Αβερτοσιά σημαίνει ελευθερία και είναι ο τίτλος του βιβλίου της Τίνας Κουρκουµέλη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Η Άρτεµη και η Θάλεια µεγαλώνουν µαζί στην Κεφαλονιά µετά τον σεισµό του 1953, αλλά η υποτακτική φύση της Θάλειας συγκρούεται µε την επαναστατική σκέψη της Άρτεµης και κάποια στιγµή οι δυο φίλες χωρίζουν. Οι περιορισµοί της κλειστής κοινωνίας, ένας µεγάλος έρωτας και ανοµολόγητα µυστικά οδηγούν την ανήσυχη Άρτεµη σε φυγή. Η επιστροφή της Άρτεµης στην Κεφαλονιά µετά από δεκαετίες, για την κηδεία του καθηγητή, θα είναι καθοριστική… Πρόκειται για μία ιστορία υποταγής, επανάστασης και γυναικείας χειραφέτησης στη δεκαετία του ’60.

Η Τίνα Κουρκουµέλη γεννήθηκε στη Σκάλα Κεφαλονιάς και σπούδασε Νοµική και Φιλολογία στην Αθήνα και το Würzburg. Εργάστηκε στο γερµανικό Δηµόσιο και στην ιδιωτική εκπαίδευση, µιλάει πέντε γλώσσες και γράφει στα ελληνικά και τα γερµανικά. Ζει µεταξύ Κολωνίας και Κεφαλονιάς και ασχολείται αποκλειστικά µε τη συγγραφή. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Παλινδρόµηση. Η Αβερτοσιά είναι το πρώτο της µυθιστόρηµα

Πέφτει το γάντι τότε απ’ τον εξώστη,
Απ’ το όμορφο χέρι κυρίας,
Γύρω γύρω οι τίγρεις και οι λέοντες κι αυτό στη μέση
Αχ, ιππότη, για πέστε,
Είναι η αγάπη σας για μένα καυτή, όπως λέτε;
Αποδείξτε την τώρα και πηγαίνετε,
Φέρτε μου πίσω το γάντι.
Κι ο ιππότης Δελόργης με βήμα ταχύ 
Κατεβαίνει κι ανοίγει των θηρίων την κλούβα
Και σηκώνει το γάντι και το φέρνει σ’ αυτήν με ατάραχο χέρι
Κι αντηχούν απ’ το στόμα ιπποτών και κυρίων επαίνοι.

avertosia

Η Αβερτοσιά ως κίνηση-συγκίνηση ζωής

«In medias res», είναι μια φράση που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο βιβλίο της και σημαίνει «στο κέντρο των πραγμάτων». Οπότε κι εγώ θα τη μιμηθώ και θα μπω απευθείας στην ουσία. Έχετε αναρωτηθεί με ποιο πρόσωπο, με ποια περσόνα αυτού του μυθιστορήματος, που λειτουργεί και ως θεατρικό, ταυτίζεται η συγγραφέας Τίνα Κουρκουμέλη;

Η απάντηση είναι ότι προφανώς ταυτίζεται με την Άρτεμη. Και σε μια δεύτερη ανάγνωση, και με κάποιες πλευρές της Θάλειας, της στενής φίλης της, την οποία αποχαιρετά στο φινάλε του βιβλίου.

Κι όμως, η συγγραφέας κατ’ ουσίαν ταυτίζεται όχι τόσο με ένα υποκείμενο όσο με ένα αντικείμενο, όχι τόσο με ένα πράγμα όσο με ένα πράττειν, του οποίου το νόημα αντλεί από το ομώνυμο ποίημα του Σίλλερ. Το μυθιστόρημα αυτό είναι σχηματικά ένα τρίγωνο το οποίο στη μια γωνία έχει τη φαρέτρα που λέγεται «σχολικά χρόνια», στην άλλη γωνία έχει τη γνωριμία με τον έρωτα και στην τρίτη γωνία αφηγείται την εποχή της δικτατορίας με τις διώξεις και την πολιτική της δράση. Αυτό το ιδιότυπο τρίγωνο διασχίζεται από τη σχέση της Άρτεμης με τη στενή της φίλη τη Θάλεια και, όπως συμβαίνει σε κάθε κέντημα, αυτή η σχέση είναι το νήμα που αν το τραβήξουμε στο εν λόγω μυθιστόρημα, διαλύεται όλο το σχέδιο.

Οι τρεις αυτές γωνίες ισαπέχουν από το κέντρο όπου η συγγραφέας σηκώνει το «γάντι» μες στο κλουβί με τα θηρία, όπως μας λέει ο Σίλλερ, και το κραδαίνει ως στάση ζωής, αναζητώντας σχεδόν τελετουργικά την «έξοδο» από το τριγωνικό βιβλίο της. Το «γάντι» σηματοδοτεί τη γυναικεία φύση της και τη θέση της στην κοινωνία, την εναντίωσή της στην ανδρική επικράτεια, μα και στην κοινωνική συμβατικότητα. Στο «γάντι» φωλιάζει η ψυχή της Κουρκουμέλη. Μην την ψάχνετε άδικα στην Κεφαλονιά ή στη Γερμανία ή οπουδήποτε αλλού. Το «γάντι», κατ’ εμέ, αποτελεί τον μυστικό καθρέφτη του βιβλίου, καθώς και το κλειδί μέσω του οποίου μπορεί κανείς «να ανοίξει» αυτό το μυθιστόρημα.

«Τελικά τι είναι η λογοτεχνία;» Μου σφηνώθηκε στο μυαλό αυτό το ερώτημα όταν έκλεισα το βιβλίο. Είναι άραγε Ιστορία, Επιστήμη, Κοινωνιολογία, Πολιτική, προσωπικά βιώματα;
Παραφράζοντας και συμπληρώνοντας τη ρήση ενός φίλου συγγραφέα, μπορώ να πω ότι λογοτεχνία είναι τα ανθρώπινα παθήματα που έχουν μεταμορφωθεί σε ανθρώπινα πάθη, δηλαδή τα βιώματα που ζορίζουν το ριζικό των ανθρώπων και μεταγγίζονται μέσω της μυθοπλασίας σε λέξεις φορτισμένες μέχρι το υψίπεδο του πάθους. Κι όταν λέω πάθος, εννοώ μια μετουσίωση των τραυμάτων της ζωής που ανάγεται σε τέχνη του ζην και του θνήσκειν, αισθητικοποιώντας εντέλει τον καθ’ ημέραν βίο του συγγραφέα.

Στο βιβλίο αυτό είναι πανταχού παρούσες η ποίηση (Γκαίτε, Σίλλερ, Σολωμός κ.ά.), η μουσική (Σούμπερτ, Μπετόβεν κ.ά.), τραγούδια και σκοποί της Κεφαλονιάς, η Ιστορία, η πολιτική (Κένεντι, Γεώργιος Παπανδρέου, Χρουστσόφ, Σοβιετική Ένωση, Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά, Η απελευθέρωση των Επτανήσων και η ένωση με την Ελλάδα κ.ά.), αλλά και η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη, η παιδεία (οι καθηγητές στο σχολείο τους), ο έρωτας και, βέβαια, ο θάνατος.

Με θάνατο, σημειωτέον, αρχίζει και τελειώνει το βιβλίο. Αυτές οι δύο πόρτες ανοιγοκλείνουν ώστε να μπορέσουν η γλώσσα, η γραφή και η ψυχή της συγγραφέως να αναπνεύσουν. Με τους δύο θανάτους, σχεδόν ομοιοπαθητικά, εντείνονται η παρουσία και η λειτουργία του βασικού χρόνου του βιβλίου που είναι ο ενεστώτας. Ακόμη και οι επιμέρους αναδρομές που συμβαίνουν στην αφηγηματική ροή συντείνουν προς την ενίσχυση του αφηγηματικού εδώ και τώρα.

Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι πολυπρόσωπο και πολυδιάστατο, παρουσιάζει αξιοσημείωτες αρετές στις περιγραφόμενες σκηνές, μα και στο σύνολο της αφηγηματικής ροής. Είναι αναπαραστατικά γλαφυροί οι διάλογοι αλλά και τα γεγονότα που παρουσιάζονται, γι’ αυτό και θυμίζουν το ύφος των θεατρικών διαλόγων και τον ρυθμικό βηματισμό της ποίησης.

Τα πιο ειδικά χαρακτηριστικά της γραφής της Κουρκουμέλη –εκτός από την ευαισθησία και τον λυρισμό που είναι πανταχού παρόντα είτε στα σχολικά χρόνια στις συγκρούσεις των μαθητών με τους καθηγητές είτε, σε μεγαλύτερη ηλικία, με τους στρατιώτες και τους αστυνομικούς της χούντας που διώκουν τους επαναστατημένους νέους– είναι η εκφραστική δύναμη, η ακριβολόγα διατύπωση, η αποφυγή του διακηρυκτικού λόγου, η πειστικότητα των περιγραφών, η πολλαπλότητα των αναφορών, προσωπικής και πολιτικής μορφής, καθώς και η συγκινησιακή αντίδραση προς πάσης φύσεως «γωνίες». Η μορφή, το περιεχόμενο, η γλώσσα, το ύφος, οι ιδέες και η μετάγγισή τους στις λέξεις, γενικά όλα τα επιμέρους στοιχεία του αφηγηματικού ιστού είναι ισορροπημένα και συλλειτουργούν θαυμάσια.

Κάθε σοβαρό λογοτεχνικό βιβλίο, που σέβεται τον εαυτό του και τον αναγνώστη, εμμέσως πλην σαφώς, αποπνέει διδαχές μέσα από τη μυθοπλαστική του βάση, χωρίς βεβαίως να ολισθαίνει στο αμάρτημα του διδακτισμού. Έτσι λοιπόν και η Αβερτοσιά, παρότι είναι περισσότερο ένα βιβλίο εξιστόρησης παρά στοχασμού και εσωτερικών περιπλανήσεων, μας μαθαίνει, όπως κι εκείνα τα τρυφερά παιδιά της Κεφαλονιάς στη δεκαετία του ’60, «να σηκώνουμε το γάντι» ως μια ιδιότυπη ψυχική πολιτική απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα, δηλαδή να αναλαμβάνουμε το βάρος της ευθύνης της ανθρωπιάς και της ελευθερίας, προσδίδοντας έτσι βαρύτητα στη ζωή μας εσωτερικά και εξωτερικά, κάτι που δυστυχώς λείπει σήμερα και μάλιστα επώδυνα.

Πηγή: protothema.gr