Αναδημοσίευση από το 14ο τεύχος του περιοδικού «e-Δίαυλος»

Γράφει ο  Gabriele de Angelis * – Επιμέλεια Αλεξ. ΤΖΙΟΛΑ

 Η αυξανόμενη ανισότητα μεταξύ των μελών της ευρωζώνης είναι μια από τις λιγότερο ευπρόσδεκτες κληρονομιές της κρίσης του ευρώ και των κρατικών χρεών. Η ιδέα ότι τα λιγότερο ευημερούντα κράτη μέλη θα πιάσουν με καλύτερες προϋποθέσεις υψηλότερα επίπεδα ευημερίας μετρημένα σε σχέση με το ΑΕγχΠ κάθε χώρας, ήταν μία από τις μεγάλες υποσχέσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, μολονότι δίνεται πολύ μικρή έμφαση σε αυτήν όταν συζητούνται οι μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης.

Η αλήθεια είναι ότι η σύγκλιση ποτέ δεν ξεπέρασε, μετά την υπογραφή της συνθήκης, το επίπεδο που προϋπήρχε της συνθήκης.

[Σχ. ΑΕΠ ανα κάτοικο στην Ελλάδα-Πορτογαλία-Ισπανία-Ιταλία-Ευρωζώνη-Κεν. Ευρώπη από το 2001-2017].

Η σύγκλιση των εισοδημάτων δεν είναι μόνο μια δικαιολογημένη προσδοκία των λιγότερο ευνοημένων. Είναι επίσης ένας όρος που πρέπει να εκπληρωθεί ώστε το ευρώ να είναι μακροπρόθεσμα κοινωνικά και πολιτικά βιώσιμο.

Η αυξημένη ολοκλήρωση της αγοράς μεταφράζεται μόνο σε ένα διαρκές υψηλότερο αναπτυξιακό δυναμικό εάν τα μέλη γίνουν πιο ανθεκτικά σε κρίσεις και σε περιόδους ύφεσης.

Αντ’ αυτού, η οικονομική ανάκαμψη ήταν αργή και άνιση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας και οι περιφερειακές διαφορές έγιναν πιο έντονες (ΟΟΣΑ). Αυτό υπονομεύει – για κάποιο λόγο – την υποστήριξη του κοινού νομίσματος.

Διάφοροι παράγοντες ευθύνονται για αυτή την ανησυχητική τάση.

Ενώ μερικές είναι ιδιαιτέρως γνωστές στα κράτη μέλη μεμονωμένα, ορισμένοι άλλοι πρέπει να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο ευρωζώνης.

Όσον αφορά την πρώτη, η έλλειψη σύγκλισης μπορεί να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στις διαρκείς αποκλίσεις παραγωγικότητας, οι οποίες έχουν ακόμη διευρυνθεί στα χρόνια μετά την κρίση, λόγω του πλεονάζοντος χρέους και της απομόχλευσης των επιχειρήσεων.

Εφόσον μερικές από τις αιτίες της μακροοικονομικής απόκλισης βρίσκονται σε μακροπρόθεσμες ενδογενείς τάσεις, μόνο τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν κάτι γι ‘αυτά, για παράδειγμα εφαρμόζοντας τις (σε) διάσημες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Έχοντας συχνά ερμηνευθεί ως συνώνυμος για τη “σύσφιξη της ζώνης του”, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οδηγούν στην ενστικτώδη απόρριψη μεταξύ των προοδευτικών κομμάτων. Αυτά όμως μπορεί να ζητήσουν κάτι το αντίθετο όπως δείχνει η «Ιταλική περίπτωση».

Από τη δεκαετία του 1990, οι ιταλικές επιχειρήσεις και οι νομοθέτες επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν την παρακμή της Ιταλίας στην παγκόσμια αγορά αυξάνοντας τον ανταγωνισμό των μισθών και εισάγοντας νέες μορφές προσωρινής απασχόλησης, αντί να επενδύσουν σε υψηλότερες δεξιότητες, τεχνολογίες που ενισχύουν την παραγωγικότητα και ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας.

Αυτού του είδους η “ευελιξία” της αγοράς εργασίας δεν εμπόδισε τη μείωση της παραγωγικότητας των Ιταλών παραγωγών.

Η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, του νομικού συστήματος και του επιπέδου των δεξιοτήτων των εργαζομένων αποτελούν όλα μαζί  προκλήσεις που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τα λιγότερο εύπορα κράτη μέλη τα επόμενα χρόνια.

Η υπερχρέωση είναι, ωστόσο, ένα μεγάλο εμπόδιο σε αυτή τη διαδρομή. Οι χώρες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να μειώσουν τα χρέη του παρελθόντος είναι εκείνες που δυσκολεύονται επίσης να επενδύσουν σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα.  Οι δημόσιες επενδύσεις είναι υποτονικές, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν στάσιμες εξαιτίας της απομόχλευσης [1]  των επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του χάσματος παραγωγικότητας, παρά τα πιο πρόσφατα θετικά σημάδια στο θέμα αυτό.

[Σχ. Επενδύσεις ανά τομέα: Γενική κυβέρνηση,% της ΑΕΠΚ, 2010 – 2015, Πορτογαλίας – Ευρωζώνης-Ιταλίας-Ισπανίας].

Ως αποτέλεσμα, στις χώρες που πλήττονται σκληρότερα από την κρίση, η ανάπτυξη κινδυνεύει περισσότερο από ό,τι αλλού. Επομένως, οι οικονομικές εξελίξεις σε επίπεδο ευρωζώνης είναι καθοριστικές για την βιωσιμότητά τους.

Δύο λύσεις επιδοκιμάζονται από αυτή την άποψη:

  • κεντρική δημοσιονομική ικανότητα για επενδύσεις
  • και αυστηρότερος συντονισμός των εθνικών οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών,

έτσι ώστε να αποφευχθεί ο λαϊκισμός-τροφοδοτώντας τις αποπληθωριστικές τάσεις.

Όσον αφορά το τελευταίο, δεν αναφέρθηκαν νέα. Η έκθεση για τον μηχανισμό συναγερμού 2018 [The Alert Mechanism Report 2018]  υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο η συνεχιζόμενη έλλειψη συντονισμού αντιπροσωπεύει μία από τις βασικές αδυναμίες της ευρωζώνης.

Οι προσπάθειες για την επανεξισορρόπηση βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στους ώμους των ελλειμματικών χωρών μέσω εσωτερικής υποτίμησης και προσπαθούν να αυξήσουν τις εξαγωγές.

Η οικονομία της ευρωζώνης εξακολουθεί να είναι ένα σύστημα εξαγορών ανταγωνιστικών εθνικών οικονομιών, στο οποίο πολύ λίγα πράγματα γίνονται για μια ισορροπημένη και δίκαιη ανάπτυξη.

Περισσότερα προφανώς γίνονται για τον θεσμό μιας κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας,  για την τόνωση των επενδύσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα μετά τη γαλλο-γερμανική διακήρυξη Meseberg της 19ης Ιουνίου [Franco-German Meseberg declaration]  που θέτει έναν προϋπολογισμό για τη ζώνη του ευρώ.

Αυτό φαίνεται, ωστόσο, μόνο ένα μικρό και πολύ αρχικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Σε επιστολή που απέστειλε στους Ευρωπαίους ηγέτες στις 25 Ιουνίου, ο πρόεδρος της Eurogroup Mário Centeno αναφέρει «διαφορές απόψεων σχετικά με την ανάγκη και τα πιθανά χαρακτηριστικά ενός προϋπολογισμού της ευρωζώνης για ανταγωνιστικότητα, σύγκλιση και σταθεροποίηση» και, στην πραγματικότητα, η τελική δήλωση της συνόδου κορυφής του ευρώ [final statement] δεν αναφέρεται σε αυτό.

Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η γαλλογερμανική διακήρυξη αποτελεί άμεση αιτία ανησυχίας για πολλούς εταίρους της ευρωζώνης.

Επιπλέον, η διαφωνία σχετικά με τον όγκο του προϋπολογισμού προέκυψε αμέσως μετά, ενώ ο γάλλος πρόεδρος Macron μίλησε για μια σειρά εκατοντάδων και η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ με τάξη δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν είναι αμελητέα διαφορά.

Ωστόσο, τα πράγματα βρίσκονται σε εξέλιξη στον αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης, καθώς η συμφωνία των δύο κορυφαίων εταίρων έθεσε ένα από μακρού αναμενόμενο θέμα στην ατζέντα των ηγετών. Αυτό είναι συνήθως το πρώτο βήμα στην ευρωπαϊκή διπλωματία για μια πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων που ανοίγουν καταρχάς, όπως υπογράμμισε ο πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Costa, όταν δήλωνε ότι “όχι περισσότερο από δύο χρόνια πριν, ένας μικρός  υπαινιγμός για τον προϋπολογισμό της ευρωζώνης προκάλεσε μια οργή στα μισά μέλη του Συμβουλίου”.

Ο επόμενος αγώνας θα διεξαχθεί στις επερχόμενες ευρωπαϊκές εκλογές τον Μάιο  2019, όταν τα παραδοσιακά κόμματα θα πρέπει να αποφασίσουν εάν επιθυμούν να αναλάβουν την ευθύνη για την προώθηση της κοινωνικής συνοχής της Ένωσης και όχι απλώς να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα.

Μία μόνιμη, επαρκώς χρηματοδοτούμενη πολιτική που θα ενισχύει την παραγωγικότητα, θα συμβάλει στην αναζωογόνηση της συνολικής ζήτησης, στην ομαλοποίηση των εσωτερικών διαδικασιών προσαρμογής και στη μείωση της πίεσης στους εθνικούς προϋπολογισμούς, σε περιόδους τραπεζικής λιτότητας δανείων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο βαθμό που οι ανισότητες αυξάνονται όχι μόνο μεταξύ των κρατών, αλλά και εντός των χωρών τους. Οι δυσκολίες είναι εμφανείς στις χώρες που πλήττονται από την κρίση.

Το χάσμα της φτώχειας διευρύνθηκε ανάμεσα στις ηλικίες που εργάζονται, καθώς οι διατάξεις περί κοινωνικής πρόνοιας δεν μπόρεσαν να μετριάσουν δέκα χρόνια αργής αγοράς εργασίας, απώλεια παραγωγικής ικανότητας και αναντιστοιχία δεξιοτήτων.

[Σχ. Απόκλιση της φτώχειας: 18-65 ετών, αναλογικά, 2000 – 2016, Ιταλίας – Ελλάδας- Ισπανίας-Πορτογαλίας].

Υπό τις σημερινές συνθήκες, ο κοινωνικός αποκλεισμός εντός των χωρών και η ανισότητα μεταξύ των χωρών μπορεί να αποτελέσουν μόνιμη απειλή για τις επόμενες δεκαετίες, τόσο σε πολιτικό όσο και σε διαρθρωτικό επίπεδο.

* Ο Gabriele de Angelis είναι πολιτικός θεωρητικός που εργάζεται ως ερευνητής στο UniversidadeNova de Lisboa. Η τρέχουσα έρευνα επικεντρώνεται στη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως όσον αφορά τις κανονιστικές πτυχές.

 Συνεχίστε να διαβάζετε & δείτε όλη την έρευνα και τις παραπομπές εδώ :

https://www.scribd.com/document/406942981/14ο τεύχος περιοδικού ”e-Διαυλος”

 

 

[1] Μόχλευση & Απομόχλευση – Οικονομική όροι μίας οικονομίας (μερικές αναφορές εδώ και εδώ)