Ας  γνωρίσουμε τις Εκδόσεις «κοβάλτιο». Λαμπριάνα Οικονόμου και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος απαντούν στις ερωτήσεις του Polispost.com

 

  

  1. Πώς προέκυψε ο νέος αυτός εκδοτικός οίκος;

Μ.Π.: Φαινομενικά, η απόφαση για να δημιουργηθούν οι εκδόσεις πάρθηκε εντελώς ξαφνικά. Όσο διήρκεσε μια στιχομυθία μας μες στο μετρό: «Τι λες, κάνουμε έναν εκδοτικό οίκο;» «Ναι, να τον κάνουμε». Ήταν, όμως, μια επιθυμία ετών και για τους δύο. Είχαμε εργαστεί στον χώρο του βιβλίου από διάφορες θέσεις: ως μεταφραστές και επιμελητές, εγώ ως διορθωτής, βιβλιοπώλης και αναγνώστης, η Λαμπριάνα στη διανομή και διακίνηση βιβλίων. Συζητούσαμε πολύ συχνά για βιβλία που θα μας άρεσε να δούμε μεταφρασμένα, βιβλία που δεν υπήρχαν στην ελληνική βιβλιογραφία ή είχαν εξαντληθεί στην αγορά.

Η ονομασία «Κοβάλτιο» ήρθε ξεσκαρτάροντας τη βιβλιοθήκη σε μια μετακόμιση, όταν επανήλθαμε στις «Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο» του Νίκου Καρούζου. Και έτσι, ως «υποχθόνια πνεύματα», βάλαμε μπροστά τις Εκδόσεις Κοβάλτιο: μια κίνηση αυτοδιάθεσης ως προς την αισθητική μας για τη λογοτεχνία.

 

  1. Ποιο το εκδοτικό του έργο (τίτλοι);

Λ.Ο.: Το πρώτο βιβλίο από το Κοβάλτιο ήταν το «Βορτιστικό Μανιφέστο»· ένα βιβλίο-ταυτότητα για τις εκδόσεις μας, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο κείμενο της αγγλικής αβανγκάρντ, το οποίο συνυπέγραψαν μεταξύ άλλων οι Έζρα Πάουντ, Ουίνταμ Λιούις και Ανρί Γκωντιέ Μπρζέσκα, καταφέρεται ενάντια στον εστετισμό και κάθε είδους κομφορμισμό, και προάγει την ατομική βούληση. Η ατομικότητα ως βούληση και αίτημα κυριαρχεί ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο του εκδοτικού μας εγχειρήματος.

Ακολούθησαν οι τόμοι «Περί τρέλας» και «Περί χρήματος» στη σειρά De Natura Hominis. Το «Περί τρέλας» συγκεντρώνει επιστολές των Αρτώ, Γουλφ, Πόε, Νίτσε και Μ. Σέλλεϋ, μέσα από τις οποίες βρίσκει έκφραση -χωρίς διαμεσολαβήσεις- η εμπειρία από την ψυχική τους κατάρρευση. Το «Περί χρήματος» περιλαμβάνει δοκίμια των Αριστοτέλη, Θωμά Ακινάτη, Κότοκου, Μαρξ, Μπωντλαίρ, Ουόρχολ και Τολστόι, τα οποία καταδεικνύουν, από διαφορετική σκοπιά το καθένα, πώς το χρήμα –εκτός από μέσο συναλλαγής- αποτελεί κυρίως θεσμό, αλλά και συμβολική παγίωση του χρέους.

Στη συνέχεια, ήρθαν οι τίτλοι της μεταφρασμένης πεζογραφίας. Για πρώτη φορά μεταφράστηκε στα ελληνικά, το «Σάντιτον», το τελευταίο -και πιο ώριμο- έργο της Ώστιν πριν αποβιώσει· η ιστορία εκτυλίσσεται στην ομώνυμη παραθαλάσσια λουτρόπολη, την οποία συνέλαβε η φαντασία της Αγγλίδας συγγραφέως, για να αφηγηθεί με χιούμορ και σαρκασμό τις ιστορίες των επισκεπτών της και μέσα από αυτές να ασκήσει ενδελεχή κριτική στην ηθική φιλοσοφία του φύλου και να παρουσιάσει τον νέο κόσμο που αναδυόταν στην εποχή της.

Επίσης, το «Βίος και πολιτεία ενός ηλίθιου», του «πατέρα της ιαπωνικής διηγηματογραφίας» Ρυουνόσουκε Ακουτάγκαβα, σε μετάφραση Αγγελικής Κορρέ, όπου επιλέγονται τα καλύτερα διηγήματα του, όπου πίσω από τη μυθοπλασία κρύβεται η καθαρή αλήθεια που ακολουθεί τα πάθη του ανθρώπου. Και πιο πρόσφατα, ο «Βαραββάς» του Γκέοργκ Τρακλ, που περιλαμβάνει τα πεζόμορφα έργα του Αυστριακού ποιητή, από το ομώνυμο παραβολικό διήγημα μέχρι τον θεατρικό διάλογο «Μαρία Μαγδαληνή», όπου ξεδιπλώνονται ο σκοτεινός ψυχισμός και η συγγραφική του ιδιοφυία.

   

 

 

 

 

  1. Σε μια περίοδο μεγάλης εκδοτικής παραγωγής σε σχέση με τον σταθερό αριθμό των αναγνωστών, πώς εκτιμάτε την αποδοχή του εκδοτικού σας οίκου;

Λ.Ο.: Το γεγονός ότι υπάρχουν βιβλία τα οποία μέσα στο έτος σημειώνουν εκατοντάδες (σε ορισμένες περιπτώσεις και χιλιάδες) πωλήσεις σε μια χώρα που μαστίζει η κρίση, δείχνει ότι και ο «πυρήνας» του αναγνωστικού κοινού αλλά και ένας πιο διευρυμένος κύκλος δηλώνει «παρών» και στηρίζει όσο μπορεί τις εκδοτικές προτάσεις.

Σε αυτά τα δύο χρόνια ζωής του Κοβαλτίου, θα μιλούσαμε μάλλον για υποδοχή, από την οποία είμαστε ικανοποιημένοι και που μας τροφοδοτεί με τη δύναμη της δημιουργικής ευθύνης ως προς τις επιλογές μας. Την αποδοχή των εκδόσεων θα είμαστε σε θέση να την αξιολογήσουμε σε βάθος χρόνου. Εργαζόμαστε με σκοπό να χτίζουμε γέφυρες με το αναγνωστικό κοινό, μέσα από προτάσεις που θα αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητάς του, της ψυχαγωγίας και των πνευματικών του αναζητήσεων, μέσα από κείμενα που θα ανοίγουν δρόμο στη διαλεκτική σχέση μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη.

 

  1. Είχατε κάποια «στήριξη» και σε ποιον τομέα;

Μ.Π.: Αισθανόμαστε ως συνοδοιπόρους -και ουσιαστικά υποστηρικτικούς- τους ανθρώπους που μας έχουν εμπιστευθεί μεταφραστικές τους εργασίες, εισαγωγές ή επίμετρα, τον τυπογράφο και τους γραφίστες με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί, τους ανθρώπους που έχουν μιλήσει σε παρουσιάσεις βιβλίων μας, τους αναγνώστες ή βιβλιοπώλες που προτείνουν με τη σειρά τους τις επιλογές μας. Υπάρχουν, όμως, και πιο αφανείς «σύμμαχοι» σε αυτό το εγχείρημα, όπως η Τζάσμιν και ο Βαγγέλης στην Πρέβεζα, η Μαρία και ο Βασίλης στο Περιστέρι, η Δέσποινα και ο Γιώργος στη Λευκωσία, έξω από τα τείχη, ο Αλέκος και ο Χρήστος στη Λευκωσία, μέσα από τα τείχη.

  1. Πόσους νέους εκδοτικούς οίκους θεωρείτε –κατά την γνώμη σας πάντα- ότι αντέχει το εκδοτικό τοπίο στην χώρα μας;

Λ.Ο.: Τον αριθμό των εκδοτικών οίκων, ουσιαστικά, τον ρυθμίζει η αγορά. Την αγορά, με τη σειρά της, τη ρυθμίζουν κατά κύριο λόγο η επιμονή και οι επιλογές του εκδότη καθώς και η επιθυμία του αναγνωστικού κοινού: η προσδοκία του αναγνώστη από ένα βιβλίο, τα αναγνωστικά ενδιαφέροντα καθώς και κοινωνικοί παράγοντες που συνδέονται με τον τρόπο ζωής ενός ευρύτερου καταναλωτικού κοινού – ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο, συχνά, προορίζεται για δώρο. Η ανάγκη για το βιβλίο καθεαυτό γίνεται αγορά ως πράξη. Και στην πράξη, η Ελλάδα χωράει όσους εκδοτικούς οίκους μπορούν να υποστηριχθούν αφενός από το όραμα του εκάστοτε εκδότη και αφετέρου από την αισθητική του αναγνωστικού κοινού.

  1. Σε ποια «δεξαμενή αναγνωστών» θεωρείτε ότι πρέπει να στραφούμε για να προσελκύσουμε νέο αναγνωστικό κοινό;

Λ.Ο.: Το νέο αναγνωστικό κοινό δεν θα το προσελκύσουμε με «κορεσμένες» λύσεις. Για να μην πω, πως και το υπάρχον δύσκολα θα κρατηθεί έτσι. Το «φρέσκο» εκδοτικά δεν γίνεται να μην προσελκύσει αναγνώστες έστω και με πιο βραδείς ρυθμούς. Ο σημερινός αναγνώστης είναι απαιτητικός, έχει πρόσβαση μέσω διαδικτύου σε μια πλειάδα ενημερωμένων βιβλιοθηκών ή βιβλιοπωλείων ή εκδοτικών οίκων απευθείας – έχει πρόσβαση στην πηγή. Νέες αισθητικές προτάσεις από την επιλογή τίτλων μέχρι τη γραφιστική παρουσίαση και τον υπομνηματισμό μιας έκδοσης είναι στοιχεία που θα ανανεώσουν και το κοινό, αλλά και το ενδιαφέρον των υφιστάμενων αναγνωστών.

  1. Θεωρείτε ότι η αγορά βιβλίου μέσω διαδικτύου μεγάλωσε τον αριθμό πωλήσεων βιβλίων;

Μ.Π.: Οπωσδήποτε το μέρισμα της αγορά ενός βιβλίου μέσω διαδικτύου έχει κερδίσει έδαφος, αν το γεγονός αυτό έχει αυξήσει συνολικότερα τις πωλήσεις δεν μπορώ να το πω. Και ίσως το μέσο για να πραγματοποιούνται δεν έχει τόση σημασία. Βρίσκω πιο ενδιαφέρον ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταβάλλουν το περιβάλλον αισθητικής μες στο οποίο ο αναγνώστης κάνει τις επιλογές του. Ενημερώνεται πιο άμεσα, μπορεί να έρθει απευθείας σε επικοινωνία με συγγραφείς ή εκδότες, μπορεί να επιλέξει τι θα παρακολουθεί και τι όχι, να προτείνει τις δικές του αναγνώσεις σε άλλους χρήστες του διαδικτύου και ούτω καθεξής. Φυσικά, δημιουργείται συνωστισμός πληροφοριών, ωστόσο έγκειται και πάλι στην ατομική επιλογή του αναγνώστη πώς θα φιλτράρει και αξιολογήσει τις πληροφορίες που θα έρθουν σε γνώση του ή απλά στο οπτικό του πεδίο.

  1. Τα επόμενα εκδοτικά σας σχέδια ποια είναι;

Λ.Ο.: Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του 2019 θα κυκλοφορήσει η έκδοση «Ένα επεισόδιο από την εποχή της Τρομοκρατίας και Το κόκκινο πανδοχείο» – δύο διηγήματα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ που, ως συστατικά μέρη της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», δεν διαθέτουν ως μοναδικό τους σύνδεσμο το ότι διαδραματίζονται σε συγκεκριμένες φάσεις από την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και με διαφορετικό τρόπο, συναντάμε και στα δύο το χρήμα και το αίμα. Όπως σημειώνει στο επίμετρο του βιβλίου και ο μεταφραστής του, Νίκος Σκοπλάκης, «ο Μπαλζάκ, με την “επαναστατική διαλεκτική” του, μας δίνει δύο καταπληκτικές ρεαλιστικές ιστορίες από την “κοινωνία” της “Ανθρώπινης Κωμωδίας”».

Την άνοιξη, στη σειρά De Natura Hominis, θα κυκλοφορήσει το βιβλίο «Η φιλοσοφία της ένδυσης και της επίπλωσης» με δοκίμια του Έντγκαρ Άλαν Πόε και του Όσκαρ Ουάιλντ, αντιστοίχως, για κάθε θεματική.