Αυξητικές τάσεις εμφανίζουν τα ποσοστά της κατάθλιψης ανάμεσα στους εφήβους με σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο φύλα, καθώς τα κορίτσια προς το τέλος της εφηβείας τους φαίνεται να είναι περισσότερο επιβαρυμένα.  Η κατάθλιψη στα κορίτσια αγγίζει το 12 με 13%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με τα αγόρια, τα οποία εμφανίζουν κατάθλιψη που κυμαίνεται στο 6 με 7%.

«Όσο στενόχωρο κι αν ακούγεται και δυσάρεστο, η εφηβεία συνοδεύεται συχνά με αυξανόμενη εμφάνιση κατάθλιψης. Φανταστείτε ότι αναλογικά σε κάθε μία τάξη μπορεί να υπάρχουν δύο κορίτσια κι ένα αγόρι με κατάθλιψη», επισημαίνει ο κ. Γιώργος Παπαγεωργίου, Bsc (Psychology) University of London, MSc (Health Psychology) University of Central Lancashire, μέλος της Διεθνούς Ένωσης Σχεσιακής Ψυχανάλυσης (IARPP) – ΗΠΑ, διευθυντής και επόπτης επιστημονικού προσωπικού στην ΨΥΧΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ (psychikifrontida.gr)  και τονίζει:

«Ενώ τα ποσοστά στην προεφηβική ηλικία κυμαίνονται στο 3%, όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και εισέλθουν στην εφηβεία, η κατάθλιψη στο αρσενικό φύλο διπλασιάζεται, ενώ στο θηλυκό φύλο τετραπλασιάζεται. Τα ποσοστά της κατάθλιψης στους εφήβους, πάντως, αλλά και η αναλογία ανάμεσα στα δύο φύλα είναι σε απόλυτη συμφωνία με ότι συμβαίνει και στους ενήλικες», αναφέρει ο κ. Παπαγεωργίου.

Οι έφηβοι, ωστόσο, δεν είναι μόνοι τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ανήκουν σε ένα οικογενειακό σύστημα και μέσα σε αυτό προκύπτουν αλληλεπιδράσεις. Τι προκύπτει από την αλληλεπίδραση γονέα και εφήβου με κατάθλιψη;

Η αλληλεπίδραση γονέα και παιδιού με κατάθλιψη

Όταν ένας από τους δύο γονείς πάσχει από κατάθλιψη, έχει διαπιστωθεί, ότι ο τρόπος που αλληλεπιδρά με το παιδί του μπορεί να το επηρεάσει βαθιά με αρνητικό τρόπο, υποστηρίζουν οι ειδικοί. Άρα ο συνδυασμός του καταθλιπτικού γονέα με έναν αγχωμένο έφηβο, μπορεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός καταλύτης στην ψυχολογία του εφήβου. Όπως τονίζει ο κ. Παπαγεωργίου: “Πρόκειται για ένα βαρύ, όμως, όχι σπάνιο φαινόμενο. Εάν υπάρχει γονιός με καταθλιπτικό υπόβαθρο, ο έφηβος είναι δύσκολο να βρει υποστήριξη στο άγχος της εφηβείας. Και για αυτόν, τα πράγματα χειροτερεύουν. Επίσης, να έχετε υπόψη, το άγχος της εφηβείας εμφανίζεται σε διπλάσια ποσοστά από το άγχος των ενηλίκων”.

Για αυτό ακριβώς, έχει σημασία να κατανοήσουμε βαθύτερα το άγχος της εφηβείας.

 

Τι επίδραση έχει το άγχος στον σημερινό έφηβο

Συνήθως οι γονείς έχουν την τάση να υποτιμούν την επίδραση του άγχους στα παιδιά και τους εφήβους. Τα προβλήματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, όσο απλά κι αν φαίνονται στα μάτια ενός ενήλικα, είναι δυσβάστακτα για τους εφήβους. Οι έφηβοι δεν έχουν τα κατάλληλα “εργαλεία” να διαχειριστούν το άγχος τους, επισημαίνει ο Διευθυντής της ΨΥΧΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ, ο οποίος τονίζει: «Τα παιδιά μας είναι πιο αγχωμένα από εμάς, καθώς χειρίζονται τα προβλήματά τους με λιγότερες ικανότητες και εφόδια. Κι αυτό τους προκαλεί τεράστιο άγχος. Επειδή δεν έχουν βιωματικές εμπειρίες από τη ζωή, τέτοιες που να μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν ως “εργαλείο”. Επίσης, δεν μπορούν να κατανοήσουν από μόνα τους τα επίπεδα του άγχους που έχουν, πόσο μάλλον να το ελέγξουν», καταλήγει ο ειδικός.

Κάτι που αξίζει να επισημανθεί, επίσης, είναι το γεγονός ότι το ακραίο άγχος που καταλαμβάνει συχνά τον έφηβο, μπορεί να έχει επιπτώσεις στη λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητά του: «Ο έφηβος μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται, πώς να  ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις και προβλήματα. Άρα ο ενήλικας καλό είναι να δείχνει περισσότερη κατανόηση σ’ αυτά που πιέζουν τον έφηβο, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν μπορεί να τα κατανοήσει. Πρέπει να μάθουμε να μην υποτιμούμε τη σοβαρότητα του άγχους της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, ώστε να προσφέρουμε στα παιδιά μας κατανόηση και υποστήριξη που τόσο την έχουν ανάγκη», συμπληρώνει ο κ. Παπαγεωργίου.

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εφήβους να διαχειριστούν το άγχος τους, ώστε να μην οδηγηθούν σε κατάθλιψη;

Ο τρόπος διαχείρισης του εφηβικού άγχους από την πλευρά του γονέα, δεν είναι να του δώσει τη γνωστή συμβουλή “Μην αγχώνεσαι”. Οι συμβουλές στον αγχωμένο δεν είναι πολύ χρήσιμες, καθώς το άγχος τον υπερβαίνει, αφού πολύ απλά δεν μπορεί να το διαχειριστεί:

«Οφείλουμε να κατευθυνθούμε προς το ψυχικό κίνητρο που προκαλεί το άγχος στον έφηβο, κι όχι στην παρηγορητική αντιμετώπιση του με ανεδαφικές συμβουλές», λέει ο κ. Παπαγεωργίου και εξηγεί: «Έχει σημασία να κατανοήσουμε το υπόβαθρο στο οποίο αναπτύσσεται το άγχος, πχ. μπορεί να είναι οι εξετάσεις που έχει μπροστά του,  ή ένας χωρισμός που συμβαίνει στην οικογένειά του, ή διαπληκτισμοί γονέων, κλπ. Σε πιο ρηχό επίπεδο, δηλαδή σε επίπεδο συμπεριφοράς, μια καλή πρακτική θα ήταν από την πλευρά του γονέα, όταν λ.χ. το παιδί αντιμετωπίζει το άγχος των εξετάσεων να προσπαθήσει να το βοηθήσει να εκτεθεί σταδιακά στο αντικείμενο που του προκαλεί το άγχος. Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με…πρόβες εξετάσεων. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα επισκεφθούμε με τον έφηβο το εξεταστικό κέντρο από πριν. Βοηθάμε το παιδί δηλαδή να αποκαθηλώσει τον φόβο από την υψηλή του σημασία, εξαιτίας του άγνωστου», τονίζει ο ειδικός.

Μια άλλη τεχνική που μπορεί να φανεί χρήσιμη στο γονιό, συμβουλεύει ο κ. Γιώργος Παπαγεωργίου, είναι η “ανάκληση μνήμης” σε πράγματα που είναι ήδη γνωστά στο παιδί του: Η ανάκληση μνήμης από επιτυχία είναι προτιμότερη από να το πιέζεται ο έφηβος να αφομοιώσει “νέες εμπειρίες”. Για παράδειγμα, μπορείτε να του πείτε: «Θυμήσου πως είχες αντιδράσει σε εκείνη την περίπτωση και τα είχες καταφέρει περίφημα;»

Χρήσιμο είναι, επίσης, να βοηθήσουμε τον έφηβο να κάνει μια “προβολή της ζωής του” μετά την επερχόμενη δυσκολία π.χ. «Σκέψου πόσο όμορφα θα νοιώσεις μετά από τις εξετάσεις, όταν θα έχει ξεπεραστεί το σημερινό σου άγχος και θα πας διακοπές». Προσοχή: «Η αναγωγή να μην γίνεται στο “γενικό μέλλον”, αλλά σε κάτι κοντινό και χειροπιαστό», λέει ο κ. Παπαγεωργίου.

Οι περίοδοι αυξημένου άγχους για το παιδί, δεν είναι πολύ κατάλληλες για συμπεριφορική προσέγγιση, συνεχίζει: «Για να το πω πιο απλά, ξεχάστε τις συμβουλές προς τον έφηβο, γιατί δεν αποδίδουν. Αφήστε τα παιδιά μόνα τους. Δεν είναι εποχή για νουθεσίες. Συνήθως αυτές φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα. Ξέρω πολλούς γονείς που πιέζουν τόσο πολύ το τέκνο τους να πετύχει που στο τέλος χάνουν την αγάπη του, παρότι εκείνο θα τα καταφέρει από μόνο του τελικά».

Συχνά, η επιτυχία έχει βαρύτατο αντίτιμο στις ψυχικές σχέσεις, τονίζει ο ειδικός, διότι όταν ο έφηβος επιτυγχάνει κάποιο στόχο, δικαίως σκέφτεται ότι αν δεν τα είχε καταφέρει δεν θα τον αγαπούσαν: «Η ευτυχία κι η επιτυχία δεν είναι συνώνυμα, ούτε συνοδά φαινόμενα κι αυτό μπορεί να ακούγεται παράδοξο. Εάν ένας γονιός χρειαστεί να διαλέξει, είναι σοφό να επιλέξει την πρώτη εκδοχή για το παιδί του. Και να το εκπέμψει ότι την επέλεξε», καταλήγει ο κ. Γιώργος Παπαγεωργίου.