ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Αναψηλάφηση
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 418

«Είναι τόσο αναγκαίο να είσαι αριστερός όσο αναγκαίο είναι το αριστερό παπούτσι, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με δεξί παπούτσι ώστε το περπάτημα να είναι φυσιολογικό». Τέτοια και άλλα χειρότερα συλλογίζεται ο ήρωας καθώς στέκεται μπροστά στην είσοδο ενός διώροφου σπιτιού στο Περιστέρι. Πριν από πενήντα χρόνια είχε βγει από αυτό το σπίτι θριαμβευτής, ηθικά αδικαίωτος ωστόσο. Ηταν φέρελπις φοιτητής της Φιλοσοφικής, μέλος αντιδικτατορικής οργάνωσης, και από το Περιστέρι οδηγήθηκε κατευθείαν στα υπόγεια της Μπουμπουλίνας. Μετά την ανάρρωσή του από τα βασανιστήρια, ευεργετημένος από μια περίεργη εύνοια, στρατεύτηκε στην ΕΣΑ, αλλά η αιφνίδια παράλυση του δεξιού του χεριού τον διέσωσε από τον ρόλο του θύτη.

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης υποβάλλει τον ήρωα σε μια εκ βάθρων αναψηλάφηση, όπου το παρελθόν αντιμετριέται με το άγος που κληροδότησε στο παρόν. Στο βιβλίο η Ελλάδα της κρίσης, των ακροδεξιών, των αναρίθμητων υπουργοποιημένων αντιστασιακών, των νεόπτωχων, των αγανακτισμένων και των κουκουλοφόρων, αναθυμάται μεγαλόπνοους αγώνες που κατατροπώθηκαν παταγωδώς. Ο πρωταγωνιστής ζει εδώ και πενήντα χρόνια στη Βαρκελώνη, περιβεβλημένος εύσημα ανδρείας, αλλά και την έγκριτη ακαδημαϊκή ταυτότητα του ομηριστή. Ο πλειστηριασμός του παλιού του σπιτιού τον έφερε πίσω στην Ελλάδα. Ενας πονόδοντος τον έφερε μπροστά στο διώροφο που τώρα λειτουργούσε σαν οδοντιατρείο. Εκεί μέσα καραδοκούσαν βρικόλακες, όπως βρικόλακες φώλιαζαν και σε ένα κασελάκι του σπιτιού του, όπου κειτόταν η στολή του ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Ξανά πίσω στην πηγή του πόνου, ο αφηγητής ανατρέχει στην προσωπική του περιπέτεια, σωματική και ψυχική, ενόσω αναστοχάζεται τα όσα παρατηρεί κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στην Αθήνα. Την ενόρμηση της βίας απέναντι στην ξέφρενη επιθετικότητα που βυσσοδομεί στους δρόμους, την αναχαιτίζει με φιλοσοφικές σκέψεις που ορμώνται από τα ομηρικά έπη. Μαρμαρωμένος μπροστά στην πόρτα του οδοντιατρείου, μουδιασμένος από τον πόνο, σκέφτεται πως οι νεότεροι Ελληνες, μιμούμενοι τους συντρόφους του Οδυσσέα, κατασπάραξαν τα ιερά βόδια του θεού Ηλιου, που στη σύγχρονη εποχή απεικονίστηκε σε σημαίες «σαν πράσινο γρανάζι». «Δυστυχώς δεν υπάρχει Ελληνας της Ελλάδος που δεν πήρε μεζέ από τα βόδια του Ηλιου». Το μυαλό του πηγαίνει και στον Κανένα, τον ανώνυμο, προαιώνιο ένοχο ήρωα. Τον Κανένα, ένα «μη ον», αντικρίζει στον καθρέφτη, σε ένα συγκλονιστικό στιγμιότυπο που σφραγίζει το κλείσιμο του μυθιστορήματος. Ο εαυτός του προβαλλόταν στο γυαλί σαν ένα ψηφιδωτό βασάνων, ηρωισμών και στρεβλώσεων.

Αξίζει η αναφορά σε μια αναμφίβολα συναρπαστική σκηνή. Στη γιάφκα του Περιστερίου ο διοικητής της ΕΣΑ προβαίνει σε μια πολιτική προφητεία, λέγοντας στους συλληφθέντες φοιτητές πως ο κομμουνιστικός κίνδυνος θα αποσοβούνταν μια και καλή, μόνο αν οι προλετάριοι έρχονταν στην εξουσία. Αν ποτέ κυβερνούσε ο σοσιαλισμός, από τους φασίστες θα έπαιρνε παράδειγμα. «Αλλά ποιος ρισκάρει τέτοιο πείραμα; Αυτοί άμα ανεβούν στην εξουσία την κρατάνε με νύχια και με δόντια».

Ο Γκουρογιάννης γράφει ένα αμιγώς πολιτικό μυθιστόρημα, σχολιάζοντας το χειμαζόμενο παρόν μέσα από την κατόπτευση του παρελθόντος ονείδους. Ο λόγος του διακατέχεται από θυμωμένη ειρωνεία που επίτηδες πλαταίνει τον παραλογισμό για να χωρέσει την οργή της. Κάποιες στιγμές ο απερίφραστος θυμός εκβάλλει σε σφοδρές καταγγελίες όπου αντηχούν ηθικοπλαστικοί τόνοι. Βέβαια, ο Γκουρογιάννης παραμένει ένας σοβαρός, εξόχως μεθοδικός αφηγητής, ο οποίος ουδέποτε παραθεωρεί τις δυσδιάκριτες πτυχές του πολυσύνθετου, επαμφοτερίζοντος πολιτικού πεδίου. Θα ήθελα να σταθώ στον προβληματισμό του για τον εκχυδαϊσμό και τη φτωχοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για έναν πολυσήμαντο ευτελισμό, διαρκώς επιδεινούμενο, στον οποίο δεν δίνεται η προσοχή που του επιφυλάσσει αμέριστη ο Γκουρογιάννης.

Πηγή: kathimerini.gr