Μούσα και ερωμένη του Έντουαρντ Μπερν- Τζόουνς, του οποίου το έργο τιμάται από την Tate Britain σε μια μεγάλη αναδρομική που θα διαρκέσει μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019 και ο οποίος με το έργο του την πέρασε στην αθανασία, η Μαρία Κασσαβέτη – Ζαμπάκου ήταν μια γυναίκα μοναδική στην εποχή της. Η Μιράντα Σοφιανού-Παρασκευά την βιογραφεί στο βιβλίο της «Μαρία Κασσαβέτη – Ζαμπάκου, Ένα εκθαμβωτικό φθινόπωρο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα.

Η Μαρία Κασσαβέτη γεννήθηκε το 1843, όταν η Αγγλία άφηνε πίσω της την εποχή του Γεωργιανού ορθολογισμού και συντονιζόταν με την εποχή της βασιλείας της Βικτώριας.

Κυριαρχούν ο ρομαντισμός και ο μυστικισμός, ενώ την ίδια εποχή κάνει την εμφάνισή της η αδελφότητα των Προραφαηλιτών ζωγράφων, που το κίνημά τους θα επηρεάσει την αγγλική και την ευρωπαϊκή ζωγραφική. Η κίνησή τους γνώρισε μεγάλες αντιδράσεις από το κατεστημένο της εποχής.

Η οικογένεια της, πλούσιοι Έλληνες έμποροι με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και τη Σύρο, είναι κοσμοπολίτες, ευεργέτες, υιοθετούν καλλιτέχνες, αγοράζουν έργα τέχνης και συγκροτούν συλλογές που ακόμα και σήμερα θεωρούνται θρυλικές.

Ο λογοτεχνικός τους κύκλος περιλαμβάνει προσωπικότητες όπως της Τζορτζ Έλιοτ και του Ροντέν. Η συλλογή του θείου της Μαρίας Κασσαβέτη, Κωνσταντίνου, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες που κατέχει σήμερα το Victoria and Albert Museum του Λονδίνου. Η περίφημη αυτή συλλογή περιλαμβάνει έργα των Eνγκρ, Μιλέ, Ντελακρουά, Κορό αλλά και 250 γκραβούρες του Ρέμπραντ. Η Μαρία μεγαλώνει σε ένα σπίτι εύπορο και πνευματικό. Αγοράζουν έργα των Ροσέτι, Μπερν-Τζόουνς, αλλά και επιλέγουν αυτούς τους ζωγράφους προκειμένου να φιλοτεχνήσουν κάποια πορτραίτα τους.

Οι Προραφαηλίτες είναι αυτοί που πρώτοι απελευθερώνουν τις γυναίκες που ζωγραφίζουν από τους σφιχτά δεμένους κότσους και τα στενά, ερμητικά κλειστά κρινολίνα. Τα κορίτσια των πόστερ της εποχής παραμένουν γοητευτικά, από τη μούσα του Ροσέτι, την κοκκινομάλλα Λίζι Σιντάλ, μέχρι την αισθησιακή Νάνα Ρίσι που αιχμαλώτισε στα έργα του ο Λόρδος Φρέντερικ Λέιτον. Τα μισάνοιχτα χείλη τους και η ανεπιτήδευτη ομορφιά τους εκφράζει μια σοκαριστική σεξουαλικότητα πίσω από ένα νέο πρόταγμα της ομορφιάς. Έχει να κάνει κυρίως με την ελευθερία: για μια γυναίκα που θέλει να αφήσει τα μαλλιά της κάτω, να αποδράσει από σφιχτούς κορσέδες και κρινολίνα, και με την «αγάπη» να είναι το κυρίαρχο συναίσθημα. Ο Ροσσέττι θα γράψει γι’ αυτήν:

«O λαιμός της ήταν “δώδεκα φιλιά” μακρύς. Oι γάμπες της ἰσοδυναμοῦσαν μέ εἰσιτήρια πρώτης θέσεως γιά τήν Kόλαση. Oι γοφοί της εὐωδίαζαν χελιδονόψαρο. Όμως τό πιό ἑλκυστικό στοιχεῖο ήταν η έκφρασή της: αόριστα πικραμένη σάν νά φούσκωνε μέσα της, διαρκώς, ένα εκθαμβωτικό φθινόπωρο».

Η Μαρία στα 18 της αψηφώντας κάθε κανόνα και αντίρρηση της οικογένειας αποφασίζει να ταξιδέψει στο Παρίσι για να σπουδάσει σχέδιο και γλυπτική. Καμία επίσημη σχολή δε δέχεται γυναίκες μαθήτριες στο Παρίσι αλλά η επίμονη νεαρά αποτολμά το ταξίδι, για να συναντήσει εκτός των άλλων και τον έρωτα. Τον συναντά στο πρόσωπο του γιατρού Δημήτρη Ζαμπάκου με τον οποίο αποκτά και δυο παιδιά.

Πέντε χρόνια αργότερα χωρίζει και τον εγκαταλείπει παίρνοντας μαζί της τα δυο παιδιά της. Επιστρέφει στο Λονδίνο. Είναι 23 ετών και ονειρεύεται να ζωγραφίσει. Είναι μια νεαρή γυναίκα, ατρόμητη, που κυκλοφορεί μόνη της, ανυπάκουη στις αντιδράσεις της οικογένειας και του κοινωνικού της κύκλου. Κάνει παρέα με το διάσημο ζωγράφο Ροσέτι και γνωρίζει και τον επιστήθιο του φίλο και κορυφαίο Άγγλο ζωγράφο, σχεδιαστή και πρωτοπόρο του βιομηχανικού σχεδίου, Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς.

Η γνωριμία και η σχέση τους είναι μοιραία, σχεδόν καταστρεπτική. Ο Μπερν -Τζόουνς είναι παντρεμένος και δε θα χωρίσει ποτέ. Η Μαρία δεν θα πάρει ποτέ το πολυπόθητο διαζύγιο από τον Ζαμπάκο. Ερωτεύονται με την πρώτη ματιά και μοιράζονται μια ζωή μέσα στην τέχνη. Γίνεται η μούσα του, το μοντέλο του, όλη του η ζωή. Ο δεσμός τους ταράζει τη λονδρέζικη κοινωνία και φέρνει τη Μαρία συχνά στα πρόθυρα της υστερίας, ειδικά όταν αποφασίζει να βάλουν τέλος μαζί στη ζωή τους. Η απόπειρα αποτυγχάνει και ο Μπερν-Τζόουνς προσπαθεί να απομακρυνθεί, αλλά μάταια. Η Μαρία τον έχει κατακτήσει. Τη ζωγραφίζει με κάθε τρόπο. Την απεικόνισε ως Αφροδίτη ή ως Θέρος, ως γόησσα Νιμούη στον περίφημο πίνακα Το ξεμυάλισμα του Mέρλιν, ως βασίλισσα της Θράκης στον πίνακα Φυλλίς και Δημοφῶν, ως «Κίρκη». Ακόμα και πολύ αργότερα όταν στα 35 της χρόνια παίρνει την απόφαση να ξαναπάει στο Παρίσι και να σπουδάσει εκ νέου, ο Μπερνς-Τζόουνς τής ζητά να γυρίσει πίσω. Εκείνη θέλει όμως να τραβήξει τον καλλιτεχνικό της δρόμο. Γνωρίζει και συνδέεται με τον Ροντέν, γίνεται φίλη με τη Σάρα Μπερνάρ, διδάσκεται ενδυματολογία, διακόσμηση, φωτογραφία και την πολύ δημοφιλή στις γυναίκες που ήθελαν να ασχοληθούν με τις καλές τέχνες, τέχνη των μεταλλίων.

Όταν θα επιστρέψει στο Λονδίνο έχει ξημερώσει ο 20ός αιώνας. Με τον Μπερν-Τζόουνς δε σταματά να βλέπεται μέχρι το τέλος της ζωής του αλλά το πάθος δεν υπάρχει στην προηγούμενη ένταση. Ταξιδεύει λίγο αργότερα στην Ελλάδα για την οποία υπάρχει πάντα ένα μέρος στην καρδιά της. Η Καλλιρρόη Παρρέντην εκθειάζει για την άφοβη παρουσία της στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ατρόμητη πατριώτισσα, ξοδεύει, βοηθά, συντρέχει τους πολεμιστές. Ζει ένα διάστημα στο σπίτι της στη Σύρο. Ζωγραφίζει διαρκώς. Αν και σήμερα τα έργα της είναι διάσπαρτα, θεωρείται μια γυναίκα εκπρόσωπος της τάσης που δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Μαρία Κασσαβέτη έζησε όπως ήθελε, μέχρι το τέλος, όταν άφησε στο Παρίσι την τελευταία πνοή της στα 71 της χρόνια.

Info: Το βιβλίο-λεύκωμα  της Μιράντας Σοφιανού Παρασκευά «Μαρία Κασσαβέτη-Ζαμπάκου, ένα εκθαμβωτικό φθινόπωρο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα.

Πηγή: elculture.gr