ΠΕΛΑ ΣΟΥΛΤΑΤΟΥ
Ανάποδες στροφές
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 146

Μητέρα και γιος. Και ανάμεσά τους ένας τεράστιος θυμός. Εκείνη είναι μια σαραντάρα λυσσασμένη για ζωή, όμως ό,τι και αν κάνει παραμένει μια απλή Μαρία.

Αλυσοδεμένη σε δουλειές του ποδαριού, σε σκαιά αφεντικά, στα ανεξόφλητα χρέη της μητρότητας και επίσης χρεωμένη με φευγάτους εραστές, με πρώτο και καλύτερο τον άνdρα της. Ο μοναχογιός, από την άλλη, σκαλωμένος από χρόνια στο δεύτερο στάδιο του πένθους, τον θυμό, έχει μείνει Παραμονή Πρωτοχρονιάς με πέντε ευρώ στην τσέπη και ενώ οι φίλοι του τα σπάνε σε μεγάλη πίστα, εκείνος κάθεται σπίτι και υπολογίζει τις ημέρες που τον χωρίζουν από τον στρατό. Oπως είναι επόμενο, παίρνει ανάποδες στροφές.

Η Πέλα Σουλτάτου χρειάζεται μία μόλις ημέρα για να κάνει παρανάλωμα το σπίτι της Μαρίας, ένα τριάρι σε χωριό έξω από το Ηράκλειο. Μητέρα και γιος είναι εγκλωβισμένοι στον κλοιό της μιζέριας. Η ζωή τους κερματίζεται σε μίζερες χαρές, σε θλιβερά ξεσαλώματα, σκυλοκαβγάδες και πανηγυρικά υβρεολόγια. Η διαρκής αναμέτρηση, που είναι η σχέση τους, τους επιτρέπει να σφυροκοπούν έναν αντίπαλο, στον οποίο φορτώνουν όλες τους τις αποτυχίες. Ο γιος, «η ανωμαλία σε έναν κόσμο πολύ ομαλό», η μητέρα, ζωσμένη με ανάγκες, «άλλες ζωτικές ανάγκες, άλλες ανάγκες μουσαντέν», «ήτοι ντεμί σεζόν».

Εξαλλος με την «ξεφτίλα όλοι γύρω να γιορτάζουν κι εσύ να μην έχεις», ο γιος κάνει άνω κάτω το τριάρι, αναζητώντας το κομπόδεμα της μάνας του. Αντί όμως να βρει ένα μάτσο με πενηντάευρα, πέφτει πάνω σε ένα ερωτικό ημερολόγιο. Σε εκείνες τις σελίδες η μητέρα του βεβήλωνε κατ’ εξακολούθησιν την εξορισμού καθαγιασμένη μητρική υπόσταση, την οποία ο γιος επιχειρεί να καταλύσει μια και καλή με ένα μαχαίρι που βυθίζει στα σπλάχνα της. Η αιματοβαμμένη σύγκρουση μητέρας και γιου έχει λιγότερο ενδιαφέρον απ’ ό,τι οι συνέπειές της. Το παρ’ ολίγον φονικό αρδεύει με αίμα τον ετοιμοθάνατο δεσμό. Παρατημένη σε ένα νοσοκομειακό ράντζο, η μητέρα κλώθει με τον νου της ένα δίχτυ προστασίας για τον θύτη. Το μυαλό της «δούλευε πιο κοφτερό από το μαχαίρι να βρει τρόπο να τον προφυλάξει». Αρκετά μακριά της, χαμένος στην τελευταία νύχτα του χρόνου, ο επίδοξος φονιάς φυλλομετρά τα ερωτικά απομνημονεύματα της Μαρίας, αγωνιώντας «να βυζάξει τον αθέατο, μύχιο, σκοτεινό, ανομολόγητο ή απλώς ηδονικό βίο της μητέρας του. Το αμαρτωλό γάλα». Βέβαια, το αμάρτημα της μητρός του δεν ήταν παρά οι «αμαρτίες μιας απλής Μαρίας». Ασήμαντος και ο ίδιος, ακατάλληλος για τραγικές κορυφώσεις, ένας άφραγκος, κατά φαντασίαν μητροκτόνος, ένας ασθματικός, που του κοβόταν η ανάσα όταν τολμούσε να σκεφτεί πως ήταν «ο πιο ξεφτίλας του γνωστού σύμπαντος».

Με το πρώτο της μυθιστόρημα, το «Ανκόρ», η Σουλτάτου φανέρωσε τη μέριμνά της για τη δοκιμασία της γλώσσας σε υφολογικές μεταμφιέσεις. Η τωρινή νουβέλα θυμίζει πολύ το συνταρακτικό μακελειό ανάμεσα σε μητέρα και γιο στα «Σακιά» της Καρυστιάνη. Αλλά και το αφηγηματικό ύφος φαίνεται εξοικειωμένο με το μοναδικό ιδιόλεκτο της Καρυστιάνη. Πάντως, η διαφαινόμενη απομίμηση αδικεί τη Σουλτάτου, στον βαθμό που η γραφή της διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές δυνατότητες. Γι’ αυτό και είναι εύστοχη η επιλογή της να στηρίξει το βιβλίο κατά κύριο λόγο στο γλωσσικό ύφος και δευτερευόντως στην πλοκή.

Η λογοτεχνικότητα που απορρέει από τη φρασεολογία της μαγκιάς, τη νόθευση της λογιότητας με λόγια του συρμού και τη φόρτιση της γλώσσας με επιμελώς ακατέργαστα, αλογόκριτα αισθήματα, είναι μια συγγραφική κατεύθυνση που αξίζει να διερευνήσει περαιτέρω η Σουλτάτου.

Πηγή: kathimerini.gr