Ο ηθοποιός – σκηνοθέτης Δημήτριος Χατζηθεοδοσίου γράφει για το θεατρικό   έργο του Τάσου Αγγελίδη Γκέντζου «Όλα ξεκίνησαν στο κοιμητήριο» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Δωδώνη».

Μια τοποθέτηση για το «Όλα Ξεκίνησαν στο Κοιμητήριο»

Όλα ξεκίνησαν στο κοιμητήριο. Το τέλος, ο θάνατος, είναι η αρχή μιας αναγέννησης, μιας σταδιακής απέκδυσης της δυσλειτουργικής περσόνας, της ελαττωματικής ταυτότητας, για μια νέα, λειτουργική, προσωρινώς ελπιδοφόρα.
Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος προσεγγίζει με δεξιοτεχνία γνήσιου κλασσικού στην δραματουργία του, το μεγάλο οντολογικό τέλμα, το βάσανο της ίδιας της ύπαρξης. Οι ήρωες του, με αέρα μελοδραματικό, ακροβατούν ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, αποδεικνύοντας εν τέλη την ακαταλληλότητα και ανακρίβεια του ερωτήματος «ποια είναι η αλήθεια».
Ο οικειοθελώς άστεγος Αστέριος Αλιμπράντης και η μεγάλη βεντέτα του θεάτρου Παρθένα Ορφανίδου, γνωρίζουν με διαφορετικές οδούς την συμβατικότητα των πεποιθήσεων –των πεποιθήσεων που όλοι έχουμε και που ο Νίτσε χαρακτήρισε στο «ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο» ως πιο επικίνδυνες από τα ψέματα (τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο λένε κυρίως στους εαυτούς μας). Μετά την κατάρρευση των συμβατικών κόσμων τους, αλλά και των ίδιων των ονειρόκοσμων που πλάσανε με ψέματα, αναζητούν ο ένας την αναγέννηση μέσω της απάρνησης του εαυτού και η άλλη με απόδραση από την σαμσάρα των ψεμάτων δια της αυτοχειρίας – τουλάχιστον στα λόγια.
Ο μεγάλος αντιήρωας του έργου, ο σκιώδης πρωταγωνιστής και υφαντής της αρχιτεκτονικά άσκοπης –όπως και φαινομενικά η ίδια η ζωή- πλοκής, πλάθεται σχεδόν τραγικά από τον Γκέντζο, στο πρόσωπο το Γιάννη Πρεσβέλου. Ο Γιάννης λειτουργεί σαν χαρακτήρας φαρσέρ, σαν ένας δεύτερος Λόκι της Νορβηγικής μυθολογίας, παίζοντας οικειοθελώς στο θεατρικό αφήγημα που στήνουν οι δύο ήρωες για τους εαυτούς τους, δίνοντας τους έτσι αφορμή να συνεχίσουν να υπάρχουν. Η αυταπάρνηση που παρουσιάζει ο χαρακτήρας ως προς τις προσωπικές του επιθυμίες, ενώ φαινομενικά έχει εξαπατήσει τους πάντες είναι απαράμιλλης αξίας και θυμίζει τον κώδικα τιμής ενός ξεπεσμένου ιππότη, που παρά τις μεθόδους του παραμένει πιστός, στην προσωπική του αλήθεια.
Και ποια είναι τελικά η αλήθεια αν όχι, αυτή που εφαρμόζεται, αυτή που παράγει πράξη, δράση και ζωή; Μια ακροβασία στην εργαλειακή χρήση των πεποιθήσεων και των προσωπικών διηγήσεων ταυτότητας συνθέτει το δράμα των ηρώων και μέσα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή, ο συγγραφέας, σε κάθε ανατροπή και ενώ κρατά τον αναγνώστη και θεατή διαρκώς σε εγρήγορση σχετικά με το τι είναι αλήθεια και τι ψέμα τελικά, ξύνει την πληγή των αληθινών ψεμάτων, των ευκταίων ψεμάτων, και κάθε λογής άλλων λέξεων που πλαισιώνουν την εμπειρία για να φτάσει στη ματωμένη, παλλόμενη καρδιά του ζητήματος, ότι, δεν υπάρχει αλήθεια ή ψέμα, παρά μόνον αφοσίωση, πίστη, ευκαιριακή ή διαρκούσα, σε κάποια διήγηση (που ίσως να παράγει αποτελέσματα και ζωή)– και αυτό είναι μια σκληρή αλήθεια που άραγε, αντέχετε να την ανακαλύψετε;