Τριάντα ένα παιδιά πέθαναν τις τελευταίες δέκα μέρες στη βόρεια Ινδία από οξεία εγκεφαλίτιδα, η οποία μπορεί να οφείλεται, σύμφωνα με ειδικούς, σε μια τοξίνη που υπάρχει στα φρούτα λίτσι.

Οι θάνατοι αυτοί καταγράφηκαν στην περιοχή Μουζαφαρπούρ στο κρατίδιο Μπιχάρ, στη βόρεια Ινδία, η οποία είναι γνωστή για τις καλλιέργειες λίτσι, διευκρίνισαν αξιωματούχοι των υπηρεσιών υγείας.

Παρόμοια κρούσματα αντιμετωπίζονται κάθε χρόνο στη ζώνη αυτή από τον Μάιο ως τον Ιούλιο, την περίοδο συγκομιδής λίτσι.

«Είκοσι τέσσερα παιδιά υπέκυψαν ενώ νοσηλεύονταν στο δημόσιο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Sri Krishna και επτά άλλα σε ιδιωτικό νοσοκομείο από οξεία εγκεφαλίτιδα», δήλωσε στο AFP ο αξιωματούχος των υπηρεσιών υγείας Άσοκ Κούμαρ Σινγκ.

Τα περισσότερα παιδιά είχαν παρουσιάσει υπογλυκαιμία, διευκρίνισε.

«Οι υγειονομικές αρχές συνέστησαν οι γονείς να προσέχουν τα παιδιά τους όταν η θερμοκρασία την ημέρα ξεπερνάει τους 40 βαθμούς Κελσίου», σημείωσε επίσης ο Σινγκ λόγω του κύματος καύσωνα που αντιμετωπίζει η χώρα.

Τουλάχιστον άλλα 40 παιδιά που παραπονέθηκαν για παρόμοια συμπτώματα νοσηλεύονται τώρα.

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα σώσουμε», σημείωσε υπεύθυνος του νοσοκομείου Sri Krishna.

Την ίδια ώρα, το Νέο Δελχί απέστειλε ειδικούς στην περιοχή για να βοηθήσουν τις τοπικές αρχές.

Το ίδιο φαινόμενο με μοιραίες εγκεφαλίτιδες έχει σημειωθεί σε περιοχές που παράγουν λίτσι στο Βιετνάμ και στο Μπανγκλαντές, ενώ το 2014 η νόσος προκάλεσε το θάνατο ενός αριθμού ρεκόρ 150 ανθρώπων στην Μουζαφαρπούρ και τα περίχωρά της.

Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι οι θάνατοι αυτοί μπορεί να οφείλονται σε μια τοξίνη που υπάρχει στα κουκούτσια του λίτσι, η οποία πιστεύεται ότι ενδέχεται να μεταβάλει την παραγωγή γλυκόζης από τον οργανισμό και να προκαλεί υπογλυκαιμία.

Τους 36 έφτασαν οι νεκροί από το κύμα καύσωνα

Το κύμα καύσωνα που πλήττει την Ινδία έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής το θάνατο τουλάχιστον 36 ανθρώπων, με τους φτωχούς εργάτες να πλήττονται περισσότερο, ανακοίνωσαν αξιωματούχοι της υπηρεσίας διαχείρισης καταστροφών, οι οποίοι προειδοποίησαν ότι οι θερμοκρασίες ρεκόρ επηρεάζουν περισσότερα κρατίδια από ό,τι τις προηγούμενες χρονιές.

Η θερμοκρασία στο Νέο Δελχί έφτασε χθες Τρίτη (11/06) τους 48 βαθμούς Κελσίου, η υψηλότερη που έχει καταγραφεί ποτέ, ενώ στην Τσούρου, μια πόλη στο βορειοδυτικό κρατίδιο Ραζαστάν, η θερμοκρασία έφτασε τους 51 βαθμούς Κελσίου.
«Πρόκειται για τον χειρότερο καύσωνα που έχει σημειωθεί ποτέ. Το 2015 ο καύσωνας επηρέασε εννέα κρατίδια, φέτος η πρόβλεψη αναφέρει 23», επεσήμανε ο Ανούπ Κούμαρ Σριβαστάβα, ειδικός στην ξηρασία και τους καύσωνες στην Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Καταστροφών (NDMA).

«Έχουμε επιβεβαιώσει 36 θανάτους που συνδέονται με τον καύσωνα, έναντι 25 πέρυσι. Πρόκειται κυρίως για φτωχούς εργάτες που έχουν έρθει από αγροτικές περιοχές στις πόλεις για να αναζητήσουν εργασία και ζουν στην άκρη του δρόμου», πρόσθεσε.

Συνήθως τα καλοκαίρια η Ινδία αντιμετωπίζει λειψυδρία, όμως φέτος η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη στα δυτικά και νότια κρατίδια, καθώς οι βροχοπτώσεις εκεί ήταν μικρότερες από το κανονικό στη διάρκεια των μουσώνων το 2018.

Η NDMA είχε προβλέψει ότι κύμα καύσωνα θα πλήξει την Ινδία από το μέσο Μαρτίου, όμως τα καιρικά φαινόμενα έγιναν ακραία στο μέσο Μαΐου και αναμένεται να διατηρηθούν έτσι ως το μέσο Ιουνίου.

Εξάλλου περισσότερες πόλεις επηρεάζονται από τον καύσωνα σε σχέση με πέρυσι, με πολλές να καταγράφουν θερμοκρασίες ρεκόρ, πάνω από τους 45 βαθμούς Κελσίου, επεσήμανε ο Σριβαστάβα.

Αν και στη διάρκεια του καύσωνα του 2015 καταγράφηκαν πάνω από 2.000 θάνατοι στην Ινδία, ο απολογισμός ήταν πολύ μικρότερος τα επόμενα τρία χρόνια, καθώς οι εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού επεκτάθηκαν σε περισσότερα κρατίδια, επεσήμαναν αξιωματούχοι της NDMA.

Οι εργάτες στα αγροκτήματα, τις οικοδομές και τις αλυκές πλήττονται περισσότερο από τον καύσωνα, καταγγέλλουν οι ακτιβιστές υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Κάποια κρατίδια της Ινδίας, όπως η Κεράλα, εξέδωσαν προειδοποιήσεις για ηλίαση τον Μάρτιο και ανακοίνωσαν την επιβολή μεσημεριανού διαλείμματος για τους εργάτες για τους επόμενους τρεις μήνες.

Εξάλλου η σύσταση της NDMA για μείωση κατά 20% του οκταώρου στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών εφαρμόζεται για τους δημόσιους υπαλλήλους. Ωστόσο οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα δεν έχουν τέτοια προστασία.

«Μετανάστες αναγκάζονται να εργαστούν ακόμη και με ακραία ζέστη», κατήγγειλε ο Γκίτα Ραμακρισνάν του σωματείου εργαζομένων στις οικοδομές.

Πηγή: cnn.gr