10 χρόνια έχουν περάσει από τότε που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το «Δείπνο» του Ολλανδού συγγραφέα Χέρμαν Κοχ και η επίδραση του παραμένει αμείωτη: Το 2012 είχε ήδη πουλήσει σε όλη την Ευρώπη πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, και, όταν η φήμη του πέρασε τον Ατλαντικό Ωκεανό, δεν άργησε να γίνει ταινία με σκηνοθέτη τον Oren Moverman και πρωταγωνιστές τους Ρίτσαρντ Γκιρ, Λόρα Λίνεϊ, Στιβ Κούγκαν και Ρεμπέκα Χολ. Όμως, πως προέκυψε αυτή η ραγδαία φήμη;

Δύο παντρεμένα ζευγάρια συναντιούνται σε ένα υπερπολυτελές εστιατόριο για δείπνο. Οι δύο άντρες είναι αδέρφια. Ο ένας, επιτυχημένος πολιτικός, φαβορί για πρωθυπουργός, και ο άλλος, καθηγητής Ιστορίας. Καθώς το δείπνο προχωρά, μια αποκάλυψη ανατρέπει την καθωσπρέπει ατμόσφαιρα: Οι δεκαπεντάχρονοι γιοι τους έχουν διαπράξει μαζί ένα έγκλημα, το οποίο έχει καταγραφεί από κάμερα. Οι εικόνες της δολοφονίας της άστεγης από τα αγόρια έχουν μεταδοθεί από την τηλεόραση, αλλά δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη. Ωστόσο η σύλληψή τους επίκειται. Όσο ο χρόνος κυλά, η βιτρίνα της σύγχρονης, ευτυχισμένης, αστικής οικογένειας, ραγίζει, και στόχος πια γίνεται η επιβίωση. Διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης πέφτουν στο τραπέζι που βρίσκονται μεταξύ της πολιτικής ορθότητας και της αδιαφορίας.

Το «Δείπνο» είναι το έκτο μυθιστόρημα του Χέρμαν Κοχ, και αυτό που του έδωσε διεθνή αναγνώριση. Πρόκειται για ένα έργο μέσω του οποίου θίγεται η υποκρισία της εξουσίας, που εν τέλει δεν εντοπίζεται μόνο στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά διατρέχει και τις οικογενειακές. Η απόσταση μεταξύ των συνδαιτυμόνων υπερτονίζεται από τους «καλούς τρόπους» τους και τα μεγάλα λόγια τους, τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τις αποκαλύψεις που έπονται στη συνέχεια.

Η διεθνής αναγνώριση για τον Ολλανδό συγγραφέα ήρθε με τη μετάφραση του έργου αυτού σε πάνω από 35 γλώσσες και στις κινηματογραφικές μεταφορές του: Η ιταλική ταινία με τίτλο «Τα δικά μας παιδιά» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 2015, ενώ η αμερικανική ήρθε δύο χρόνια αργότερα.

Το «Δείπνο» του Κοχ έχει βρει «στέγη» στο Σύγχρονο Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ και πρωταγωνιστές τους Στέλιο Μάινα, Κατερίνα Λέχου, Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Κατερίνα  Μισιχρόνη και Γιώργο Κοτανίδη. Εμείς, μιλήσαμε με τρεις εξ αυτών για το έργο του Ολλανδού συγγραφέα αλλά και τα ζητήματα τα οποία θίγει.

Λίλλυ Μελεμέ:

Ο Χέρμαν Κοχ γράφει στο Δείπνο: «[…] οι δυστυχισμένες οικογένειες -και μέσα σε αυτές τις δυστυχισμένες οικογένειες πρωτίστως τα δυστυχισμένα παντρεμένα ζευγάρια- ποτέ δεν τα βγάζουν πέρα χωρίς θεατές. Όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο». Πώς οι δικοί σας θεατές συμμετέχουν σε αυτήν τη δυστυχία;

Η φράση αυτή του Κοχ αποτυπώνει μια σκληρή πραγματικότητα, ιδιαίτερα για τα παντρεμένα ζευγάρια που δεν αντέχουν τη σιωπή και χρειάζονται θεατές στη δυστυχία τους. Όσον αφορά την παράσταση, ακριβώς επειδή το έργο με το που ξεκινάει βάζει στο τραπέζι το πρόβλημα, δεν έχει να κρύψει κάτι. Όλα είναι γνωστά εξ αρχής ώστε με κάποιον τρόπο, παρακολουθώντας το δείπνο καθ’ όλη τη διάρκειά του, είμαστε κατά κάποιον τρόπο συμμέτοχοι στον προβληματισμό των ηρώων, αλλά και συνένοχοι των μυστικών τους. Το ερώτημα που τίθεται από το έργο και επιθυμούμε να προβληματίσει τους θεατές είναι το τι θα έκανε ο καθένας από εμάς σε ανάλογη περίπτωση. Βλέπουμε διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του προβλήματος και τις διαφορετικές οπτικές του. Οπότε, ο θεατής, καλείται να σκεφτεί ο ίδιος έχοντας γίνει συμμέτοχος στη δυστυχία των ηρώων, πώς θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα.

Κατερίνα Μισιχρόνη:

Αν θέλετε να περιγράψετε το «Δείπνο» ως έργο, θα λέγατε ότι βάζει στο μικροσκόπιο τις οικογενειακές σχέσεις ή τις ταξικές;

Νομίζω ότι η οικογένεια είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας, οπότε το ένα ενσωματώνεται στο άλλο. Θεωρώ ότι το «Δείπνο» είναι ένα έργο που θίγει πολλά επίκαιρα ζητήματα, τα οποία μπορεί κανείς να εντοπίσει τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις, όσο και στις κοινωνικές.

Στέλιος Μάινας:

Στο έργο βλέπουμε την αντίθεση μεταξύ της αψεγάδιαστης εικόνας δύο αστικών οικογενειών σε ένα πλούσιο δείπνο, με αυτή των αποκαλύψεων που ακολουθούν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ποιες άλλες αντιθέσεις μπορεί να εντοπίσει το κοινό εντός του έργου;

Το κοινό εντοπίζει ουσιαστικά τη βαθιά αντίθεση μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι, η αντίθεση δηλαδή που κυριαρχεί στις ζωές όλων μας. Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα εστιατόριο πολυτελείας, όπου κυριαρχεί το Savoir vivre. Το Savoir vivre δεν βρίσκεται μόνο στη συμπεριφορά μας σε ένα τέτοιο εστιατόριο, αλλά εντοπίζεται και στις πιο οικογενειακές στιγμές μας. Ουσιαστικά έχουμε μάθει να υποκρινόμαστε και στην προσωπική μας ζωή! Πρόθεση του έργου είναι να λειτουργήσει ως καθρέπτης της συμπεριφοράς του καθένα μας. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο είναι τοποθετημένη η παράστασή μας, με έναν μηχανιστικό τρόπο, σε απόσταση από το κοινό, όχι μόνο οπτικής απόστασης αλλά και συναισθηματικής, για να μπορέσει το κοινό να στοχοποιήσει με ψυχρότητα και διαφάνεια τις συμπεριφορές των ηρώων που στην πραγματικότητα είναι οι ίδιοι! Επί σκηνής είναι οι ήρωες επί πλατείας. Οι συμπεριφορές των ηρώων είναι οι ίδιες των ατόμων στα οποία απευθύνεται και τα λόγια του είναι αυτά που το κοινό ακούει αργότερα στο σπίτι του.

Με δυο λόγια, φιλοδοξία της παράστασης είναι να βάλει έναν καθρέπτη στο κοινό, προσπαθώντας να μας κινητοποιήσει απέναντι σε αυτά που μας συμβαίνουν.

Info παράστασης:

«Το Δείπνο» | Έως 21 Απριλίου | Σύγχρονο Θέατρο
Από τις 2 Μαΐου το «Δείπνο» ανεβαίνει στο Θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη

Πηγή: elculture.gr