Τα «Σύνορα» είναι μια ταινία που δεν μπορείς να προσπεράσεις σφυρίζοντας αδιάφορα. Ή θα σε συγκινήσει βαθιά, ή θα την σιχαθείς βαθιά, πάντως θα σε ταράξει βαθιά. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά σε ξένες κριτικές, έπεσα πάνω σε μια φράση που Τέρι Γκίλιαμ που αγνοοούσα: είχε πει ότι είναι εύκολο να αγαπήσεις τον Ε.Τ, ενώ κανονικά θα έπρεπε να είναι δύσκολο. Το πλάσμα του Σπίλμπεργκ ήταν έτσι φτιαγμένο, φωτισμένο και σκηνοθετημένο, ώστε να προκαλεί στους θεατές στοργικά και τρυφερά συναισθήματα. Ο Ε.Τ κάθε άλλο παρά τέρας ήταν. Από την άλλη είδαμε την περσινή χρονιά τον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο να συνοψίζει με την υπέροχη «Μορφή του Νερού»  όλα όσα αντιπροσώπευαν τα τέρατα στη φιλμογραφία του, αντιδιαστέλλοντας στον Θεό της ευγονικής τελειότητας και της κανονικοποίησης, τον Θεό όλων των αποκλίσεων από την τελειότητα, ένα αμφίβιο τέρας. Με τα λόγια του ίδιου του ντελ Τόρο: «Από τα παιδικά μου χρόνια ήμουν πιστός στα τέρατα. Με έχουν σώσει και μου έχουν δώσει άφεση αμαρτιών, γιατί πιστεύω ότι τα τέρατα είναι οι προστάτες άγιοι της ευλογημένης μας ατέλειας, επιτρέποντας και ενσαρκώνοντας την πιθανότητα να αποτυγχάνεις και να ζεις».

Ωστόσο, ακόμη και στη «Μορφή του Νερού» το όντως καταρχάς αποκρουστικό και φοβιστικό τέρας, κινηματογραφείται μέσα σε ένα τέτοιο αισθητικό περιβάλλον ρομαντικού παραμυθιού, που μέσα στα πολλά συναισθήματα που σου προξενεί η ταινία, δεν συμπεριλαμβάνεται η ταραχή. Τα «Σύνορα» παίρνουν ένα εντελώς διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο τραχύ, ωμό, άγριο, διόλου καθησυχαστικό, έναν δρόμο ο οποίος δεν γίνεται να μην σου προκαλέσει ουλές.

Η Τίνα δουλεύει στον έλεγχο αποσκευών του τελωνείου. Είναι η ασχήμια και η ομορφιά υποκειμενικά μεγέθη; Είναι – δεν είναι, η Τίνα είναι τόσο πολύ διαφορετική εμφανισιακά από τους υπόλοιπους ανθρώπους, τόσο παραμορφωμένη, που είναι σχεδόν ξεχωριστή κατηγορία. Όταν ένα πρόσωπο ξεφεύγει τόσο πολύ από τις αναλογίες του, τη διάταξη των οργάνων του, όταν γίνεται τόσο ά-σχημο, κάτι διαταράσσεται μέσα μας, κάποιος αόρατος δέκτης μάς ενημερώνει ότι ο πομπός απέναντί του στέλνει μια μορφή μη προβλεπόμενη, μια μορφή που δεν ανήκει στη φυσιολογία μας, μια μορφή που δεν σχηματοποιήθηκε κατ΄εικόναν και καθ’ ομοίωσιν κανενός γνωστού Θεού, μια μορφή που μας προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, μια μορφή που μας αγριεύει. Και δεν είναι μόνο το πρόσωπό της. Συνολικά το σουλούπι της, το σώμα της, η αύρα της, έχουν κάτι το μη οικείο, κάτι που σε ξενίζει.

Τυχαία ή όχι, η Τίνα είναι σαν να έχει μια έκτη αίσθηση, που την φέρνει πιο κοντά στα ζώα, με τα οποία αισθάνεται άνετα και αισθάνονται κι αυτά μαζί της, μια έκτη αίσθηση επίσης η οποία την κάνει εξαιρετική στη δουλειά της, καθώς κυριολεκτικά περισσότερο κι από μεταφορικά οσμίζεται τον φόβο, την αγωνία, την ενοχή, την οργή των ανθρώπων, άρα και των ταξιδιωτών που ελέγχει, με αποτέλεσμα να εντοπίζει ανάμεσά τους εκείνους που κάτι έχουν να κρύψουν, εκείνους που κάτι προσπαθούν να περάσουν παράνομα. Ο ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι που είναι χρόνια κάτοικος Σκανδιναβίας, φροντίζει να δείχνει πώς κάνουν τα ρουθούνια της κάθε φορά που μυρίζει κάτι περίεργο, φροντίζει γενικότερα να παρουσιάζει την Τίνα με έναν τρόπο που προκαλεί και ξεβολεύει τον θεατή και κάθε άλλο παρά προσπαθεί να τον κάνει να αισθανθεί άνετα. Αν ο θεατής στην πορεία αγαπήσει την Τίνα, θα την έχει αγαπήσει μέσα σε όλη της παραμορφωμένη ιδιαιτερότητα, χωρίς καμία έκπτωση, χωρίς καμία λείανση, χωρίς κανένα μακιγιάζ (παρεμπιπτόντως η ταινία, που ήταν η επίσημη υποψηφιότητα της Σουηδίας για όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και που κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Ένα Κάποιο Βλέμμα του περσινού Φεστιβάλ των Καννών, κέρδισε και υποψηφιότητα για όσκαρ μακιγιάζ).

Η Τίνα έχει έναν πατέρα σε γηροκομείο στα όρια του αλτσχάιμερ, συζεί σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος με έναν εκπαιδευτή άγριων σκύλων απλά για να μην νιώθει μοναξιά, οι επιδόσεις της στη δουλειά την οδηγούν σε μια μεγάλη επιτυχία, καθώς βοηθά να ανιχνευτεί ένα κύκλωμα παιδικής πορνογραφίας και ξαφνικά συμβαίνει το αναπάντεχο: περνά μπροστά της από το τελωνείο ένας άνδρας που έχει ακριβώς το δικό της τύπο παραμόρφωσης, περνά μπροστά της ένας σαν αυτήν. Τον λένε Βόρε. Στις βαλίτσες του έχει βαζάκια με σκουλήκια. Είναι αναπόφευκτο να αρχίσει να κάνει παρέα με την Τίνα. Η ταινία θα αρχίσει να ξεφεύγει.

Θα αρχίσουμε να βλέπουμε καταστάσεις που δοκιμάζουν τα όριά μας ως θεατές. Ο Αμπάσι (που διασκευάζει ένα διήγημα του σεναριογράφου του περίφημου «Άσε το Κακό να Μπει») είναι σαν να μας έχει βάλει σε μια παγίδα από την οποία δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε: κάθε ταινία που θέλει να μιλήσει για τη διαφορετικότητα μέσα από εντός ή εκτός εισαγωγικών τέρατα, μπορεί να ξεκινά με το αρχικό σοκ της πρώτης επαφής των θεατών με το διαφορετικό πλάσμα, αλλά από εκεί και πέρα ακολουθείται μια πορεία εξοικείωσης, μια πορεία όπου το μάτι παύει να εστιάζει στην εξωτερική εικόνα και αρχίζει να ταυτίζεται με τα ανθρώπινα συναισθήματα και τον εσωτερικό κόσμο του πλάσματος. Αντίθετα στα «Σύνορα», αφού μπαίνει στην εικόνα και ο Βόρε, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο την εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά και μια σειρά από σκηνές, με τις οποίες ο Αμπάσι ρωτά: είσαι ακόμα μαζί μας ή πέρασες στο στρατόπεδο αυτών που μας σιχαίνονται;

Και πατώντας πάνω στο κόνσεπτ των παραμορφωμένων ανθρώπων, η ταινία αρχίζει να σπάει σύνορα σεξουαλικά και ταυτότητας φύλου, αρχίζει ένα στάδιο πιο πέρα να σπάει σύνορα ηθικής και ταύτισης θεατή με τους ήρωες. Τι συμβαίνει στα αλήθεια εδώ; Τι είναι τελικά αυτά τα πλάσματα; Να πάρουμε ή να μην πάρουμε το μέρος τους; Και το ότι είναι ίδια εξωτερικά σημαίνει ότι είναι ίδια και εσωτερικά; Μπορούν μερικά τέρατα να είναι όντως τέρατα; Ποια η σκυταλοδρομία του τραύματος;

Σπάνιας γενναιότητας ταινία. Χωρίς εύκολες εικόνες, αλλά με μερικές παντοδύναμες εικόνες. Χωρίς μονοσήμαντα μηνύματα, αλλά με μια ζωώδη ορμή που διαλύει κάθε μήνυμα. Τολμώντας να δείξει εικόνες ταμπού, τολμώντας να παίξει με τα ιερά και τα όσια της εποχής μας (τα παιδιά), τολμώντας να πατήσει πάνω σε κάθε απαγορεύεται. Άλλη μια φορά: θα σας συγκινήσει βαθιά ή θα τη σιχαθείτε βαθιά, πάντως θα σας ταράξει βαθιά.

Πηγή: elculture.gr