλλά και ονόματα και διευθύνσεις συνδικαλιστών «επικεφαλής παρατάξεων»!

Τα γεγονότα αυτά έρχονται μετά από μια σειρά δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες κρίνονταν παράνομες ή/και καταχρηστικές απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, όπως στο λιμάνι του Πειραιά, ξεθάβοντας κάθε φορά και μια διαφορετική νομική διάταξη και δείχνοντας ότι είναι ανεξάντλητο το αντεργατικό νομικό οπλοστάσιο που ψήφισαν η σημερινή και οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Ολα αναδεικνύουν το προφανές: Την ένταση του κρατικού αυταρχισμού και της τρομοκρατίας, για την οποία η κυβέρνηση έχει την πρώτη ευθύνη.

Αυτή νομοθέτησε την παραπέρα περιστολή του απεργιακού δικαιώματος, δίνοντας το «πράσινο φως» να οξυνθεί συνολικά η επιθετικότητα κράτους και εργοδοσίας σε βάρος των εργαζομένων και των συνδικάτων που οργανώνουν την πάλη ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική, τα κόμματά της, τα τσιράκια τους στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Η κυβέρνηση ήταν αυτή που ανταποκρίθηκε άμεσα στις επιστολές της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, με τις οποίες ζητούσε αστυνομική παρουσία στα συνέδρια και τις άλλες διαδικασίες του συνδικαλιστικού κινήματος, για «προστασία από το ΠΑΜΕ».

Αλλωστε, προπομπός των ασφαλιτών στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης και των κουμπουροφόρων στην Αθήνα ήταν η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων στα συνέδρια άλλων Εργατικών Κέντρων, όπως στην Κατερίνη, δείχνοντας το βρώμικο ρόλο που παίζει η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ και στην ένταση της καταστολής σε βάρος συνδικαλιστών και συνδικάτων, για να διασφαλίζονται τα συμφέροντα της εργοδοσίας.

Αλλά και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η κυβέρνηση υιοθέτησε με τη σιωπή της τη γελοία εκδοχή της Αστυνομίας ότι ο ασφαλίτης βρέθηκε στο χώρο του Συνεδρίου για …να πάει τουαλέτα, ενώ το αρμόδιο υπουργείο αρκέστηκε σε γενικόλογες διακηρύξεις περί προστασίας τάχα των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και «διερεύνησης του συμβάντος» με ΕΔΕ.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να ανταποκριθεί στην επιθυμία του κεφαλαίου να επικρατήσει σιγή νεκροταφείου στους χώρους δουλειάς, ευνοώντας – παρ’ όλες τις διακηρύξεις και τις διαβεβαιώσεις της – την καταστολή όταν δεν πιάνουν τα παραμύθια της περί «επιστροφής στην κανονικότητα» και «δίκαιης ανάπτυξης για όλους».

Κανένας καλοπροαίρετος εργαζόμενος και συνδικαλιστής, που ανησυχεί για την προσπάθεια τρομοκράτησης και εκφυλισμού του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν πρέπει να μείνει απαθής. Η απόδοση της ευθύνης σε κυβέρνηση και συνδικαλιστική πλειοψηφία χρειάζεται τώρα να συνοδευτεί από ουσιαστική συμμετοχή στην προσπάθεια ανασύνταξης του εργατικού κινήματος, ενάντια στα κόμματα της αντιλαϊκής πολιτικής και τους βαστάζους τους στα συνδικάτα.

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Πέμπτης 15 Νοέμβρη 2018.