Τα αντι-καθεστωτικά κόμματα έχουν διεισδύσει βαθιά στη Νότια Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, αναλαμβάνοντας την εξουσία στην Ιταλία και την Ελλάδα αφού υποσχέθηκαν να απορρίψουν τις υπάρχουσες πολιτικές και να αμφισβητήσουν την οικονομική συναίνεση στις Βρυξέλλες. Καθώς η Ισπανία οδεύει στις κάλπες αυτό το μήνα, πολλοί ανησυχούν για την άνοδο του Vox, ενός αντι-μεταναστευτικού, αντι-φεμινιστικού κινήματος που έχει αναδειχθεί ως μεγάλη εκλογική δύναμη.

Για όσους προβληματίζονται για τη στροφή της Ευρώπης προς τον λαϊκισμό, όμως, η Μαδρίτη απέχει πολύ από το να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ρώμης, πόσω μάλλον της Βουδαπέστης ή της Βαρσοβίας. Τα καθεστωτικά κόμματα παραμένουν σταθερά στην ηγεσία, πράγμα που σημαίνει ότι η επόμενη κυβέρνηση πιθανότατα δεν θα είναι πολύ διαφορετική από όσες έχουν προηγηθεί. Αν και αυτές είναι οι τρίτες εθνικές εκλογές μέσα σε τέσσερα χρόνια, η ισπανική οικονομία έχει αντισταθεί στην αστάθεια.

Τίποτα από αυτά δεν λέγεται για να υποβαθμιστούν οι φόβοι για το Vox, η άφιξη του οποίου στο πολιτικό σκηνικό της χώρας έχει ενθουσιάσει τον Στιβ Μπάνον – τον πρώην σύμβουλο του Ντόναλντ Τραμπ. Τον Δεκέμβριο, έγινε το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που κέρδισε έδρες σε περιφερειακές ισπανικές εκλογές (στην Ανδαλουσία) μετά το θάνατο του στρατιωτικού δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο. Οι ψήφοι του ήταν καθοριστικές για τη θεμελίωση ενός συνασπισμού του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος και του κεντρώου Ciudadanos, τερματίζοντας τα 36 χρόνια της κυριαρχίας των Σοσιαλιστών στην Ανδαλουσία. Το Vox βρίσκεται σε πορεία να κερδίσει περίπου το 10% των ψήφων στις γενικές εκλογές. Αυτό είναι πολύ αξιοθαύμαστο για μια οργάνωση που ιδρύθηκε μόλις στα τέλη του 2013.

Το Vox, φυσικά, δεν είναι το μοναδικό αντικαθεστωτικό κόμμα που κερδίζει ψήφους στην Ισπανία. Το Podemos, το ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα υπό την ηγεσία του Πάμπλο Ιγκλέσιας, τα πηγαίνει πολύ χειρότερα από το 2015, όταν πλησίαζε να νικήσει τους Σοσιαλιστές στις εθνικές εκλογές. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να του αποδίδουν περίπου το 12-13% των ψήφων, γεγονός που θα μπορούσε να του αποδώσει σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού μετά τις εκλογές. Τα περιφερειακά κόμματα είναι επίσης ισχυρά, συμπεριλαμβανομένης της Ρεπουμπλικανής Αριστεράς της Καταλονίας.

Όπως σημειώνει ο Αντόνιο Μπαρόζο, ερευνητής της συμβουλευτικής εταιρείας Teneo, υπάρχουν πολλοί αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, ίσως και τέσσερις στους δέκα. Αλλά το μεγάλο θέμα αυτών των εκλογών είναι ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος. Τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν στην ισπανική πολιτική τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, οι Σοσιαλιστές και το Λαϊκό Κόμμα, δυσκολεύονται να κερδίσουν περισσότερο από το ήμισυ των συνολικών ψήφων. Θα φτάσει και η Μαδρίτη στα άκρα, όπως ελπίζει ο Μπάνον;

Ευτυχώς για τους πιο μετριοπαθείς, μοιάζει απίθανο. Υπάρχουν τρεις πιθανές εκβάσεις σε αυτές τις εκλογές και καμία δεν φαίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική. Το πρώτο σενάριο θα ήταν το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα, που βρίσκεται ψηλά στις δημοσκοπήσεις, περίπου στο 30%, να σχηματίσει έναν κεντροαριστερό συνασπισμό με την υποστήριξη του Podemos και ορισμένων περιφερειακών κομμάτων. Εναλλακτικά, ο επικεφαλής του κόμματος Πέδρο Σάντσεθ θα μπορούσε να στραφεί προς το κέντρο και να προσπαθήσει να σχηματίσει συμμαχία με το Ciudadanos, παρόλο που ο ηγέτης του Άλμπερτ Ριβέρα απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο.

Σε περίπτωση που ο Σάντσεθ καταφέρει να συνενώσει μια από αυτές τις συνεργασίες (δύσκολο σενάριο), η Ευρωπαϊκή Ένωση ή οι επενδυτές δεν θα έχουν για κάτι να ανησυχούν. Ως πρωθυπουργός, ακολούθησε μια κλασική αριστερή ατζέντα, προτείνοντας φορολογικές αυξήσεις στους πλούσιους και τις τράπεζες για τη χρηματοδότηση των δαπανών για παροχές. Η υπουργός Οικονομίας Νάντια Καλβίνο είναι πρώην ανώτερος αξιωματούχος της ΕΕ και είναι απίθανο να θέλει να αναστατώσει τις Βρυξέλλες εάν παραμείνει στη θέση της. Ακόμη και σε συνεργασία με το Podemos, η Ισπανία θα συμπεριφερόταν πιθανότατα όπως η Πορτογαλία, όπου η αριστερή κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα έχει μειώσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού δίνοντας προτεραιότητα στις κοινωνικές δαπάνες σε τομείς όπως οι υποδομές.

Η δεύτερη εκλογική πιθανότητα είναι μια δεξιά κυβέρνηση από το Λαϊκό Κόμμα και το Ciudadanos με την υποστήριξη του Vox, όπως στην Ανδαλουσία. Αυτό είναι δύσκολο να το κάνει κανείς εικόνα, δεδομένου του προβαδίσματος μίας σοσιαλιστικής κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις και της αναταραχής στο εσωτερικό του κόμματας του Ριβέρα σχετικά με τη στροφή του προς τα δεξιά. Βέβαια, ένας κεντροδεξιός συνασπισμός δεν θα αποτελούσε καταστροφή για την οικονομία. Σχεδόν σίγουρα θα προσπαθούσε για χαμηλότερους φόρους, χρηματοδοτούμενους από τις μειωμένες δαπάνες. Αυτό δεν είναι καθόλου το ίδιο με ό,τι κάνει η δεξιά πτέρυγα της Λέγκας του Βορρά στην Ιταλία, η οποία θέλει έναν «ενιαίο φόρο», αλλά δεν επιθυμεί να κάνει περικοπές για να πληρώσει γι ‘αυτόν.

Το τρίτο πιθανό αποτέλεσμα είναι ότι ο πολιτικός κατακερματισμός θα είναι υπερβολικά μεγάλος για να επιτρέψει τη δημιουργία μιας κυβέρνησης. Στην περίπτωση αυτή, η Ισπανία θα επιστρέψει στις κάλπες, ίσως το φθινόπωρο. Προφανώς, θα ήταν πολύ καλύτερο για τους υποψηφίους των μεγάλων κομμάτων να συμβιβαστούν σε ένα πρόγραμμα για να στηρίξουν την ανάκαμψη της χώρας, η οποία έχει επιβραδυνθεί, αλλά παραμένει ισχυρή. Ακόμη και αν δεν το κάνουν, η οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική στην απουσία ισχυρής κυβέρνησης.

Οι επενδυτές μοιάζουν αισιόδοξοι. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων της Ισπανίας είναι μόνο μεγαλύτερη κατά μια εκατοστιαία μονάδα από το γερμανικό ομόλογο και πολύ χαμηλότερη από το ιταλικό ομόλογο. Μετά από όλο το δράμα που έχει ταλαιπωρήσει τη νότια Ευρώπη αυτή τη δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης της καταλανικής κρίσης, η Ισπανία εξακολουθεί να φαίνεται σχετικά αδιάφορη. Και αυτό είναι κομπλιμέντο.