O συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδης και η Άνεμος εκδοτική
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματός του
με τίτλο «Είχε λιακάδα σήμερα».

Για το μυθιστόρημα θα μιλήσουν:
Μιχάλης Κατσιμπάρδης, συγγραφέας-φιλόλογος
Λαμπρίνα Μαραγκού, συγγραφέας-φιλόλογος.

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα
θα διαβάσει η ηθοποιός Ελένη Τζώρτζη.

Τη βραδιά θα ντύσει μουσικά
η μαγική φωνή της Ερωφίλης.
Τη συνοδεύει
με κιθάρα και φωνή η Δήμητρα Ασσαριώτου.

Είχε λιακάδα σήμερα, Γιάννης Φιλιππίδης, Αθηναίων Πολιτεία 18/03 [απόσπασμα]

’Απόψε θα ’φευγε. Ή απόψε ή αλλιώς ποτέ. Ποτέ από τη μιζέρια του επαρχιωτισμού που την τύλιγε, σε μια εποχή που ο κόσμος πια άλλαζε. Ο κόσμος, όχι οι δημότες του τόπου της. Απόψε, που τη φώτιζε ολάκερη η λύπη αυτής της μάταιης και δύσκολης πλάσης, απόψε θα νικούσε τη δειλία που στην πραγματικότητα τη διέκρινε. Δειλία στην ουσία της, όχι στην καθημερινή ζωή των συνομήλικων της. Κυκλοφορούσε με ρούχα που οριακά δε σχολίαζαν οι καλοί γειτόνοι, γιατί ήτανε κόρη συντηρητικών και στακάτων ανθρώπων.
Απόψε θα ’φευγε, που μάνα και πατέρας συνέβη να λείψουν για ένα έκτακτο οικογενειακό γεγονός, ένα έμφραγμα κάποιου κοντινού συγγενούς της.
Για την εγκυμοσύνη της, το ’χε ομολογήσει η ίδια, κάτι τέτοιες κρίσεις ειλικρίνειας τις είχε από παιδί, αλλά την αυριανή μέρα όλα θα τέλειωναν, για το δικό τους καλό.
Και σ’ ό,τι αφορούσε σε κείνη; Μόνη είχε μεγαλώσει σε χρόνια που η κοινωνία άλλαζε, δεν είχε περπατήσει έναν πόλεμο, μπορεί να ζούσε στα μισά της «βασιλείας» μιας δικτατορίας που δε γνώριζε κανείς και πόσο ακριβώς θα κρατούσε· ο κόσμος είχε χωριστεί ανάμεσα σ’ αυτούς που αποδέχονταν την κατάσταση ως είχε –άσχετα αν αντιδρούσαν συνολικά στο πολιτικό έγκλημα που καταντούσε τραγελαφικό, κιτς και συνάμα επικίνδυνο– και σε όσους αντιδρούσαν με φανερό ή κρυφό τρόπο ή έστω είχαν μια δηλωμένη πολιτική ταυτότητα. Κι απέμεναν οι δηλωσίες, οι σιωπηλοί υποστηρικτές του καθεστώτος και συνάμα, οι αποδέκτες ενός κόσμου που εκμοντερνιζόταν χρόνο τον χρόνο, αλλ’ αυτοί παρέμεναν στα ραδιοφωνικά τους ακούσματα και τη βραδινή τους διασκέδαση, που ήταν οι δύο καταληφθείσες από το καθεστώς συχνότητες της χουντικής και μόνης τηλεοπτικής πραγματικότητας.
Απόψε θα ’φευγε η Ισμήνη. Γνώριζε καλά ότι δεν είχε ιδέα από κινδύνους που πιθανόν να συναντούσε. Και θα περπατούσε όλη τη νύχτα ως την επόμενη πόλη, να πάρει ένα λεωφορείο να κατέβει στην Αθήνα, να εξαφανιστεί, να γλιτώσει όχι μόνο η ίδια, αλλά και το πλάσμα που ζωντάνευε αναπνοή την αναπνοή της μέσα της. Και βίωνε, σε μέγιστο βαθμό, την ανάγκη να το προστατέψει.
Αλλά πρώτευε η λύπη που είχε ζωγραφίσει, θαρρείς με εύπλαστο κερί, την επιφάνεια του προσώπου της. Ένα ενήλικο παρά τρεις μήνες κορίτσι και δεν ένιωθε την ηλικία της, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα. Ένα κλαδί, έστω ένα αδύναμο κλαδί ήθελε για να πιαστεί το φοβισμένο παιδί, ένα κλαδί μονάχα.
Η πρώτη φορά που δραπέτευε απ’ όλα: από τη μέχρι τώρα νεανική ζωή της σε ένα σπίτι με κεραμίδι, ξοδεύοντας την κάθε της μέρα ζώντας με τους γονείς της, που μάλλον της ήταν αταίριαστοι και υπερβολικά παλαιών αρχών· αυτή η απόδρασή της ήταν ένα αληθινό δώρο, μέσα στη συνολική της απόγνωση για το αύριο είχε και κάτι να χαρεί. Σκοπό να σπουδάσει δεν είχε έτσι κι αλλιώς, το μέλλον ήτανε μπροστά της. Ας έβλεπε πρώτα τι θα ’κανε και πού θα κατέληγε και αργότερα, όταν και αν χρειαζότανε στο μέλλον, θα έψαχνε για δουλειά.
Τώρα, η μοναδική της έγνοια ήτανε ν’ απομακρυνθεί, να φύγει. Να φύγει και να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της σ’ αυτήν την απομίμηση ζωής. Φυσικά και δε γνώριζε τι είδους μέλλον θα την περίμενε μακριά από δω, τη γενέθλιά της πόλη. Αλλά είχε ζήσει ασπρόμαυρα χρόνια, άλλοτε με τα πάνω της κι άλλοτε κυρίως με τα κάτω της. Να μελαγχολεί καθώς ανακατευόταν σε μια κοινωνία ανθρώπων, ή ακόμα και φίλων, με τους οποίους δεν έβρισκε ότι είχε πολλά πράγματα να μοιραστεί. Σε μια γενιά που οι πιο πολλές της συμμαθήτριες μοίραζαν ματιές κι επιθυμίες στους χρόνους που ξόδευαν, να ξεφυλλίζουν γυναικεία περιοδικά και να βγάζουν μικρές ασύμμετρες κραυγούλες στο ενδεχόμενο ότι ένιωθαν ώριμες να φορέσουν ένα τέτοιο ρούχο. Ακολουθούσανε τα πρότυπα του σινεμά, ειδικά στο ελληνικό ένας δυο γάμοι στο τέλος ήταν αναγκαίοι. Μόνο που κανείς δεν τους είχε ψιθυρίσει τι γίνεται πάνω κάτω μετά το κάπως σαν ευτυχές τέλος μιας ταινίας. Κι η ίδια, που μόνο έτσι δε φανταζόταν τη ζωή της, να βρει το δικό της παλικάρι το γρηγορότερο, είχε κάνει πράγματα πίσω από τις άλλες που διαχειρίζονταν ακόμα την έννοια της υποτιθέμενης σωματικής τους αγνότητας· την ίδια στιγμή η Ισμήνη έκλεινε για πάντα την πόρτα του πατρικού της, που έτριξε ανατριχιαστικά και κάπως ιδιαίτερα, λες και την έβριζε ή την καταριόταν επειδή έφευγε. Αλλά για κάποιον λόγο, γνώριζε ότι δε θα διάβαινε ποτέ της ξανά το κατώφλι αυτής της πόρτας. Κι έτσι θα γινόταν…»

#Είχε_λιακάδα_σήμερα #ΆνεμοςΕκδοτική Γιάννης Φιλιππίδης

Πηγή: Άνεμος Εκδοτική