H «’Αγρια σκέψη», το πολυδιαβασμένο και πολυσχολιασμένο έργο του Κλωντ Λεβί-Στρως (1908-2009), που δημοσιεύτηκε το 1962, τροποποιώντας δραστικά όχι μόνο τις μέχρι τότε παραδοχές της ανθρωπολογίας και της εθνογραφίας, αλλά και τον ευρύτερο ορίζοντα των κοινωνικών επιστημών και της φιλοσοφίας της Δύσης, κυκλοφορεί ξανά στα ελληνικά ύστερα από μια τεσσαρακονταετία, από τις εκδόσεις Πατάκη, στη μετάφραση της Εύας Καλπουρτζή. Ο Λεβί-Στρως θα συνομιλήσει πλέον με τις νεότερες γενιές και ο στοχασμός του θα κινηθεί εκ των πραγμάτων σε ένα καινούργιο επιστημονικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον.

Τι ακριβώς όμως εκπροσωπεί ο όρος «άγρια σκέψη»; Στο βιβλίο του ο Λεβί-Στρως προσεγγίζει τις κοινωνίες που δεν έχουν επινοήσει ακόμη τη γραφή, τις κοινωνίες της νεολιθικής περιόδου που εφηύραν την κεραμική, την υφαντική τέχνη, αλλά και τη γεωργία ή την εξημέρωση των ζώων. Γεννημένος στις Βρυξέλλες και έχοντας σπουδάσει νομικά και φιλοσοφία στη Σορβόννη, ο Λεβί-Στρως εγκατέλειψε γρήγορα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, τη διδασκαλία στη μέση εκπαίδευση για να γίνει μέλος μιας γαλλικής πολιτιστικής αποστολής στη Βραζιλία και να εργαστεί ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Τότε επιδόθηκε και στις πρώτες εθνογραφικές του έρευνες με εξερευνήσεις στο Μάτο Γκρόσο και στα δάση του Αμαζονίου. Εν συνεχεία επέστρεψε στη Γαλλία για να πάρει μέρος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ταξιδεύοντας κατόπιν εκ νέου στη Νότια Αμερική και καταλήγοντας στη Νέα Υόρκη. Επανερχόμενος στη Γαλλία, πήρε το διδακτορικό του και ανέλαβε την έδρα της θρησκειολογίας στην Ecole Pratique des Hautes Études, την οποία κατείχε προηγουμένως ο Μαρσέλ Μος.

Τα χρόνια των εξερευνήσεων στη Βραζιλία δεν έφυγαν ποτέ από τον νου του Λεβί-Στρως και το πρώτο έργο που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 ήταν οι «Θλιβεροί Τροπικοί»: κάτι ανάμεσα σε ταξιδιωτική λογοτεχνία, φιλοσοφία, αυτοβιογραφία και κοινωνική ανθρωπολογία με αντικείμενο τους λαούς του Αμαζονίου. Η «’Αγρια σκέψη» ήρθε την επόμενη δεκαετία, όντας από τη μια πλευρά θεωρία για τον πολιτισμό και από την άλλη ένας τρόπος κατανόησης της Ιστορίας και των κοινωνικών της μεταβολών. Η ‘Αλκη Κυριακίδου-Νέστορος έγραφε στον τόμο των εκδόσεων Παπαζήση, το 1977, πως το βιβλίο γοήτευσε τους μορφωμένους αναγνώστες ως ταξιδιωτική λογοτεχνία ενώ στο επιστημονικό επίπεδο εντυπωσίασε με την κεντρική του ιδέα για τον αφανισμό των Τροπικών. Και μολονότι οι Τροπικοί ήταν ήδη από την εποχή των ερευνών του Λεβί-Στρως «θλιμμένοι» και ετοιμοθάνατοι, προσέφεραν ακόμη τη δυνατότητα στον ερευνητή να ανακαλύψει το είδος της σχέσης που είχαν συνάψει τόσο με τη φύση όσο και με τον πολιτισμό – μια σχέση εντελώς διαφορετική από όσα ήξεραν και μπορούσαν να αποδεχθούν οι άνθρωποι της δυτικής νεοτερικότητας. Παρόλα αυτά, ο Λεβί-Στρως δεν έγινε οπαδός της επιστροφής στη φύση: πρώτον γιατί δεν ήταν ρομαντικός και δεύτερο επειδή ταυτιζόταν με την τελευταία λέξη μιας επιστήμης την οποία ο ίδιος είχε στρέψει σε μιαν εντελώς αναπάντεχη κατεύθυνση. Οι φρικτές εμπειρίες του ναζισμού και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσαν μέσω του Λεβί-Στρως εκ νέου το ερώτημα για το ποιος είναι ο βάρβαρος και ποιος ο πολιτισμένος, όπως και για το ποιον τύπου πολιτισμού πρεσβεύουν ακριβώς οι Ευρωπαίοι αν πρέπει να συγκριθούν με τον πολιτισμό των φυλών του Αμαζονίου. Ο άνθρωπος είναι εντέλει ελεύθερος να υπερασπιστεί τον εαυτό του ως άτομο, όπως διακήρυσσε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ή η σκέψη των μη δυτικών κοινωνιών, ακολουθώντας τα δεδομένα των αισθήσεων, ανοίγει έναν διαφορετικό δρόμο – ενδεχομένως τον δρόμο που δείχνει ότι οι πολιτισμικές εκφράσεις ετερογενών κοινωνικών και εθνογραφικών ομάδων οφείλουν να αποτιμηθούν, αν μη τι άλλο, σε ισότιμη βάση;

Η «άγρια σκέψη» κατανοεί τον κόσμο και τον καθημερινό κοινωνικό περίγυρο με κυκλικό τρόπο. Βασισμένη στην πρακτική της εμπειρία, διψάει για αντικειμενική γνώση. Και το γεγονός αυτό, επέμεινε σε όλη τη ζωή του ο Λεβί-Στρως, συνιστά μιαν από τις πιο παραμελημένες όψεις της σκέψης των λαών που αποκαλούνται πρωτόγονοι. Το ίδιο γεγονός, άλλωστε, ορίζει και τη διαφορετικότητα των λαών, των κοινωνιών και των πολιτισμών από τη μιαν άκρη του πλανήτη μέχρι την άλλη. Και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο Στρως μάς έμαθε και κάτι άλλο: να μελετάμε τον μύθο όχι ως παραμύθι και προϊόν εξημμένης φαντασίας, αλλά ως μια νοητική δομή που επιτρέπει σε ανθρώπους κατά τα άλλα εντελώς ανόμοιους να εντοπίσουν τα κοινά σημεία αναφοράς τους και να επικοινωνήσουν μέσα από ένα υπόγειο κύκλωμα σημείων, επαφών και διασυνδέσεων. Ο μύθος δεν είναι ένα προγενέστερο και ακατέργαστο στάδιο του λόγου: δημιουργεί, αντιθέτως, τις προϋποθέσεις για τον σχηματισμό μιας κοινής επικράτειας, για τη λειτουργία ενός παγκόσμιου χάρτη, για την ανάδυση και την ανάδειξη της ανθρώπινης συνείδησης όπως θα τη συναντήσουμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η μυθική σκέψη αντί να εγκλωβίσει τον νου, τον απελευθερώνει, επιτρέποντας στον άνθρωπο να χτίσει έναν άλλο δεσμό με τη φύση και τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός γεννιέται την ώρα που οι άνθρωποι αγωνίζονται να ξεφύγουν από την αδιαφοροποίητη μάζα, ανακαλύπτοντας μέσα από τις εικόνες και τη γλώσσα τους τόσο τον εαυτό τους όσο και τον κόσμο.

Πηγή: tovima.gr