«Από θεματοφύλακας πολιτισμού, υποβιβάστηκα στον κάλαθο των αχρήστων. Πάρα πολλά άσχετα κομμάτια. Θέλει μάζεμα. Ο Επιμελητής μ’ έκοψε κομματάκια και τώρα ό,τι απέμεινε από τα ορνιθοσκαλίσματά μου κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ. […] Το ονομάζουν επιλεκτικό ξεσκαρτάρισμα. Πολύ επιλεκτικό. Η ιεραρχία. Υπουλα αποκλεισμένος από τις Μεγάλες Εκπτωτικές Αλυσίδες. […] Ξόδεψα τα δύο χρόνια της επιτρεπόμενης παραμονής μου, πέραν της οποίας εκδιώκεσαι αυτόματα από το δανειστικό τμήμα, όπως όλα τα βιβλία που δεν έχουν συγκεντρώσει ένα μίνιμουμ δέκα αναγνωστών. Είναι εν μέρει δικό μου σφάλμα. Δεν έκανα τίποτα για να δελεάσω τους καλλιεργημένους αναγνώστες».

Τα λόγια ανήκουν στη «Σωματογραφή», ένα βιβλίο που οδεύει προς την πολτοποίησή του, στο μικρό διήγημα του Αλγερινού συγγραφέα Μουσταφά Μπενφοντίλ, «Βιβλιοκαύτωμα», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό South is A State of Mind κατά τη διάρκεια της documenta14. Το άτυχο βιβλίο πιάνει κουβέντα με τα γειτονικά του αναγνώσματα που προσπαθούν να το παρηγορήσουν, αλλά η ΠΙΚΤΒ, στην πραγματικότητα η «Παγκόσμια Ιστορία της Καταστροφής Βιβλίων» του Φερνάντο Μπάεζ αναλαμβάνει να τους πει την πικρή αλήθεια, ότι «η καταστροφή βιβλίων είναι παλιά όσο ο ανθρώπινος πολιτισμός».

Στην οικονομία του ελληνικού βιβλίου η «πολτοποίηση» είναι σχεδόν απαγορευμένη λέξη. Με δυσκολία εκδότες παραδέχονται ότι καταφεύγουν σε αυτήν ως έσχατη λύση για βιβλία που δεν πουλάνε όπως είχαν προβλέψει ή για άλλα που βρίσκονται στην αποθήκη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα και πρέπει να πολτοποιηθούν για φορολογικούς λόγους. Οι φωτογραφίες του 2010 με τα βιβλία των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα να είναι βαμμένα με κόκκινη μπογιά και να οδεύουν προς πολτοποίηση μετά το κλείσιμο του εκδοτικού οίκου είχαν τσαλακώσει τη βιομηχανία του βιβλίου.

Η διαδρομή

Η γραμμή ζωής έχει ως εξής: τα βιβλία που βγαίνουν από το τυπογραφείο πηγαίνουν στην αποθήκη του εκδότη και από εκεί στα βιβλιοπωλεία. Οσα μένουν πίσω στην αποθήκη προσμετρούνται –για την εφορία– στα κέρδη του εκδότη. Αν όμως το βιβλίο δεν πουλάει και τα αποθηκευμένα δεν «φεύγουν», τότε γίνεται μια δυσάρεστη αλλαγή σελίδας. Η πολτοποίηση θεωρείται έσχατη λύση και γίνεται χονδρικά για τρεις λόγους: όταν είναι μέρος του συμβολαίου με ξένους εκδότες και εκπνέουν τα δικαιώματα χωρίς να έχουν πωληθεί όλα τα βιβλία, όταν γεμίσει η αποθήκη του εκδότη ή εντοπιστούν φθαρμένα κατεστραμμένα αντίτυπα και για φορολογικούς λόγους.

Μια μικρή παράταση ζωής μπορούν να πάρουν τα βιβλία με τη λεγόμενη «απαξίωση». Ενα βιβλίο απαξιώνεται για να μην επιβαρυνθεί φορολογικά ο εκδοτικός οίκος και απογράφεται με 0,01 ευρώ το τεμάχιο, ώστε να εμφανίζεται το πραγματικό κέρδος (των βιβλίων δηλαδή που έχουν πωληθεί σε αναγνώστες). Ετσι, η αποθήκη φαίνεται να μην έχει εμπορική αξία και ο εκδότης δεν επιβαρύνεται φορολογικά για βιβλία που είναι απαξιωμένα και παραμένουν.

Ο εκδότης μπορεί να επιλέξει να στείλει τα βιβλία σε παζάρια, όπως αυτό στην πλατεία Κοτζιά, σε πολύ χαμηλή τιμή ή να περιμένει μήπως το βιβλίο αποκτήσει ξανά ζήτηση. Αν γίνει ένα «θαύμα» στην αγορά και σημειωθεί ζήτηση, η απαξίωση «αίρεται» και τα βιβλία πηγαίνουν κανονικά στα βιβλιοπωλεία και πωλούνται στην τιμή του εκδότη. Αν τίποτα από αυτά δεν πετύχει, τότε το βιβλίο είναι καταδικασμένο να πολτοποιηθεί σε ένα «καθάρισμα» της αποθήκης.

«Αποφεύγουμε να πολτοποιούμε ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία», μας λέει ο Στέφανος Πατάκης και προτιμάει, όπως λέει, να κρατάει στην αποθήκη του ένα μεγάλο στοκ παρόλο που μπορεί να μην τον συμφέρει λογιστικά, αλλά κρατάει ζωντανό τον κατάλογό του. Τα τελευταία χρόνια ο εκδοτικός οίκος προτιμά να συγκρατεί το τιράζ των βιβλίων του, παρά να μένει με απούλητα αντίτυπα στις αποθήκες του. «Προτιμάμε να κάνουμε ανατυπώσεις, ακόμα και δύο φορές τον χρόνο παρά να μένουμε με πολύ μεγάλο στοκ. Είναι δυσάρεστο να πολτοποιείς βιβλία, δείχνει ότι κάπου έχεις μια αστοχία», συμπληρώνει η Αννα Πατάκη.

Μέσα στο 2018 το Μεταίχμιο δεν έκανε καμία πολτοποίηση, μας λέει ο εκδότης Νώντας Παπαγεωργίου, σημειώνοντας ότι προσπαθεί να διατηρεί έναν σταθερό αριθμό βιβλίων στην αποθήκη του, ενώ παράλληλα προσέχει τα αντίτυπα των ανατυπώσεων, επιλέγοντας σε ορισμένες περιπτώσεις και την ψηφιακή εκτύπωση. «Εμείς έχουμε περίπου 3.000 τίτλους βιβλίων διαθέσιμους. Η δύναμη κάθε εκδοτικού οίκου είναι ο κατάλογός του. Θα καταφύγουμε στην πολτοποίηση ως έσχατη λύση, προτιμάμε να πουλάμε τα βιβλία σε προσφορά ή στα παζάρια», σημειώνει.

Οι εκδόσεις Ψυχογιός πολτοποιούν μόνο τα ελαττωματικά βιβλία ή όσων τα δικαιώματα έχουν λήξει. Οσα δεν βρίσκουν τον δρόμο τους στους αναγνώστες δωρίζονται, επισημαίνουν, σε βιβλιοθήκες και ιδρύματα. Η ζωή του βιβλίου, κάτι που είναι συνυφασμένο με την οικονομία του, έχει μειωθεί σε σχέση με παλαιότερα και για τον εκδοτικό οίκο με τους ευπώλητους τίτλους, «ένα βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί παλιό σε λιγότερο από έξι μήνες, ιδίως αν δεν κινείται».

Οι φορολογικοί νόμοι

Η πολτοποίηση θεωρείται μια «φυσιολογική διαδικασία» για τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω οι εκδόσεις πολτοποίησαν βιβλία που ακόμα και σήμερα παραμένουν ελκυστικά ως τίτλοι, όπως η βιογραφία του Γιουσέιν Μπολτ «Ταχύτερος από την Αστραπή» (2014) ή το «Η πτώση της Lehman Brothers» (2011) της δημοσιογράφου Βίκι Γουάρντ.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι φορολογικοί νόμοι που μπορεί να οδηγήσουν στην πολτοποίηση αφορούν εκδόσεις με τζίρο άνω του 1,5 εκατ. ευρώ που διατηρούν διπλογραφικά βιβλία. Ετσι, οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια που φέτος άλλαξαν κατηγορία και έγιναν Α.Ε. θα αντιμετωπίσουν για πρώτη φορά τον φορολογικό βραχνά της μεγάλης αποθήκης με περίπου 500.000 βιβλία στο στοκ τους. «Εμείς εκδίδουμε βιβλία μακράς πνοής που ολοκληρώνουν τον κύκλο τους σε βάθος δεκαετίας. Αν πολτοποιήσουμε όσα μένουν απούλητα στο τέλος της χρονιάς θα καταστρέψουμε κάτι που ξέρουμε ότι θα αποδώσει αργότερα», σημειώνει ο κ. Τάκης Φραγκούλης.

«Η λογική όμως της φορολογικής νομοθεσίας πλήττει», μας λέει, «κυρίως τους εκδοτικούς οίκους που βγάζουν λίγους τίτλους κάθε χρόνο. Εμείς έχουμε περίπου 40 τίτλους τον χρόνο, άλλοι εκδότες μπορούν να αποσύρουν βιβλία πιο εύκολα γιατί βγάζουν εκατοντάδες. Αν εξαντληθεί ένα βιβλίο μου προτιμώ να μην κάνω επανέκδοση».

Υπονομευτική πρακτική

Τα παζάρια, όπως είπαμε, είναι μια λύση για όσους θέλουν να αδειάσουν τις αποθήκες τους πουλώντας βιβλία σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, αν και εκδότες με τους οποίους μίλησε η «Κ» αποφεύγουν αυτή την πρακτική που «υπονομεύει», όπως λένε, τις νέες εκδόσεις και «εκπαιδεύουν» το συρρικνωμένο αναγνωστικό κοινό να περιμένει το παζάρι για τις αγορές του. Ανθρωποι του χώρου τονίζουν επίσης την ανάγκη να αγοράζεται ένας σταθερός αριθμός ποιοτικών βιβλίων από τις βιβλιοθήκες κάθε χρόνο ώστε οι εκδότες –ακόμη και οι πιο έμπειροι– να μη χρειαστεί να «μαντεύουν» κάθε φορά τις διαθέσεις του κοινού προτού βγάλουν ένα βιβλίο.

Παρά την αναγκαιότητα της πολτοποίησης είναι πάντα δύσκολο να βλέπεις κάτι που έφτιαξες με κόπο να γίνεται χαρτοπολτός, να γεννιέται στα χέρια σου και να πεθαίνει κάπου μακριά. Δεν θα μπορούσε να το περιγράψει καλύτερα ο Αργύρης Χιόνης για το βιβλίο του «Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1997. Η αναφορά είναι από το βιβλίο του «Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδ. Κίχλη): «Παρά την εξαιρετική επιμέλεια του φίλου μου Κ. Σταμάτη, την ωραία εικονογράφηση, το ακριβό χαρτί, τα υπέροχα τυπογραφικά στοιχεία, το σκληρό εξώφυλλο και τις ευνοϊκές κρίσεις του σιναφιού, το βιβλίο αυτό πάτωσε. Τότε, δεν μπορούσα να καταλάβω την αιτία, που ήταν ωστόσο πολύ απλή. Εδώ η πρόθεσή μου ήταν να γράψω παραμύθια για μικρά παιδιά, έγραψα τελικά ιστορίες για μικρομέγαλα παιδιά και μεγαλόμικρους ενήλικες. Στο λάθος μου αυτό συμπαρέσυρα επιμελητή, εκδότη και κοινό, με αποτέλεσμα να λάβω, κάποια στιγμή, μιαν επιστολή με την οποία η υπεύθυνη για την αποθήκη των εκδόσεων Πατάκη μου γνωστοποιούσε την επικείμενη πολτοποίηση των τελευταίων εξακοσίων αδιάθετων αντιτύπων. Οπως ήταν φυσικό, αδιαθέτησα και εγώ, αμέσως, και, για να μην αρρωστήσω σοβαρότερα, έσπευσα, με τη βοήθεια των φίλων μου Τ. Παπανικολάου και Αθ. Πάνου, να περισώσω τριακόσια από αυτά, που, διανεμήθηκαν σε μαθητές σχολείων».

Πηγή: kathimerini.gr