Από τη μια το βαθύπλουτο αγγλικό ποδόσφαιρο σάρωσε στην Ευρώπη φέτος και από την άλλη ο αρχηγός τής Αστον Βίλα, Τζακ Γκρίλις, έπαιζε με λιωμένα παπούτσια στον κρισιμότερο αγώνα της χρονιάς στην Αγγλία, το μπαράζ ανόδου στην Πρέμιερ Λιγκ. Πώς συμβιβάζονται αυτά; Μήπως η Βίλα δεν έχει θέση στο ακριβότερο πρωτάθλημα του κόσμου;

Κάθε άλλο! Η Πρέμιερ Λιγκ είναι το πρωτάθλημα και των «πληβείων», και γι’ αυτό σάρωσε φέτος παντού.

Μέσα σε 12 μήνες, η Αγγλία κυριάρχησε και στα δύο ευρωπαϊκά Κύπελλα, με τις νικήτριες και τις φιναλίστ από την ίδια χώρα, και ξεπερνώντας τις προσδοκίες έφτασε στην τετράδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας.

Επρεπε να περάσουν 27 ολόκληρα χρόνια από τη μεγάλη επανάσταση στο αγγλικό ποδόσφαιρο, που ήταν η αποκοπή της πρώτης κατηγορίας από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία και η δημιουργία της Πρέμιερ Λιγκ, για να κατακτήσει επιτέλους η Αγγλία και ποδοσφαιρικά τον ρόλο που έχει κατακτήσει εμπορικά ως η απόλυτη κυρίαρχος και πρωτοπόρος στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η Πρέμιερ Λιγκ

Ηταν το 1992, όταν οι σύλλογοι της πρώτης κατηγορίας της Αγγλίας, από την πρωταθλήτρια Λιντς ώς τις ομάδες που ανήλθαν από την τότε δεύτερη κατηγορία, προχώρησαν στην ίδρυση της Πρέμιερ Λιγκ, που ήταν ένα υβρίδιο των επαγγελματικών λιγκών των ΗΠΑ με το σύστημα υποβιβασμού και προβιβασμού που παραδοσιακά είχε η Ευρώπη.

Σκοπός ήταν η αναβάθμιση του προϊόντος στο πλαίσιο και του νέου, αυστηρότατου κώδικα ασφαλείας ως απότοκο της τραγωδίας του Χίλσμπορο τρία χρόνια νωρίτερα, και η κάλυψη της απόστασης από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα που μετά τον αποκλεισμό των αγγλικών συλλόγων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 είχαν φύγει αρκετά μπροστά, ειδικά οι Ιταλοί και οι Ισπανοί.

Η Πρέμιερ Λιγκ ήταν επιτυχημένη από την αρχή, παρά την επικυριαρχία λίγων ομάδων εις βάρος των υπόλοιπων, με τις Μπλάκμπερν το 1995 και Λέστερ το 2016 να αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα. Το πιο σημαντικό ήταν η φροντίδα για όλες τις ομάδες και όλα τα γήπεδα της κατηγορίας, στον βαθμό που τα εισιτήρια κατέστησαν πανάκριβα και δυσεύρετα.

Αυτό που τονίζουν, μάλιστα, στην Αγγλία είναι ότι στην παντοδυναμία της η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πριν από 10-12 έτη, θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει ιδιαιτέρως προνομιακό συμβόλαιο από κανάλια και χορηγούς εντός της Πρέμιερ Λιγκ, ωστόσο διέγνωσε σωστά ότι μόνο με τους αδυνάτους ενισχυμένους γίνεται δυνατό το πρωτάθλημα, και έτσι έπραξε. Τώρα το πληρώνει μεν αγωνιστικά, αλλά εμπορικά παραμένει μακράν η ισχυρότερη ομάδα της χώρας, σε έσοδα και κέρδη.

Μέχρι φέτος η εμπορική κυριαρχία της Πρέμιερ Λιγκ δεν είχε μεταφραστεί και σε ποδοσφαιρική κυριαρχία στην Ευρώπη. Ηταν μόνο το 2008 όταν ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ είχε δύο αγγλικές ομάδες, χωρίς όμως κάτι αντίστοιχο στο τότε Κύπελλο UEFA.

Το 2019, όμως, οι Αγγλοι έμοιαζαν ανίκητοι, με τις Λίβερπουλ, Τότεναμ, Τσέλσι και Αρσεναλ στους ευρωπαϊκούς τελικούς, χωρίς καν δηλαδή τη Μάντσεστερ Σίτι που ήταν και η πρωταθλήτρια στην Αγγλία.

Προσοχή, όμως, διότι και η Σίτι από αγγλική ομάδα αποκλείστηκε, την Τότεναμ. Η δε συμπολίτισσα Γιουνάιτεντ μπορεί να μην πήγε τόσο μακριά όσο οι Λίβερπουλ και Τότεναμ, αλλά κατάφερε να πετάξει εκτός θεσμού ένα από τα φαβορί για φέτος, την Παρί Σεν Ζερμέν.

Μπαράζ από… χρυσό

Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, της εξωπραγματικής αξίας της Πρέμιερ Λιγκ είναι το ετήσιο μπαράζ για την άνοδο της τρίτης ομάδας από την Τσάμπιονσιπ, όπου πραγματικά πέφτουν κορμιά για το χρυσοφόρο εισιτήριο ανόδου ενώπιον των ασφυκτικά γεμάτων εξεδρών του Γουέμπλεϊ: Φέτος το ματς των 70 εκατομμυρίων στερλινών, ποσό που κάθε χρόνο αυξάνεται με βάση τα εγγυημένα έσοδα κάθε προβιβασμένης ομάδας, το κέρδισε η Αστον Βίλα, καταβάλλοντας την περασμένη Δευτέρα την Ντέρμπι.

Τότε γιατί έπαιζε ο αρχηγός της Αστον Βίλα με διαλυμένα παπούτσια στο Γουέμπλεϊ; Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο Γκρίλις: «Ηταν καινούργια όταν επέστρεψα από τραυματισμό, και από τότε άρχισα να σκοράρω και να μοιράζω ασίστ. Σκέφτηκα ότι αυτά ήταν τα τυχερά μου παπούτσια, οπότε αποφάσισα να τα κρατήσω» δήλωσε, βαδίζοντας με σκισμένα παπούτσια στη χρυσοφόρο λεωφόρο, καθώς όλα τα χρήματα του κόσμου δεν αρκούν να αλλάξουν τον ρομαντισμό των ανθρώπων…

Πηγή: kathimerini.gr